Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Οι ψησταριές της Πρωτοχρονιάς


Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος παραμονή πρωτοχρονιάς η Αλεξανδρούπολη πνίγηκε στους καπνούς και τις μυρωδιές των ψημένων κρεάτων. Το κρασί και το τσίπουρο έρευσε άφθονο ενώ ήχησαν οι ζουρνάδες, τα κλαρίνα και τα νταούλια. Πρόκειται για ένα έθιμο που το ενθυμούμαι από πολύ μικρός, όταν πρωϊ – πρωϊ πήγαινα στην αγορά για να πω τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα και να καταλήξω στη συνέχεια στο κρεοπωλείο του πατέρα μου.
Με την απελευθέρωση της πόλης από τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους το 1945 και μετά, η αγορά άρχισε να βρίσκει σιγά σιγά την παλιά της αίγλη! Η πλειοψηφία των καταστημάτων τροφίμων βρισκόταν στην οδό Εμπορίου, από τη συμβολή της με την οδό Κύπρου μέχρι την Πλατεία του Σιδηροδρομικού Σταθμού και στους γύρω παράδρομους. Κρεοπωλεία, παντοπωλεία, μανάβικα, οινοποιία, ζαχαροπλαστεία, καφεκοπτεία, αρτοποιεία, μαγειρεία, κ.λ.π. Και τα αγαθά άρχισαν να ξαναπαίρνουν θέση στις προθήκες των καταστημάτων! Τα μεγάλα εμπορικά, καταστήματα υφασμάτων, γυαλικών, ρουχισμού, ραφτάδικα, σιδηρικά παπουτσίδικα, βρισκόταν στην κεντρική Λεωφόρο, στις αρχές της 14ης Μαΐου, στην οδό Κύπρου και στον πίσω από την Εμπορίου δρόμο, την οδό Δικαστηρίων. Στους δε παραδρόμους υπήρχαν τα πατσατζίδικα, τα καφενεία τα καρβουνιάρικα, οι τενεκετζήδες κ.λ.π. μαγαζιά.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς, οι καταστηματάρχες στην οδό Εμπορίου στόλιζαν με την πραμάτεια τους τις προσόψεις των καταστημάτων που ήταν ανοικτές για να την βλέπει κόσμος που κατέβαινε για να ψωνίσει τα αναγκαία για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Οι παντοπώλες στόλιζαν τα μαγαζιά τους με τενεκέδες λάδια, κάσες με σαπούνια, σκούπες, αλεύρια, ζάχαρη, τυριά, ελιές, σακιά με φασόλια και άλλα όσπρια. Οι ζαχαροπλάστες με κανταΐφι, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, λουκούμια και άλλες λιχουδιές. Οι μανάβηδες αράδιαζαν τα τελάρα και τα κοφίνια με τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια, τα μήλα, τα χαρούπια, τα κάστανα, τα λάχανα, δεμάτια με πράσα, αρμαθιές με κρομμύδια και σκόρδα και άλλα ζαρζαβατικά της εποχής. Κι οι κρεοπώλες κρεμούσαν στα τσιγκέλια τους τα χοιρινά κρέατα και τα λύπη σε λωρίδες, («λαρδί τα ονόμαζαν»), βοδινά και μοσχαρίσια μπούτια, μοσχαροκεφαλές, λουκάνικα, καβουρμάδες και παστρουμάδες. Πάνω σε τραπεζάκια στοιβαζόταν παστωμένο χοιρινό λίπος και χοιρινές μπριζόλες. Κι΄ αν ο καιρός το ευνοούσε, οι κυνηγοί έφερναν απ΄ τον «Γιαούρ Αντά» αγριογούρουνα, πολύχρωμες άγριες πάπιες, χήνες και άλλα πουλερικά.
Λόγω του ψύχους που επικρατούσε, οι κρεοπώλες, που είχαν ορθάνοιχτα τα μαγαζιά τους, αναγκαζόταν να ανάβουν μαγκάλια με κάρβουνο για να ζεσταθούν και με την ευκαιρία αυτή συνήθιζαν να ψήνουν πάνω στα κάρβουνα χοιρινά κοψίδια και χοιρινό παστό λίπος, το λαρδί, που γέμιζε την αγορά με καπνούς και μυρουδιές. Κάτι που δεν επιτρεπόταν να κάνουν την παραμονή των Χριστουγέννων και σαράντα μέρες πριν, αφού όλοι σχεδόν, σύμφωνα με την παράδοση, νήστευαν και θεωρούσαν αμαρτία να αρτιθούν!
Οι καταστηματάρχες της αγοράς για να ανταλλάξουν ευχές με τους πελάτες τους για τον ερχομό του καινούργιου χρόνου, έστηναν έξω από τα μαγαζιά τους τραπεζάκια με τα διάφορα κεράσματα. Έτσι οι κρεοπώλες έβαζαν τα ψητά από τα μαγκάλια, οι ποτοποιοί τα κρασιά, οι μανάβηδες τα κρεμμύδια και τα φρούτα, οι παντοπώλες ελιές, τυρί και ξηρούς καρπούς, οι ποτοποιοί το πιοτό (συνήθως κόκκινο μπρούσκο κρασί) και οι ζαχαροπλάστες τα γλυκά τους.
Όποιος καταστηματάρχης αργούσε το πρωί να ανοίξει το κατάστημά του (από τα άγρια χαράματα η αγορά ζούσε σαν σε πανηγύρι), τον υποδέχονταν με ριπές οσπρίων που πετούσαν πάνω στις λαμαρινένιες μαρκίζες και έκαναν τόσο δυνατό θόρυβο που νόμιζες ότι είχε μεγάλη χαλαζόπτωση. Οι φάρσες και τα πειράγματα μεταξύ των καταστηματαρχών και πελατών έδιναν και έπαιρναν χωρίς παρεξηγήσεις. Παρά τα δύσκολα εκείνα χρόνια, εποχή εμφυλίου και ανασυγκρότησης, όλη η αγορά θύμισε ένα ευχάριστο πανηγύρι.
Από τα άγρια χαράματα όλη η αγορά ήταν στο πόδι και από το πρωί μέχρι αργά το μεσημέρι όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλης περνούσαν από την αγορά για να ψωνίσουν τα αναγκαία για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι και να ανταλλάξουν τις πατροπαράδοτες ευχές. « Άντε με το καλό να μας έρθει και να φέρει καλύτερες μέρες» έλεγε ο ένας! «Υγεία ν΄ έχουμε και θα πάνε όλο καλά» απαντούσε ο άλλος!
Το ίδιο βέβαια συνέβαινε και με όλους τους προύχοντες της πόλης, με πρώτο απ΄ όλους τον Δήμαρχο που υποδεχόταν η αγορά με χειροκροτήματα και έτρεχαν όλοι να τσουγκρίσουν ένα ποτήρι μαζί του και να ανταλλάξουν τις ευχές. Ακολουθούσαν ο Αστυνόμος, ο Νομάρχης, οι Βουλευτές, ο Νομοκτηνίατρος, ο Νομίατρος, ο Εισαγγελέας, οι Τραπεζίτες, οι Ναυτικοί Πράκτορες και άλλα αξιοσέβαστα πρόσωπα της πόλης. Και μαζί με τις ευχές που αντάλλασαν, γευόντουσαν το πιοτό και τους μεζέδες που κερνούσαν οι καταστηματάρχες. Κάποιοι μάλιστα δεν έχαναν την ευκαιρία, μαζί με τις ευχές τους να ψιθυρίσουν στους προύχοντες και κάποιο παράπονό τους ή να ζητήσουν κάποιο ρουσφέτι για την καινούργια χρονιά! Οι τζαμπάζιδες και οι κρεοπώλες, που είχαν σχέση με τον μαχαλά, έφερναν νταούλια, ζουρνάδες και κλαρίνα και όλη η αγορά έμοιαζε με ένα μεγάλο πανηγύρι.
Από πολύ πρωί η οδός Εμπορίου πλημμύριζε και από πιτσιρικάδες που με τα τρίγωνα τους και κάποιοι, λιγοστοί, με φυσαρμόνικες, έψαλαν τα κάλαντα, για να εισπράξουν μια ευχή «καλή πρόοδο και του χρόνου» και το μπαξίσι κάποιο πορτοκάλι ή λίγα καρύδια ή μερικά χαρούπια. Κάπου κάπου έπεφτε και κανένα μισόφραγκο ή μερικές δεκάρες! Αν ήταν ολόκληρη δραχμή, έ.... τότε χαράς πανηγύρι για τους μικρούς! Κάποιοι μάλιστα κοντοστέκονταν πάνω από τα μαγκάλια και απολάμβαναν τις μεθυστικές μυρωδιές των ψητών, μέχρι να φιλοτιμηθεί κάποιος από τους μεγάλους να του πει «τσίμπα ένα κομμάτι κρέας και στο καλό»! Μετά περνούσαν οι εκδοροσφαγείς, οι οδοκαθαριστές του Δήμου, οι μεταφορείς των κρεάτων και άλλων προϊόντων, οι εκφορτωτές και άλλοι εργαζόμενοι στην αγορά με ένα χάρτινο κουτί στο χέρι, όπου μετά την ανταλλαγή των ευχών που τις είχαν γραμμένες σε καρτελάκια, (όπως π.χ. «Οι εκδοροσφαγείς σας εύχονται αίσιον και ευτυχές το Νέον Έτος), έπεφτε στο κουτί το μπαχτσίσι ως ανταμοιβή για την δουλειά της χρονιάς, για να τα μοιρασθούν μετά ως δώρο του νέου έτους. Ακολουθούσαν σε ομάδες οι μαθητές του Γυμνασίου και οι Πρόσκοποι, που έλεγαν ομαδικά τα κάλαντα. Στην διασταύρωση της 14ης Μαΐου με την Λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου, το βάθρο - στέκι του Τροχονόμου γέμισε από τα δώρα, (φρούτα, κρασιά, γλυκά, ξηροί καρποί και άλλα τρόφιμα), που τα έστελναν οι άνθρωποι της αγορά για να ευχαριστήσουν τους αστυνομικούς αλλά για και να τους …εξευμενίσουν να κάνουν τα …στραβά μάτια στα τεκταινόμενα στην αγορά! Το μεσημέρι τα πράγματα ηρεμούσαν. Το βράδυ όμως ξανάρχιζε η ζωντάνια στην αγορά. Αυτοί που δούλευαν όλη μέρα, κάποιοι ξεχασμένοι στις παρακείμενες ταβέρνες, κάποιοι «μπαταχτσίδες» έτρεχαν να προλάβουν να κάνουν και αυτοί τα ψώνια τους! Έβγαιναν και διάφορες παρέες νεαρών με κιθάρες και αρκοντεόν καθώς και η χορωδία του Δήμου με τον αξέχαστο Χριστόφορο Παπαδόπουλο και η αγορά πλημμύριζε από μελωδικές φωνές!
Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε ανελλιπώς μέχρι την παραμονή πρωτοχρονιά του 1965. Την επόμενη χρονιά ο Δήμος πραγματοποιούσε έργα αποχέτευσης κατά μήκος όλης της οδού Κύπρου και τα ορύγματα με τους σωρούς χωμάτων δυσκόλευαν την πρόσβαση των κατοίκων σε όλη την αγορά. Αυτό το γεγονός εξόργισε τους καταστηματάρχες, κυρίως αυτούς που είχαν τα καταστήματά τους στη συμβολή των οδών Κύπρου και Εμπορίου που ήταν και η είσοδος στην αγορά! Για να εκφράσουν την δυσφορία τους στον τότε Δήμαρχο Θωμά Μιχαήλογλου, τον υποδέχθηκαν το πρωί της παραμονής Πρωτοχρονιάς όχι με τα καθιερωμένα (χειροκροτήματα, ευχές, μαγκάλια, μεζέδες, κρασί, κεράσματα, νταούλια και ζουρνάδες), αλλά με κλαδιά από αγκαθωτά κέδρα, τα αδρίτσια, που εμφύτεψαν πάνω στα χώματα που υπήρχαν στο μέσο του δρόμου, παραπονούμενοι στον Δήμαρχο ότι μετέτρεψε την αγορά σε «ορμάνι». Κανείς δεν είχε διάθεση να ανάψει μαγκάλια και οι καπνοί των ψημένων κρεάτων και οι μυρωδιές τους, το κρασί, τα κεράσματα χάθηκαν από την αγορά. Όπως χάθηκαν και τα νταούλια και οι ζουρνάδες που σίγησαν. Ήταν τόση μεγάλη η δυσφορία τους για την κατάσταση που επικρατούσε στους δρόμους της αγοράς που κανείς δεν είχε όρεξη για γλέντια και ευχές. Αυτό ήταν και η αφορμή να σταματήσει για αρκετά χρόνια το έθιμο αυτό.
Ξαναήρθε στην επικαιρότητα στα μέσα στη δεκαετία του 1990 σποραδικά σε διάφορα σημεία της πόλης, κυρίως από ανθρώπους που είχαν ζήσει στην οδό Εμπορίου παλιά, έξω από καφετερίες και ταβέρνες, για να λάβει την σημερινή μορφή, κατά την οποία όλη η πόλη απ’ άκρου σ΄ άκρο, πνίγεται στον καπνό των μαγκαλιών και «μοσχοβολά» μπριζόλες, πανσέτες και λουκάνικα. Το κρασί και το τσίπουρο, ντόπιας πάντα παραγωγής, ρέει άφθονο ενώ τα νταούλια, οι ζουρνάδες και τα κλαρίνα ξανάπιασαν δουλειά και δεν προο λαβαίνουν να τρέχουν από στέκι σε στέκι, από δρόμο σε δρόμο και από παρέα σε παρέα. Και ξανάπιασαν «δουλειά» οι τοπικοί άρχοντες που δεν προλαβαίνουν να γυρίσουν από παρέα σε παρέα και από ψησταριά σε ψησταριά για να γευθούν μεζέδες να τσουγκρίσουν τα ποτήρια τους με τον κόσμο και να ανταλλάξουν ευχές για τον καινούργιο χρόνο। Μάλιστα πολλοί επισκέπτες της πόλης τις ημέρες εκείνες απόλαμβάνουν μαζί με τους ντόπους το μεγάλο πανηγύρι και απολαμβάνουν αυτό μεγάλο γλέντι।Όπως έμαθα, το έθιμο αυτό άρχισε τελευταία να εξάγεται και στις γειτονικές πόλεις.

Φωτογραφίες
1.- Τα ταβερνάκια της αγοράς
2.- To οπωροπωλείο Ελ. Καμπουράκη & Θ. Καπέλη στην οδό Εμπορίου.
3. Το κρεωπείο του Μπένου στην οδό Εμπορίου στολισμένο με τα σφάγειά τουτ.
4.- Παντοπωλκείο των Αδελφών Μαρτίου στη γωνία Εμπορίου & Κύπρου με την πραμάτια του.
5.- Το κρεοπωλείο του Κίστσου στην οδό Εμπορίου.
6. Το οπωρροπωλείο του Βουτσινά.
7.-Ένα μικρό διάλειμα και πολύ κέφι κρεοπωλών μπροστά από το κρεοπωλείο του Κεκετζή (φωτ. Αγγέλας Γιαννακίδου - Λαογραφικό Μουσείο Θράκης).
8.-Ψησταριά μπροστά στο Δημαρχείο (31.12.2008).
9.-Ζουρνάδες και νταούλια δίνουν τον τόνο του γλεντιού (31.12.2008).
10.-Και άλλη ψησταριά στην Λεωφ. Δημοκρατίας (31.12.2008)
11.-Το κρασί τρέχει άφθονο, αδειάζουν τα βαρέλια και ανεδβαίνει το κέφι στα ύψη ( 31.12.2007)
12.- Όλος ο κόσμος δοκιμάζει τους μεζέδες από τις δεκάδες ψησταριές που υπάρχουν σε όλα τα σημεία της πόλης.
13.-Οι επίσημοι παρόντες και αυτοί μστην ψησταριά μπροστά στην Αστυνολμία (31.12.2007)
14.-Γλέντι χωρίς ζουρνάδες, κλαρίνα και νταούλια δεν γίνεται (31.12.2008)
15.- Στο πεζόδρομο του ταχυδρομείου το καφενείο του Θωμά συμμετέχερι στο γλέντι (31.12.2007). 16.- Το μανάβικο του Ρακιτζή στην οδό Εμπορίου (24.12.1968)
17.- Το κρεοπωλείο Βουτσινά στην Εμπορίου.
18.- Τα ταβερνάκια στους παράδρομους της Εμπορίου ήταν γεμάτα. Κάποιοι τό έριχναν στο πιοτό και έτρεχαν την τελευταία στιγμή να ψωνίσουν για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι.
18α.- Παρόντα στην αγορά από το πρωϊ και τα μικρά παιδιά για να ψάλλουν τα κάλαντα (Φωτ. εφηξμερίδα "Ριζοσπάστης" 2.0.2001
19.- Μοσχοβολούν πάνω στα κάρβουνα οι χοιρινές πριζόλες.
20.- Η ταβέρνα του Χατζή προπολεμικά.
20.- Και η οδός Εμπορίου σήμερα τίποτε δεν θυμίζει κάτι από τα παλιά.







2 σχόλια:

  1. Ευχαριστούμε πολύ για το τόσο ευχάριστο ταξίδι στην ιστορία της πόλης της Αλεξανδρούπολης και της ευρύτερης περιοχής. Συγχαρητήρια!!!
    Δέσποινα Κασαμπαλή

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μήπως πρέπει να ξαναγυρίσουμε στις ρίζες μας για να διαπιστώσουμε ποιοι πραγματικά είμαστε; Καλά κάνεις και μας τα θυμίζεις. Είμαι κομμάτις της ιστορίας αυτής της πόλης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή