Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Έκθεση Μητροπολίτου Αίνου προς τον Πατριάρχη της 31 Ιουλίου 1887

Στη βιβλιοθήκη της Ελληνικής Βουλής (με αριθμό φακέλου 434) διασώζεται ένα αντίγραφο της από 31 Ιουλίου 1887 επιστολής του Μητροπολίτη Αίνου Άνθιμου προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, από την οποία προκύπτουν πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές για την κατάσταση που επικρατούσε την εποχή εκείνη στο Δεδέαγατς. Ίσως είναι από τα λίγα γραπτά κείμενα που αναφέρονται με τόση λεπτομέρεια για τα όσα συνέβαιναν την εποχή εκείνη στην νεοσύστατο κοινότητα του Δεδέατας (την αποκαλεί «Δεδαγάτς»). Η επιστολή αυτή δημοσιεύθηκε αυτούσια και στον 23ο τόμο (έτους 1958) του «Αρχείου του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού».

Το κλίμα μέσα στο οποίο γράφηκε η επιστολή:

Στα 1885 αποσπάστηκαν από τη Μητρόπολη Μαρώνειας και προσαρτήθηκαν στη Μητρόπολη Αίνου τα χωριά που αυτή ήλεγχε στους παλιούς Καζάδες της Mάκρης και των Φερών στη δυτική όχθη του Έβρου. Ανάμεσα στα 13 συνολικά χωριά που προσαρτήθηκαν στην Μητρόπολη Αίνου συγκαταλέγετο και η νεοσύστατος κοινότητα του Δεδέαγατς.



Άποψη του λιμανιού του Δεδέαγατς για το οποίο
ενδιαφερότανε οι Βούλγαροι.



Είναι η εποχή (1875) που στην Τουρκία επιδεινώνεται ανησυχητικά η κατάσταση με την όξυνση του «Ανατολικού ζητήματος». Η Ελληνική Κυβέρνηση ιδρύει Υποπροξενείο στο Δεδέαγατς προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντά της στον νευραλγικό χώρο της Θράκης. Στο Δεδέαγατς που αναπτύσσεται και εξελίσσεται σε συγκοινωνιακό και εμπορικό κόμβο διορίζεται στις 17 Φεβρουαρίου 1876 υποπρόξενος ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, «τελειοδίδακτος Νομικής», ο οποίος εγκαθίσταται στο Δεδέαγατς στις 16 Μαΐου 1877. Ακολουθεί o Ρωσοτουρκικός πόλεμος τον Απρίλιο του 1877 κατά τον οποίο ηττούνται τα τουρκικά στρατεύματα και οι Ρώσοι μαζί με εθελοντές Βουλγάρους, φθάνουν μέχρι το Αιγαίο. Ακολουθούν διώξεις από τους Βουλγάρους των Οθωμανών της βόρειας Θράκης και καραβάνια Οθωμανών προσφύγων φθάνουν στο Δεδέαγατς.
Ήδη από το 1872 η Σύνοδος του Πατριαρχείου που συνήλθε στη Κωνσταντινούπολη είχε κηρύξει σχισματικούς τους Βούλγαρους για την ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Και η Βουλγαρία εντείνει τις προσπάθειές της για την έξοδο στο Αιγαίο με την προσάρτηση της νέας πόλις που είχε δημιουργήσει ο σιδηρόδρομος στο Θρακικό Πέλαγος, το Δεδέαγατς.



Ο Μητροπολίτης Αίνου κ.κ. Άνθιμος Τσάτσος




Στο Πατριαρχείο φθάνουν πληροφορίες ότι σχηματικοί Βούλγαροι του Δεδέαγατς «…διενεργούσιν προς ανέγερσιν Εκκλησίας και Σχολείου Σχισματικών» που αναγκάζουν τον Πατριάρχη με το αριθμ. 297 από 22 Ιουλίου 1887 έγγραφό του να ζητήσει από τον Μητροπολίτη Αίνου να μεταβεί στο Δεδέαγατς για την εξακρίβωση «…..των πληροφοριών αυτών, να ενεργήσει τα δέοντα και να γνωστοποιήσει όλες τις ενέργειές τους στο πατριαρχείο».

Η επιστολή

Η επιστολή είναι μακροσκελής και για τον λόγο αυτό παρακάτω παρατίθενται μερικά μόνο αποσπάσματα που θεωρήθηκε ότι περιγράφουν με λεπτομέρεια τη ζωή της πόλης την εποχή εκείνη. Σημειώνεται ότι είναι από τα λίγα γραπτά που έχουν διασωθεί από την εποχή εκείνη, μεταξύ των οποίων των Ελληνικών Προξενείων Αδριανουπόλεως και Αίνου καθώς και των Μητροπόλεων Μαρώνειας και Αίνου. Μετά τα διαδικαστικά και τις προσφωνήσεις ο Μητροπολίτης Αίνου κ. κ. Άνθιμος αναφέρει:

« ……..Πριν ή μοι αγγελθώσι τα ειρημένα παρά της Μητρός Εκκλησίας έσχον καγώ αδεσπότους τινάς πληροφορίας περί των εν Δεδεαγάτς ενεργειών των Σχισματικών και έσπευσα όπως ακριβείς και θετικάς πληροφορίας περί τούτων λάβω. Και δη αι των Σχισματικών ενέργειαι προς ίδρυσιν Εκκλησίας και Σχολείου εις Δεδέαγατς έχουσι αρχήν των απ΄ αυτής ιδρύσεως του Δεδέαγατς. Κυρίως όμως ήρξαντο αι ενέργειαι αυτών να λαμβάνουν οντότητά τινά και υπόστασιν από της Κατοχής του Δεδέαγατς υπό των Ρώσσων, οπότε μάλιστα αναχωρούντες εκείθεν οι Ρώσσοι παρέδωκαν είς τινα ομογενή, δυστυχώς, 30 οθωμανικάς λίρας δι΄ αγοράν οικοπέδου προς ανέγερσιν Εκκλησίας και Σχολείου Βουλγαρικών………».



Διανομή γάλακτος από τον μουσουλμάνο γαλατά στο Δεδεαγάτς

".....Η δε από της Μητρός Εκκλησίας αποσκίρτησις των μικρών τούτων χρονολογείται από του 1870 και τι πρότερον. Έκτοτε ούτε τον εις Κύριον εκδημήσαντα προπρώην Μαρωνείας κ. Άνθιμον, ούτε τον από Μαρωνείας εις Νικόπολιν της Ηπείρου μετατεθέντα κ. Ιερώνυμον, ούτε εμέ, μετά την προσάρτισην του χωρίου Δεδέαγατς-Φερρών εις την ιεράν Μητρόπολιν Αίνου ανεγνώρισαν. Από δε της επισκέψεως των μικρών τούτων, ούτε του Δεδέαγατς εξαιρουμένου, γενομένης το 1879 υπό του Σχησματικού Συνεσίου του εδρεύοντος τότε εν μέση Αδρ/λει, άρχονται αι μεγαλύτεραι και σφοδρότεραι παμβουλγαρικαί Σχησματικαί αυτών ενέργειαι……».

«…….. Ο μεν αριθμός των εν Δεδέαγατς Βουλγαρικών οικογενειών υπέρ τας 25 εκ των καθημέραν μετοικιζομένων εκ των πέριξ Βουλγαρικών χωρίων. Αι δε οικογένεια αύται έχουσαι αρχηγόν τον εν λόγω Καλογιαννόπουλον εκ Δουάν-ασάρ, διανοούνται ν΄ ανεγείρωσιν εκκλησίαν και Σχολήν. Εγώ δε σκεφθείς λίαν ωρίμως επί τούτου έγνων, ότι ούτε καλόν ουδέ συμφέρον εν γένει είναι να δώσω αφορμήν εις την εν Δεδέαγατς διοίκησιν περί τούτου, άτε δη γνωστού τοις πάσιν όντος, ότι η ανέγερσις εκκλησιών και χωρίων ουδενί επιτρέπεται ειμί πρότερον εκδοθή αυτοκρατορικόν φιρμάνιον. Πλην τούτου ήθελον κάμει τους Σχησματικούς έτι μάλλον απαιτητικούς και τολμηρότερους έχοντας προς τούτο υπέρ αυτών, ότι εις πέντε ή δέκα ξένους, αχθοφόρους Αρμενίους, επετράπη ν΄ ανεγείρωσιν εκκλησίαν εν Δεδέαγατς, ημίν δε, θα έλεγον, αποτελούσι την πλειοψηφίαν Δεδαγάτς δεν θα επιτραπεί η ανέγερσις ευκτηρίου οίκου και σχολείου; ……»

Στη συνέχεια υποβάλει στον Πατριάρχη κάποιες σκέψεις του για να προληφθούν οι περαιτέρω ενέργειες των Σχησματικών στη περιοχή:



Το Ρωσικό Προξενείο στη παραλία του Δεδέαγατς.




«…… Α΄.- Να δυνηθή η Μήτηρ Εκκλησία να πείση τους υψηλούς Υπουργούς της σεβ. Αυτοκρατορικής Κυβερνήσεως, ότι σκοπός κύριος και μόνη πρόθεσις των Σχησματικών δεν είναι το ότι στερούνται ευκτηρίου οίκου, αλλ΄ έχουσι ανάγκην θύρας προς το Αιγαίον και ως τοιαύτην εξέλεξαν το τμήμα Δεδέαγατς Φερρών…….»..

Χρόνια αργότερα, το 1913, όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν το Δεδέαγατς έκτισαν δικό τους ξύλινο (Σχισματικό) Ναό , αυτόν του Αγίου Ελευθερίου, στη θέση του οποίου το 1953 αναγέρθηκε πέτρινος ομώνυμος Ναός.

«Β΄.- Επειδή εκ των 15 χωρίων του τμήματος Δεδαγάτς Φερρών δύο εισί καθαρώς ομοιογενή, το Πασμακτζή και το Καβατζήκι, (Λευκίμη) το δε τρίτος Ρουμτζίκι (Δορίσκος) έχει Βουλγάρους, καίτοι εισέτι ισχύει το ελληνικόν στοιχείον και παρέχουσι τω μητροπολίτη Αίνου μικράν τινα επιχορήγησιν, η οποία μόλις σχεδόν εξισούται με την δαπάνην την οποίαν υφίσταται ο μητροπολίτης επισκεπτόμενος αυτά, τα δε λοιπά χωρία, δώδεκα τον αριθμόν, όλως Βουλγαρικά και αριθμητικώς πολυπληθέστατα, ουδέν παρέχωσι τω Μητροπολίτη ως αποσκιρτημένα προ πολλού. Το δε Δεδαγάτς και αι Φέρραι (αι οποίαι εξ 130 – 135 οικογενειών Χριστιανικών μόλις αριθμούσι 15-20 ομογενείς οικογενείας) ουδέ οβολόν προσφέρουσι ως επιχορήγησιν, δια ταύτα ουδέν απολύτως, δύναται ο κατά καιρούς μητροπολίτης να πράξη αποτελεσματικόν και σωτήριον κατά των ενεργειών των σχηματικών. Διότι διαρκώς ή και επί 6 μήνας συνεχής διαμονή εν Δεδαγάτς απαιτεί δαπάνην ημισείας οθωμαν. Λίρας, τουλάχιστον καθημέραν. Η δε εκ 13 χιλ. γρ. επιχορήγησις, ήν λαμβάνει κατ΄ έτος ο μητρ. Μετά πολλών βασάνων, οι 15 ιερείς ους έχει εν τη επαρχία του και αι 4ο περίπου άδειαι γάμου ας εκδίδει κατ΄ έτος μόλις εξαρκούσι να ζή εν άκρα οικονομίαν καθήμενος εν Αίνω…..….».



Ερήπια παλιάς εκκλησίας στην Αίνο σήμερα.




« Γ΄.- Η Μήτηρ Έκκλησία θα θελήση να ιδρύση εν Δεδαγάτς επισκοπήν ανεξάρτητον, περιλαμβάνουσαν τα περί ών ο λόγος χωρία του τμήματος Δεδαγάτς – Φερρών της Μάκρης εκ της επαρχίας Μαρωνείας, χωρία τινα εκ της επαρχίας Διδυμοτείχου και εκ Ουζούν – Κιοπρού της επαρχίας Ήρακλείας. Τα ψυχία ταύτα ουδεμίαν αίσθησιν ποιήσονται τοις προειρημένοις μητροπολίταις. Άλλως ανωφελώς όλως ‘εσεται πάσα άλλη προσπάθεια δια των ημιμέτρων αποφάσεων, αίτινες αείποτε απέβησαν μάταιαι και μάλιστα λίαν επιβλαβείς……».

Στη συνέχεια ο Μητροπολίτης Αίνου κ.κ. Άνθιμος αναφέρεται στις δύο επισκέψεις του στο Δεδαγάτς και στο τι αντιμετώπισε κατ΄ αυτές από τους κατοίκους της πόλις, και εισηγείται ουσιαστικά την απόσχιση του Δεδέαγατς από τη Μητρόπολη Αίνου και την δημιουργία νέας Μητρόπολης, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα έξοδα που απαιτούνται για να εξασκεί τα καθήκοντά του και στη περιοχή αυτή. Κυρίως όμως αναφέρεται στη μη δημιουργία μέχρι την εποχή εκείνη συμπαγούς ελληνικής κοινότητας καθ΄ ότι έχουν εισρεύσει πολίτες από τα «τέσσερα άκρα του κόσμου», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, καταρρίπτοντας τον μύθοι ότι οι πρώτοι κάτοικοι του νεοσύστατου οικισμού ήταν κάτοικοι της Αίνου, στους οποίους ουδόλως αναφέρεται ο Μητροπολίτης. Διότι αν όλοι ή οι περισσότεροι κάτοικοι του οικισμού αυτού ήταν από την Αίνο, θα ήταν τιμή για αυτούς να φιλοξενίσουν τον Μητροπολίτη τους ή τουλάχιστον να τον ενισχύσουν στο έργο τους. Και ασφαλώς θα ανέφερε ο Μητροπολίτης ότι «πλην των συμπατριωτών μου εξ Αίνου, ουδείς άλλος …..» κ.λ.π.. Εκτός και αν και οι εξ Αίνου καταγόμενοι αδιαφορούσαν για την προσπάθεια του Μητροπολίτη τους! Αυτό άλλωστε ενισχύεται και από «κατάλογο των εν Δεδεαγατσίω παρεπιδημούντων Ελλήνων με τα ενδεκτικά της ελληνικής Ιθαγενείας έγγραφα» του 1874 που δημοσίευσε η Καλλιόπη Παπαθανασίου – Μουσιοπούλου στο έργο της «Αλεξανδρούπολη και Θρακικός Ελληνισμός», (σελ. 12, 13, έκδοση Πιτσιλός 1986), όπου δεν αναφέρεται κανένας ως καταγόμενος από την Αίνο.


Ξενοδοχείο (χάνι) στο Δεδέαγατς




«…...Δις επισκεφθείς το Δεδεγάτς ηναγκάσθην να καταλύσω εις το ξενοδοχείον, ένθα επλήρωνον ημίσειαν λίραν καθεκάστην μόνον δια τροφήν και κλίνην προς ύπνον. Δι΄ οικίαν κατοικήσιμον οπωσούν εν Δεδαγάτς απαιτούνται 50 τουλάχιστον οθωμ. Λίραι ετησίως απίστευτος δε υπάρχει και η των τροφίμων υπερτίμησις. Ώστε καθικετεύων την μητέρα Εκκλησίαν ίνα άρη απ΄ εμού το φορτίον τούτο, δεν προάγομαι, ως φθάς είπον, προς τούτοι ίνα αποφύγω τους κόπους, αλλά δια την εμήν ένδειαν και αυτό το συμφέρον του εκεί τμήματος. Παραλείπω δε να προσσθέσω, ότι το να καταλύη ο μητροπολίτης εις το ξενοδοχείον δεν συνάδει ποσώς εις την αρχιερατικήν αξιοπρέπειαν. Η αρτισύστατος πόλις Δεδεαγάτς δεν δύναται εισέτι να θεωρηθεί ως Κοινότης συμπαγής των αυτών ηθών και εθίμων και των αυτών τάσεων και πόθων. Διότι οι κάτοικοι αυτής συνήχθησαν εκεί εκ τεσσάρων άκρων του κόσμου, μέχρις ού δε σχηματισθή όλον τι συμπαγές και ομοιόμορφον θα παρέλθωσι γενεαί. Και αν, επί παραδείγματι, ήθελε τις ζητήσει επιχορήγησιν αμέσως θ΄ ακούση, ότι ο μεν πληρώνει εις την πατρίδα του Ήπειρον, ο δε εις Μιτυλήνην, ο τρίτος εις Διδυμότειχον, έτερος εις Βάρνην και Φιλιππούπολιν και άλλος αλλαχού. Τούτο είναι και το πραγματικόν αίτιον, δι΄ όπερ ο πρώην Μαρωνείας, νυν δε Νικοπόλεως δεν ηδυνήθη να επιβάλη εν διαστήματι όλης δεκαετίας περίπου, επιχορήγησίν τινα οιανδήποτε εν Δεδεαγάτς……»

Στη συνέχεια ο Μητροπολίτης Αίνου κ.κ. Άνθιμος αφιερώνει μεγάλο μέρος της επιστολής του στο έργο των διορισμένων από την Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα Κωνσταντινούπολης Εποπτών για τους οποίους αναφέρει ότι:

«…...οίτινες, δια πάσαν άλλην ίσως εργασίαν θα ετύγχανον επιδεκτικοί, ουχί όμως και αρμόδιοι και ικανοί να εποπτεύωσι και διευθύνωσι την κατά επαρχίας πνευματικών προόδων και αναπτύξαν. Σίτινες, κατά αμήν τουλάχιστον κρίσιν, ενεργούνται υπό τας αμέσους εμπνεύσεις της διευθύνσεως του Γραφείου της εν Εκών/λέει Αδελφότητος, ουδών έτερον κατόρθωσαν ή να δημιουργήσωσι κράτος εν κράτει υφαρπάζοντες και τα μόνα εναπολειπόμενα τοις κατ΄ επαρχίας αγίοις Αρχιερεύσιν, δηλαδή την εποπτείαν και επαγρύπνησιν επί της πνευματικής μορφώσεως της ομογενούς νεολαίας εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, την επιρροήν επί του πνεύματος του Χριστιανού και ολοσχερώς να χαλαρώσωσι τους απ΄ αιώνων υπάρχοντας ιερούς δεσμούς μεταξύ πνευματικού πατρός και του ποιμνίου και ούτως άρδην να χαλαρώσωσιν αυτούς, οίτινες σωτηριωδώς συνέδεσαν ποιμαίνοντας και ποιμενομένους…..».

Και αφού αναπτύσσει διεξοδικά γιατί πρέπει η μόρφωση και η εκπαίδευση των ελληνοπαίδων να ανατεθεί στην τοπική Εκκλησία, καταλήγει την επιστολή τους ως εξής:

Ο Αγιος Στέφανος, εικόνα με εκατόν δέκα μορφές από τη ζωή του Αγίου.
Αίνος, 1788. Αφιέρωμα του νεομάρτυρα Στέφανου που μαρτύρησε το 1821.
(Αλεξανδρούπολη «Εκκλησιαστικό Μουσείο»)




«…..Θα ήτο δε όλως παράδοξον και υπερφυές τι το πιστεύειν αφελώς, ότι ο διευθυντής του Γραφείου της Αδελφότητος Κων/πόλεως δια του ιατρικού του μικροσκοπίου και ο επόπτης δια της σιδηροδρομικής του εποπτείας εγνώρισαν τας αληθείς και προγραμματικάς ανάγκας των ομογενών Χριστιανών και ότι μετά πλείονος ζήλου εργάζονται, παρ΄ ότι αυτοί οι πατέρες, των τέκνων, αυτός ο αρχιερεύς προς ον εισίν εμπιστευμένα τα τιμαλφέστατα ή θρησκεία και η πατρίς.
Εξαιτούμαι μυριάκις ευσεβάστως συγγνώμην, αν ή παρέκβασις αύτη, ήν εθεώρησα καθήκον σπουδαίον, θεωρηθή όλως άσχετος εν τη προκειμένη υποθέσει. Επί πάσι δε τούτοις επικαλούμενος ευσεβάστως τα πατρικάς ευχάς και ευλογίας της υμετέρας θειοτάτης Παναγιότητας υποδιατελώ βαθυσεβάστως. Εν Αίνω τη 31 Ιουλίου 1887 (ύ) ο Αίνου Άνθιμος».

Στο τέλος της επιστολής αυτής και μετά την υπογραφή του Μητροπολίτη υπάρχει σημείωση ανυπόγραφος του ιδίου η οποία έχει επισυναφθεί στην ίδια έκθεση – επιστολή και έχει ως εξής:

«Πολύ θα συνέτεινεν εις τας ενεργείας του Αίνου και ο εν Δεδαγάτς Έλλην πρόξενος. Επειδή πολλοί υπήκοοι Έλληνες έχοντες επιρρροήν και ισχύν ως εκ του εμπορίου των επί των σχηματικών χωρίων, οδηγούμενοι υπό του Έλληνος προξένου μεγάλως θα υποβοήθουν τας ενεργείας του Αρχιερέως. Αλλά δυστυχώς η Ελληνική Κυβέρνησις προ τριών ετών διατηρεί το μέρος τούτο άνευ Έλληνος Προξένου και ίσως έχει αύτη πολλάς απαιτήσεις παρά της μητρός Εκκλησίας, ενώ αύτη κοιμάται υπό Μανδραγόραν. Επειδή δε η θέσις Δεδαγάτς είναι σπουδαίως επίκαιρος και τυγχάνει ο σκοπός των σχησματικών, και ο ίδιος έγνων και παρά των εκείσε επισημοτέρων εμπόρων ήκουσα, ότι ο εν Δεδαγάτς πρόξενος δέον να ή σπουδαίον πρόσωπον…».

Ποιος ο συγγραφέας της επιστολής.



Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος Ζ΄ ( 1895 - 1897 )
κατά κόσμον Άγγελος Τσάτσος, πρώην Μητροπολίτης Αίνου.




Ο Άνθιμος Ζ΄ (κατά κόσμον Άγγελος Τσάτσος) διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 1895 ως το 1897. Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1827 και 1832 στο χωριό Πληβίτσα Φιλιατών Ηπείρου. Ασχολήθηκε στην αρχή με το εμπόριο, αλλά γρήγορα φάνηκε η κλίση του προς τα εκκλησιαστικά. Χειροτονήθηκε διάκονος, μετονομάστηκε σε Άνθιμος και το 1856 μπήκε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης απ΄ όπου αποφοίτησε με άριστα και επέστρεψε στα Γιάννενα, όπου υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας, αλλά και καθηγητής της Ζωσιμαίας Σχολής. Το 1869 εξελέγη Μητροπολίτης Παραμυθιάς, το 1886 έγινε Μητροπολίτης Αίνου και το 1888 Μητροπολίτης Αγχιάλου, θέση από την οποία επαύθη, ή κατ' άλλους δεν δέχτηκε. Το 1893 εξελέγη Μητροπολίτης Κορυτσάς και το 1894 Λέρου και Καλύμνου. Τέλος, στις 20 Ιανουαρίου 1895 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, μετά την παραίτηση του προκατόχου του Νεοφύτου Η΄. Κατά τη διάρκεια της Πατριαρχίας του κτίστηκε το νέο κτίριο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και έγιναν τα εγκαίνιά του στις 6 Οκτωβρίου 1896. Έστειλε αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μόσχα, η οποία παρέστη στην τελετή στέψης του τελευταίου Τσάρου της Ρωσίας Νικολάου Β΄. Ο Άνθιμος παρασημοφορήθηκε από το Σουλτάνο και από τον Τσάρο. Εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 29 Ιανουαρίου 1897 μετά από διετή μόλις Πατριαρχία, καθώς έχασε την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Ιεράς Συνόδου. Κατόπιν αποσύρθηκε στη νήσο Αντιγόνη, όπου ασχολήθηκε με συγγραφικό έργο, και κατόπιν στο Σισλή, όπου και πέθανε στις 5 Δεκεμβρίου 1913.