Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Το παρασκήνιο ενσωμάτωσης της Θράκης!

Mε τη λήξη του Α’ Μεγάλου Πολέμου, το Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι (Ιαν 1919 – Ιαν. 1920) κλήθηκε να επιλύσει τα προβλήματα που άφησε ο πόλεμος αυτός. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήδη στις 30 Δεκεμβρίου 1918 υπέβαλλε στο συνέδριο τις νόμιμες και ιστορικώς δικαιωμένες θέσεις της Ελλάδας επί της Δυτ. Θράκης, της Β. Ηπείρου, της Δυτ. Μικράς Ασίας, της Ίμβρου, της Τενέδου, των Δωδεκανήσων και της Κύπρου. Για την περίπτωσή μας, τη Θράκη, πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα βιβλιαράκι γραμμένο στη γαλλική από κάποιον Dίodore, ψευδώνυμο προφανώς Έλληνα διπλωμάτη, όπου προβαλλόταν η ελληνικότητα της Δυτ. Θράκης δια μέσου των αιώνων και εγένετο χρήσιμη συναγωγή συμπερασμάτων. Τίτλος του μικρού αυτού έργου: Le caractere hellenίque de vίlayet d’Adrίnople a travers l’hίstoίre, Parίs 1919.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Η ελληνική αντιπροσωπεία κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση των εθνικών θεμάτων εν μέσω των ποικίλλων ευρωπαϊκών και αμερικανικών συμφερόντων, που επηρέαζαν καθοριστικώς τις ελληνικές διεκδικήσεις. Για τη Θράκη ο Βενιζέλος ζητούσε τη γεωγραφική ζώνη από την κορυφή του όρους Κούλα που έφθανε ως την Αδριανούπολη, τον ποταμό Τούνζα ως τον Άγιο Στέφανο, το γνωστό προάστιο της Κωνσταντινουπόλεως. Αρχικά οι αντιπρόσωποι των Γαλλίας, Γκαμπόν (Gambon), Αγγλίας Κρόου (Crowe), Αμερικής Ντέι (Day) δέχθηκαν την ελληνική πρόταση, αλλά υπό τον όρο να δοθεί στη Βουλγαρία εμπορική έξοδος στο Αιγαίο, στο Δεδέαγατς, στην Καβάλα ή στη Θεσσαλονίκη. Δέχθηκαν μάλιστα οι Σύμμαχοι την άμεση προσάρτηση της Ανατ. Θράκης. Ο Γάλλος μάλιστα Γκαμπόν θύμισε ότι η γραμμή που πρότεινε ο Βενιζέλος ήταν περίπου ίδια με αυτή της συνθήκης του Αγ. Στεφάνου το 1878 που δημιούργησε για 4 μήνες, και μόνο στα χαρτιά, τη μεγάλη Βουλγαρία.




Η Αλεξανδρούπολη (Δεδέ Αγάτς) κατά την εποχή της Βουλγαρικής κατοχής।





Στο μεταξύ, στη Θράκη το Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο (CUP) των Τούρκων εθνικιστών πρόβαλλε την αυτονομία της Δυτ Θράκης και φυσικά αρνούνταν κάθε ιδέα παραχωρήσεως στην Ελλάδα ή την Βουλγαρία υπό την επιθυμητή βρετανική προστασία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός μάλιστα εξακολουθούσε να είναι οπλισμένος, ενώ η Βουλγαρία διατηρούσε ένοπλες ομάδες στη Δ. Θράκη και στην Α. Μακεδονία, τις οποίες ο στρατηγός Παρασκευόπουλος ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει, μολονότι οι Ιταλοί τις βοηθούσαν παντιοτρόπως. Ως και το ενδεχόμενο ιταλοελληνικής συρράξεως στη Δ. Θράκη φοβούνταν ορισμένοι παρατηρητές στη συνδιάσκεψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχές Μαρτίου οι Ντέι, Γκαμπόν, Κρόου δέχτηκαν την πρόταση του Βενιζέλου να παραχωρηθεί ολόκληρη η Δ. Θράκη στην Ελλάδα, παρά τις σφοδρές επιφυλάξεις του ανθέλληνος διπλωμάτη Καστόλντι (Castoldί). Ένα άλλο ζητούμενο κατά τις συζητήσεις ήταν η εξασφάλιση των θρησκευτικών και άλλων δικαιωμάτων του μουσουλμανικού στοιχείου της Δ. Θράκης. Επί του προκειμένου, η ελληνική αντιπροσωπεία υπενθύμιζε τη βούληση των μουσουλμάνων βουλευτών της βουλγαρικής Εθνοσυνελεύσεως (Sobranje) να παραχωρηθεί η Δ. Θράκη στην Ελλάδα, δεδομένων των βουλγαρικών θηριωδιών στη Δ. Θράκη σε βάρος των μουσουλμάνων.



Πρόσφυγες της Θράκης επιστρέφουν στα σπίτια τους



Η θέση της Αμερικής, τον Ιούλιο του 1919, κατέστη αρνητική και επικίνδυνη για την Ελλάδα, αφού πρότεινε να περιέλθει η Δ। Θράκη στη Βουλγαρία। Πολύ πιθανή ήταν εδώ η παρέμβαση και οι συμβουλές του Αμερικανού επιτετραμμένου στη Σόφια Μέρφι (Murphy), γνωστού φιλοβούλγαρου, που προσκόμισε στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού έγγραφα υπερβαλλόντως φιλοβουλγαρικά για τη Θράκη, τη Δοβρουτσά, τη Μακεδονία. Ο Βενιζέλος αντέδρασε αμέσως υποστηριζόμεvoς αυτή τη φορά από τον Ιταλό ομόλογό του Τιτόνι (τέλη Ιουλίου 1919). Η νέα αυτή εξέλιξη διαφοροποίησε, επομένως, και τις θέσεις των άλλων ευρωπαϊκών κρατών: η Αγγλία πρότεινε αυτόνομο Θρακικό Κράτος στα όρια του ελληνικού κράτους (Αύγ. 1919), αλλ’ η πρότασή της απορρίφθηκε από τους Αμερικανούς διπλωμάτες. Η Γαλλία πρότεινε συμβιβαστικώς ίδρυση ελευθέρου κράτους στο Δεδέαγατς, στο οποίο Θα συμπεριλαμβάνονταν και τμήματα της Δυτ. Θράκης με Βουλγαρικές μειονότητες. Τη λύση αυτήν ευνοούσε η Αμερική με τον αντιπρόσωπό της Πολκ (Polk), αλλά και ο Βενιζέλος που υπολόγιζε ότι έτσι θα προσαρτούσε την Ανατ. Θράκη στην Ελλάδα και τμήμα μεταξύ ελληνικών συνόρων, Μάκρης και Αιγαίου. Σημειώτεον ότι η αμερικανική πολιτική στόχευε στη διευθέτηση του Θρακικού ζητήματος, ύστερα από τον προσδιορισμό των ορίων του κράτους της Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο την ενδιέφερε πρωτίστως.



Ο Ελληνικός στρατός στη Θράκη





Και ενώ αναμενόταν η υπογραφή οριστικής συμφωνίας, ο Αμερικανός πρόεδρος Ουίλσον (Wίlson), με μήνυμά του στις 28 Αυγ. 1919, αντιπρότεινε αιφνιδιαστικώς να δοθεί στην Ελλάδα μόνον η περιοχή Ξάνθης Κομοτηνής, δηλ. το Ι/8 της Δ. Θράκης. Η υπόλοιπη θα περιερχόταν στη Βουλγαρία, ενώ η Νοτιοδυτική και ολόκληρη η Ανατολική στο Κράτος της Κωνσταντινουπόλεως. Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό ότι η Αμερική, με το από 21 Ιουλίου υπόμνημά της, μολονότι αναγνώριζε την ελληνική υπεροχή στη Δ. Θράκη πριν από τον πόλεμο, τη φυγή και την αιχμαλωσία του ελληνικού στοιχείου από τους Βουλγάρους, εκτιμούσε, ωστόσο, ότι δεν έπρεπε να αδικηθεί η Βουλγαρία, για την οποία επιμόνως συνιστούσε διέξοδο προς το Αιγαίο. Αντιθέτως, οι Άγγλοι, Γάλλοι και Ιάπωνες (που συμμετείχαν στη Συνδιάσκεψη) υποστήριζαν, με δικό τους υπόμνημα, τις ελληνικές απόψεις, επισημαίνοντας ότι η Βουλγαρία δεν έχει κανένα δικαίωμα επί της Δ. Θράκης. Στο ίδιο υπόμνημά τους κατηγορούσαν τη Boυλγαρία για ωμότητες, βάρβαρη συμπεριφορά και αρπακτική διάθεση σε βάρος των γειτονικών της χωρών. Την απροκάλυπτη ανθελληνική αμερικανική πολιτική προσπάθησε να ανατρέψει ο Βενιζέλος με μήνυμά του προς τov πρόεδρο Ουίλσov, όπου τόνιζε ότι προέχει η εθνολογική υπεροχή των Ελλήνων της Δ. Θράκης από τα οικονομικά συμφέροντα της Βουλγαρίας. Η ελληνική διπλωματία κινητοποίησε παραλλήλως τους γερουσιαστές Κίνγκ (Kίng), Γκάρι (Gary), Σίβανσov (Sίvanson) και τους Έλληνες ομογενείς της Αμερικής για την άσκηση πιέσεων επί του Ουίλσov, τον οποίο φαίνεται ότι επηρέαζαν οι ανθελληνικοί(καθολικοί το Θρήσκευμα) κύκλοι του Ροβερτείου Κολεγίου Κωνσταvτιvoυπόλεως και οι μεγαλέμποροι καπνού, ανταγωνιστές των ελληνικών συμφερόντων.




Ανοικοδόμηση της Μάκρης μετά από τις καταστροφές των Βουλγάρων




Ευτυχώς, η Αμερικανική παρέμβαση απορρίφθηκε από τους Αγγλογάλλους και άρχισε, έτσι, νέος κύκλος διαπραγματεύσεων που οδήγησαν σε αδιέξοδο, οπότε η Δυτ। Θράκη ετέθη υπό καθεστώς διασυμμαχικής διοικήσεως. Έτσι, στις 18 Οκτωβρίου 1919, η 9n Ελληνική Μεραρχία υπό τη διοίκηση του Λεοναρδόπουλoυ κατέλαβε την Ξάνθη και τις επόμενες μέρες ο Γάλλος στρατηγός Σαρπί με τους στρατιώτες του την υπόλοιπη Δ. Θράκη, η οποία διαιρέθηκε σε τρεις περιφέρειες: Ξάνθη, Γκιoμουλτζίνα (Κομοτηνή), Καραγάτς (Ορεστιάδα) υπό τους Λεοναρδόπουλο, Ντορέ (Dore) και Poυντενσί (Roudency) υπό τη διοίκηση του Σαρπί. Οι περιφέρειες αυτές διαιρέθηκαν σε 6 υποδιοικήσεις υπό την ευθύνη Ελλήνων και Γάλλων στρατιωτικών συνεπικουρουμένων από Έλληνες και Τούρκους διοικητικούς υπαλλήλους. Συστήθηκαν, ωσαύτως, επιτροπές διαιτησίας για την επιστροφή των Ελλήνων προσφύγων, που σιγά σιγά επέστρεφαν μετά τη λήξη του πολέμου. Η διοίκηση της Δ. Θράκης ασκούνταν από ένα Πολιτικό και Διοικητικό Γραφείο και από ένα Ανώτερο Διοικητικό Συμβούλιο στο oπoίo μετείχαν 5 Έλληνες, 5 Τούρκοι και από ένας Αρμένιος, Ισραηλινός και Λεβαντίvoς και 2 Βούλγαροι. Η τάξη επανήλθε ταχέως στη Δ. Θράκη με τη ρύθμιση εκκλησιαστικών ζητημάτων, την οργάνωση της δικαιοσύνης, της οικονομίας, του εμπορίου. Κατά την περίοδο αυτήν πολύ σημαντική ήταν η συμβολή του Χαρισίου Βαμβακά, έμπιστου συνεργάτη του Βενιζέλου και εκ προσώπου της Ελλάδας στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, ο οποίος αντιμετώπισε στην Κομοτηνή την εργώδη προπαγάνδα για αυτονομία της δ. Θράκης, που ευνοούσε ο γαλλικός παράγοντας και στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Τζαφέρ Ταγιάρ, ο Ισμαήλ Χακίμ και ο Βούλγαρος Γκεοργκίεφ. Ο Βαμβακάς εργάστηκε εντόνως για την ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας, το άνοιγμα των ελληνικών εκκλησιών, την προώθηση, ως προέδρου του Ανώτατου Συμβουλίου, του Έλληνα Εμμ. Δουλά. Ο Βαμβακάς αντιμετώπισε επιτυχώς τη συμπεριφορά των Γάλλων, που ευνοούσαν τις βουλγαρικές θέσεις και προωθούσαν στις κατώτερες θέσεις Βούλγαρους υπαλλήλους που πλαισίωναν τους Γάλλους αξιωματούχους.




Ο Χαρίσιος Βαμβακάς






Τις προσπάθειες του Βαμβακά διευκόλυναν αφ’ ενός η επιστροφή χιλιάδων θρακών προσφύγων, που προσέδωσαν στη Δ। Θράκη την πραγματική ελληνική φυσιογνωμία της και αφ’ ετέρου η σταδιακή αποχώρηση του επήλυδος βουλγαρικού στοιχείου. Ο Βαμβακάς αντιμετώπισε τη φημολογία ότι η Δ. Θράκη θα παραχωρούνταν στη Βουλγαρία, τις τουρκικές βιαιοπραγίες σε βάρος Ελλήνων, τις γαλλικές παρεμβάσεις. Ενίσχυσε, ακόμη, την ελληνική παιδεία με την επαναλειτουργία των ελληνικών σχολείων και την επιστροφή των ελληνικών εκκλησιών στους νόμιμους κατόχους τους. Αυτονόητα η ελληνική δυναμική παρουσία στη Δ. Θράκη προοιωνιζόταν και την επερχόμενη ελληνική κυριαρχία, εφόσον αυτή ήταν και η επιθυμία της συντριπτικής πλειοψηφίας των μουσουλμάνων. Απέμεινε η στρατιωτική δράση από ελληνικής πλευράς, που εκδηλώθηκε στα μέσα Μαΐου του 1920. Προηγήθηκε, όμως, η συνθήκη του Σαν Ρέμο, το Μάιο του 1920, που όριζε, μεταξύ άλλων, την απόσυρση των γαλλικών δυνάμεων από τη Δ. Θράκη και την αντικατάστασή τους από τις ελληνικές δυνάμεις. Ο στρατηγός Λεοναρδόπουλος με την 9η μεραρχία των Ιωαννίνων κινήθηκε δραστήρια και στις 15 Μαΐου έφθασε σιδηροδρομικώς στο Κάραγατς (Ορεστιάδα) και το Πύθιο, η μεραρχία Σερρών υπό τον Ε. Ζυμβρακάκη απέκλεισε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία και συγκεντρώθηκε στη Κομοτηνή και τέλος η 12η μεραρχία Ξάνθης υπό τον Κ. Μαζαράκη Αινιάν αποβιβαζόταν στo Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη). Η μεραρχία Σμύρνης, αργότερα, στις 7 Ιουλίου, κατέλαβε την Ηράκλεια, τη Ραιδεστό και την Τυρολόη και λίγο μετά (10 Ιουλίου) το Λουλέ Μπουργκάζ και τη Χαριούπολη.







Ο Στρατηγός Ζυμβρακάκης με το επιτελείο του στο μέτωπο




Η στρατιά της Θράκης συνέχισε τη νικηφόρα πορεία της και τον επόμενο μήνα (Ιούνιος 1920) με τον Ζυμβρακάκη αιχμαλώτισε το στασιαστή Τζαφέρ Ταγιάρ, που μαχόταν κατά του σουλτάνου έχοντας στις τάξεις του και 12।000 Βούλγαρους στρατιώτες। Τον Ιούλιο του 1920 ο ελληνικός στρατός κατελάμβανε την Αδριανούπολη και ως τα τέλη του ίδιου μήνα είχε ολοκληρωθεί η κατάληψη ολόκληρης της Ανατ. Θράκης, εξαιρέσει μιας μικρής γραμμής στη Μήδεια Τσατάλτζα και της Θρακικής Χερσονήσου. Με τη συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλ./10 Αυγ. 1920) παραχωρήθηκε στην Ελλάδα και η Ανατολική με την Καλλίπολη ως την Τσατάλτζα. Η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά χαρακτηρίστηκαν ουδέτερη ζώνη υπό τον έλεγχο της διεθνούς συμμαχικής επιτροπής, ενώ η Βουλγαρία εξασφάλιζε το δικαίωμα της ελεύθερης διαμετακομίσεως στο λιμάνι του Δεδέαγατς, το oπoίo δικαίωμα δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή.








Είσοδος του Ελληνικού Στρατού στην Αδριανούπολη





Αμέσως άρχισε τo έργο της οργανώσεως ιδιαιτέρως στην Aν. Θράκη, όπου η ελληνική κυβέρνηση είχε ορίσει ως ύπατο αρμοστή έναν έμπειρο διπλωμάτη, τον Α. Σαχτούρη. Εκεί, επί μια διετία, η ελληνική διοίκηση έδειξε το καλύτερο πρόσωπό της, που διακόπηκε απότομα από τα γεγονότα της μικρασιατικής καταστροφής και την εκκένωση της Α. Θράκης από τους αρχέγονους πληθυσμούς της, βάσει του πρωτοκόλλου των Μουδανιών (28 Σεπτ./11 Οκτ. 1922).