Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Ιστορικά κτίρια της Αλεξανδρούπολης που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα

Β΄ Μέρος
Συνεχίζουμε την περιήγηση στα παλιά κτίρια της Αλεξανδρούπολης Πέρα από τα ιστορικά κτίρια που χάθηκαν οριστικά λόγω κατεδάφισης, (ο Θεός να τα αναπαύει στις φωτογραφίες που κοιμούνται αμέριμνα…), υπάρχουν και κάποια άλλα κτίρια, ιδιοκτησίας όλα του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., (ποιος ιδιώτης θα άφηνε να του κηρύξουν διατηρητέο το κτίριό του….), για τα οποία έχει ακολουθηθεί η διαδικασία της διατήρησής τους. Τα κτίρια αυτά είναι:

Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία
Η κατασκευή του ξεκίνησε επί Τουρκοκρατίας και διακόπηκε όταν οι Τούρκοι αποχώρησαν από τη Θράκη, κατά τους Βαλκανικούς πολέμους. Το εγκατέλειψαν σε κατάσταση καρά-γιαπί, χωρίς στέγη, με περιμετρικό μαντρότοιχο. Προοριζόταν για Ναυτική Σχολή ή Σχολή Αξιωματικών, κατ΄ άλλους για Γεωπονική Σχολή και κατ΄ άλλους για στρατιωτικό νοσοκομείο. Σύμφωνα με μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, τα σχέδια του κτίσματος έκαναν για λογαριασμό των Τούρκων Γερμανοί Μηχανικοί.
Από το 1928, μετά από ενέργειες τοπικών παραγόντων εξασφαλίσθηκαν οι σχετικές πιστώσεις από το Ίδρυμα Ζαρίφη στην Φιλιππούπολη για την αποπεράτωση του κτιρίου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως Διδασκαλείο. Τις εργασίες της ανακατασκευής και αποπεράτωσης επέβλεπε ο αρχιτέκτων του Υπουργείου παιδείας στη Γενική Διοίκηση Θράκης (Κομοτηνή) Κωνσταντινίδης, εργολάβος δε του έργου ήταν ο Αριστείδης Αλβανόπουλος. Κατά το σχολικό έτος 1930-1931 άρχισε να λειτουργεί ως Διδασκαλείο. Το 1934 ιδρύθηκε η Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία και εγκαταστάθηκε στο κτίριο αυτό. Τα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας της Παιδαγωγικής Ακαδημίας συστεγαζόταν και οι ανώτερες τάξεις του Διδασκαλείου, το οποίο εν όψει της ιδρύσεως των Παιδαγωγικών Ακαδημιών, δεν εδέχετο νέους μαθητές.

Προπολεμικά και τα πρώτα χρόνια μετά την κατοχή στο ισόγειο λειτουργούσε οικοτροφείο θηλέων και στον 1ο και 2ο όροφο ήταν οι αίθουσες της Ακαδημίας αλλά και του πρότυπου Δημοτικού Σχολείου। Στον αυλόγυρο και στη Ν.Α. γωνία υπήρχε ξύλινο κατασκεύασμα που χρησιμοποιείτο ως περιστερώνας, στη βάση του δε υπήρχαν δύο λίμνες η μικρή για χρυσόψαρα και η μεγάλη για πάπιες και χήνες Στο πίσω δυτικό μέρος ο χώρος από πολύ παλιά λειτουργούσε ως χώρος γυμναστικής στη δε βόρεια πλευρά είχε κατασκευαστή αίθουσα γυμναστικής. Μετά την δημιουργία των Πανεπιστημιακών Σχολών Δημοτικής Εκπαίδευσης και προσχολικής Αγωγής, που αντικατέστησαν τις παιδαγωγικές Ακαδημίες και την ανέγερση νέων εγκαταστάσεων στη Ν. Χιλή στο κτίριο παρέμειναν μόνο τα δύο πρότυπα Δημοτικά Σχολεία.

Το 1ο Δημοτικό Σχολείο.

Είναι το πρώτο κτίριο για τις ανάγκες της υποχρεωτικής εκπαίδευσης που κτίσθηκε έξω από τον περίγυρο του Αγίου Νικολάου. Κτίσθηκε το 1933-1935, επί Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου στο πλαίσιο ενός μεγάλου προγράμματος ανεγέρσεως Δημοτικών Σχολείων σε όλη τη χώρα. Εργολάβος του έργου αυτού ήταν ο Αλέξανδρος Αλβανόπουλος.
To 1ο Δημοτικό Σχολείο άρχισε να λειτουργεί ως σχολείο από το 1928, λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση της πόλης. Πριν από την ανέγερση του σχολείο στο χώρο ήταν ένα μικρό παρατηρητήριο που φιλοξενούσε μικρά αεροπλάνα.
Ο χώρος που αναγέρθηκε ήταν εκτός πόλεως αλλά προοριζόταν να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των μαθητών της περιοχής του προσφυγικού οικισμού που ονομάζετο «Τσιμεντένια», στην ανατολική του πλευρά και του οικισμού «Καλλιθέα» στα βόρεια του। Για τον λόγο αυτό άλλωστε και είχε εξασφαλισθεί μεγάλο γήπεδο ως αυλή του σχολείου. Από την ανέγερσή του μέχρι και σήμερα λειτουργεί ως 1ο Δημοτικό Σχολείο, στον δε αύλιο χώρο έχει ήδη ανεγερθεί το 8ο Δημοτικό Σχολείο.

Η Λεονταρίδειος Σχολή Αρένων

Οι εργασίες ανέγερσης του κτιρίου αυτού πρέπει να άρχισαν κατά το 1907 σε οικόπεδο δίπλα από την Μητρόπολη που είχε παραχωρηθεί από τον Τούρκο Μπέη Χατζησαφέτ στην Ελληνική Κοινότητα για τις ανάγκες της। Χτίσθηκε κυρίως με δωρεά του μεγαλέμπορου Αντώνη Λεονταρίδη ή ο Αντωνάκης Εφέντη, από όπου πήρε και το όνομά του Οι εργασίες προχώρησαν ικανοποιητικά και ένα μεγάλο κτίσμα νεοκλασικό ξεπρόβαλε, όταν βγήκαν οι σκαλωσιές στα 1909. Από την αρχή προοριζόταν για «ΣΧΟΛΗ ΑΡΕΝΩΝ» της Ελληνικής Κοινότητας του Δεδέαγατς και για τον λόγο αυτό στα εγκαίνια του κτιρίου το 1909 τοποθετήθηκε από τον Μητροπολίτη Μητροπολίτης Ιωακείμ Γεωργιάδη που πρωτοστάτησε στην ανέγερση αυτού του κτιρίου η επιγραφή «ΛΕΟΝΤΑΡΙΔΕΙΟΣ ΣΧΟΛΗ ΑΡΕΝΩΝ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ 1909».
Στο νέο σχολείο, εγκαταστάθηκαν αμέσως τα παιδιά του πρώτου μικρού σχολείου, που σε λίγους μήνες κατεδαφίστηκε και στη θέση του, κτίστηκε ένα καινούριο σχολείο που σήμερα είναι το Γ΄ Δημοτικό Σχολείο της πόλης.
Λέγεται ότι όταν άρχισαν οι εργασίες για την Λεονταρίδειο σχολή, μελετήθηκε και η κατασκευή και των άλλων κτισμάτων ώστε να ταιριάζουν αρμονικά μεταξύ τους στην εμφάνιση.
Τότε παραγγέλθηκαν αγάλματα γύψινα από την Ιταλία που παρίσταναν τις εννέα Μούσες και τοποθετήθηκαν, πάνω από τις μετώπες των δύο σχολείων και του παλαιού κτιρίου – σχολείου, γνωστού και ως παράρτημα. Τα τελευταία αυτά αγάλματα, όταν κατεδαφίστηκε το παράρτημα του Γυμνασίου, φυλάχτηκαν προσεχτικά στις αποθήκες της Μητροπόλεως, έως ότου βρεθεί κάποιος κατάλληλος χώρος για να τοποθετηθούν. Σήμερα βρίσκονται μπροστά στην είσοδο του Εκκλησιαστικού Μουσείου.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 μετακομίζουν οι μαθητές των Γυμνασίων από την Λεονταρίδειο Σχολή Αρένων στα νέα Σχολικά κτίρια στο βόρειο τμήμα της πόλης (παλαιό Νοσοκομείο) και το
κτίριο παραχωρείται στην Ιερά Μητρόπολη Αλεξανδρούπολης Το 1980 άρχισε η επισκευή και αναπαλαίωση του σχολείου αυτού και έκτοτε μέχρι σήμερα λειτουργεί ως Εκκλησιαστικό Μουσείο της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως

Το Καπνομάγαζο
Κ
τίσθηκε κάπου στα 1892 από την πολυπληθή τότε καθολική κοινότητα του Δεδέαγατς, για να χρησιμεύσει ως Σχολείο (αρένων) των παιδιών της κοινότητας.Το 1904, κατά τη διάρκεια μαθητικής έκθεσης, πήρε φωτιά η αίθουσα πειραμάτων και καταστράφηκε μεγάλο μέρος του κτιρίου με τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις του.Το 1922 – 1923 πρόσφυγες από την Αν. Θράκη και τον Πόντο, που συνέρρεαν στη πόλη, στεγάζονται προσωρινά στα υπόγεια του ημικατεστραμμένου κουφαριού του κτιρίου, μέχρι την τακτοποίησή τους.
Το 1923 αγοράσθηκε από την εταιρία επεξεργασίας καπνών «ΚΟΜΠΑΝΙ ΖΕΝΕΠΑΛ ΝΤΕ ΤΑΜΠΑ», ιδιοκτησίας του Αγκόπ Ασταρτζιάν (παππού από την μητέρα του συμπολίτη μας Χάρη Ντισλιάν). Εγκαινιάζεται το 1924 και χρησιμοποιείται για την επεξεργασίας και εμπορία των καπνών της περιοχής. Για τον λόγο αυτόν στο αέτωμά του αναφέρεται η χρονολογία 1924 ως έτος οικοδόμησής του. Έκτοτε και μέχρι σήμερα είναι γνωστό με το όνομα «Καπνομάγαζο». Λειτούργησε για τα σκοπό που ανακατασκευάσθηκε μέχρι την κήρυξη του Ελληνο- Ιταλικού πολέμου το 1940. Κατά τη περίοδο της κατοχής χρησιμοποιήθηκε ένα διάσημα από τους Βουλγάρους σαν φυλακή και στην συνέχεια, μετά την απελευθέρωση, πριν την έναρξη του εμφυλίου πολέμου προσωρινά ως ξενώνας των προσφύγων από την ύπαιθρο και αργότερα, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, ως φυλακή – κρατητήρια αγωνιστών της αριστεράς.

Την εποχή που ανακατασκευάσθηκε ως «Καπνομάγαζο» ήταν ένα επιβλητικό κτίριο και από τα λίγα κτίρια που ξεχώριζαν στο κέντρο της πόλης για το ύψος του και τις διαστάσεις του। Χαρακτηριστικές είναι οι φωτογραφίες του κέντρου της πόλης της εποχής εκείνης, όπου φαίνεται να ξεχωρίζει στην γύρω περιοχή.Στα μέσα της δεκαετία του 1950 χρησιμοποιήθηκε από τους εμπόρους αδελφούς Ουζουνόπουλοι ως αποθήκη ηλιόσπορου και σιτηρών και χώρος επεξεργασίας σκόρδων. Πολλοί μαθητές του Γυμνασίου της δεκαετίας του 1950 θα θυμούνται τον ελεύθερο χώρο απέναντι από το κτίριο, όπου πραγματοποιείτο το μάθημα της Γυμναστικής από τον Καθηγητή Γυμναστικής Αλιφέρη και την προστασίας που προσέφερε το κτίριο αυτό στους μαθητές όταν έβρεχε.Στη συνέχεια αγοράσθηκε από τους μετόχους του ΚΤΕΛ Ν. Έβρου για την δημιουργία σταθμού ΚΤΕΛ. Το 1995 επί Δημαρχίας Ευαγγελία, χαρακτηρίσθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο ως διατηρητέο και πέρασε στη κυριότητα του Δήμου προκειμένου να αναστηλωθεί και να μετατραπεί σε μία σύγχρονη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Η μελέτη αναστύλωσης του καπνομάγαζου προέβλεπε να διατηρηθεί το κέλυφος του κτιρίου με την εξωτερική τοιχοποιία και τη στέγη και να οικοδομηθεί εσωτερικά του κτιρίου ένα νέο, με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα πάνω στο οποίο θα στηριζόταν και το υπάρχον κέλυφος του έργου. Και ενώ είχαν αρχίσει οι εργασίες αναστύλωσης, την 25η Φεβρουαρίου 2005, κατέρρευσε τμήμα του τοίχου και της οροφής στην βορειανατολική πλευρά του κτιρίου παρασύροντας στον θάνατο τρεις εργαζόμενους.

Το Παλιό Νοσοκομείο
Υ
πάρχουν δύο εκδοχές για την αιτία ανέγερσής του. Η πρώτη (και επικρατέστερη) χτίσθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως Τουρκικό Σχολείο στα τέλη του 19ου αιώνα, για τις ανάγκες των παιδιών τους. Η άλλη (διατυπώθηκε πρόσφατα από τον Γ. Παναγιώτου στο περιοδικό «Ιατρικές Ώρες» σελ. τ. 3 Νοέμβριος 2007) ότι ήταν επί Τουρκοκρατίας το νέο Νοσοκομείο της πόλης.
Όταν κτίσθηκε ήταν έξω από τη πόλη στο βόρειο τμήμα αυτής, δίπλα στο ρέμα Βανικιώτη, στο δρόμο προς το Βουλγαρικό οικισμό Ντάμια. Σήμερα βρίσκεται στη συμβολή κεντρικών αρτηριών (14ης Μαΐου – Καβύρη, Παπαναστασίου, Ηροδότου, Θράκης) που σχηματίζουν μπροστά του μία πλατεία. Κατά την διάνοιξη της
Ηροδότου ως συνδετήριας με την ΕΓΝΑΤΙΑ (περί το 2005) γκρεμίσθηκε από την ανατολική πλευρά του κτιρίου ένα τμήμα του που προεξείχε. Παρόμοιο υπάρχει στη δυτική πλευρά. Είναι βέβαιο ότι από την απελευθέρωση της πόλης μέχρι το 1974 χρησιμοποιήθηκε ως το Νοσοκομείο της πόλης. Αρχές του 1975 το Νοσοκομείο μετακόμισε στο νέο τότε, παλιό σήμερα Νοσοκομείο στη Καλλιθέα και το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως Σχολή Νοσηλευτικής του Νοσοκομείου μέχρι το 2002. Έκτοτε εγκαταλείφθηκε στη τύχη του χωρίς καμία συντήρηση. Ήδη εξαγγέλθηκε αναπαλαίωσή του για να χρησιμοποιηθεί για σχολικές ανάγκες μετά από χρηματοδότηση του Υπουργείου Παιδείας.

Το 3ο Δημοτικό Σχολείο
Α) Το σχολείο που λειτούργησε ως πρώτο στην πόλη αυτή ταυτόχρονα με την ίδρυσή της είναι το σημερινό 3ο Δημοτικό Σχολείο Αλεξανδρούπολης, το οποίο ιδρύθηκε μάλλον το 1866.
Β) Για το ακριβές έτος ίδρυσής του δεν μπορεί κανείς, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, να μιλήσει με βεβαιότητα, γιατί λείπουν γραπτά κείμενα και γραπτές μαρτυρίες, δεδομένου ότι η πόλη της Αλεξανδρούπολης βρέθηκε πολλές φορές, έως ότου αποκτήσει την εθνική της υπόσταση και προσαρτηθεί στα εδάφη της Ελλάδας, κάτω από την μπότα του κατακτητή (Τούρκοι, Βούλγαροι, ξανά Τούρκοι κλπ.), με αποτέλεσμα να έχουν καεί τα αρχεία του σχολείου. Όμως, η παράδοση, η μαρτυρία, όλα εκείνα δηλαδή που κρατούν ζωντανή τη μνήμη του λαού και που μεταδίδουν από στόμα σε στόμα τα γεγονότα (η παράδοση και η μαρτυρία έχουν τη δική τους βαρύνουσα σημασία και αξία), αναφέρουν ότι το σχολείο κτίστηκε συγχρόνως με την πόλη και την Εκκλησία. Κτίστηκε από ψαράδες, ναυτικούς και εμπόρους, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα, δίπλα στη Μητρόπολη, που τότε ήταν ένας μικρός ναϊσκος, αφού ήταν χωριό αλιέων. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για άλλους πόρους για την ανέγερση του ιστορικού αυτού σχολείου.
Πάντως, το Χάτι Χουμαγιούν πρέπει να έπαιξε, όπως και σ’ άλλες περιπτώσεις, και στην ίδρυση του 3ου Δημοτικού Σχολείου Αλεξανδρούπολης έναν αρκετά μεγάλο ρόλο. Ως γνωστό, το 1860 κάτω από την πίεση των Ευρωπαϊκών Κρατών, ο σουλτάνος εξέδωσε το Χάτι Χουμαγιούν (ευεργετικό νόμο), με τον οποίο παραχωρούνταν στους χριστιανούς προνόμια, σχετικά με την ελευθερία λατρείας, με την αυτοδιοίκηση των σχολείων και των φιλανθρωπικών τους ιδρυμάτων κλπ. (Παναγιώτου 2001: 19). Έτσι, δεν αποκλείεται να άδραξαν οι Έλληνες της περιοχής την ευκαιρία να κτίσουν το κτίριο του 3ου Δημοτικού Σχολείου, διότι το Χάτι Χουμαγιούν αποτελούσε μια πραγματική ευκαιρία και έδινε τη δυνατότητα να αποκτήσουν επιτέλους οι χριστιανοί την ελευθερία για τη θρησκεία και την εκπαίδευση τους.
Ένα άλλο γεγονός, σε συνάρτηση με τον ευεργετικό νόμο τον οποίο ανέφερα (Χάτι Χουμαγιούν), που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ύπαρξη και μετέπειτα στη μεγάλη συμβολή του 3ου Δημοτικού Σχολείου, ήταν και το εξής: Τον Οκτώβρη του 1885 η Ιερά Σύνοδος δέχθηκε να προσαρτηθεί το Δεδέαγατς στη Μητρόπολη της Αίνου και αποφασίστηκε να οριστεί το σχολείο αυτό ως έδρα και προφανώς και κατοικία του μητροπολίτη, μια που το Δεδέαγατς είχε οριστεί ως έδρα της Πολιτικής Διοίκησης Αίνου.
Γ) Το κτίριο του 3ου Δημοτικού Σχολείου, όταν πρωτοκτίσθηκε, περιελάμβανε τρεις αίθουσες διδασκαλίας μια που οι μαθητές, όπως ήταν φυσικό λόγω των γεγονότων της εποχής εκείνης, ήταν ελάχιστοι. Το ίδιο συνέβαινε και με το διδακτικό του προσωπικό. Το διδακτικό προσωπικό αυξανόταν, όσο πιο πολύ μεγάλωνε και ο αριθμός φοίτησης των μαθητών.

Με τα γνωρίσματα, που αναφέρθηκε παραπάνω, λειτούργησε το αναφερόμενο σχολείο μέχρι το 1901, όταν στη θέση του ναϊσκου κτίσθηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, η Mητρόπολη, και παράλληλα μ’ αυτόν επεκτάθηκε και το σχολείο, στο οποίο προστέθηκαν άλλες τρεις αίθουσες και το οποίο λειτούργησε ως εξαθέσια Αστική Σχολή Αρρένων Δεδέαγατς. Η λειτουργία του, ως Αστική Σχολή Αρένων δεν κράτησε και πολύ, παρά μόνο οκτώ χρόνια, μέχρι το έτος 1909, όταν με τη βοήθεια και δωρεά του αείμνηστου ευεργέτη Αντώνιου Λεονταρίδη κτίσθηκε μεγαλοπρεπές, για την εποχή του, και όχι μόνο, μέγαρο, η Λεονταρίδειος Ελληνική Σχολή (το σημερινό Γυμνάσιο), στο οποίο μεταφέρθηκαν οι Άρενες (στην ίδρυση της Λεονταριδείου Σχολής πρωτοστάτησε η Εκκλησία, με τον τότε «οξύνου», πνευματώδη και πολύ «καταφερτζή» μητροπολίτη Ιωακείμ), οπότε το 3ο Δημοτικό Σχολείο λειτούργησε ως εξαθέσιο Θηλαίων. Στην νεοανεγερθείσα Λεονταρίδειο Σχολή εγκαταστάθηκαν αμέσως τα παιδιά του υπάρχοντος ήδη πρώτου μικρού σχολείου, που σε λίγους μήνες κατεδαφίστηκε και στη θέση του, κτίστηκε ένα καινούριο σχολείο που σήμερα είναι το Γ΄ Δημοτικό Σχολείο της πόλης.
Δ) Το 3ο Δημοτικό Σχολείο Αλεξανδρούπολης, από το 1914 μέχρι το 1920, περίοδο κατοχής της πόλης από τους Βουλγάρους, παύει πια να λειτουργεί και να προσφέρει το δημιουργικό εκπαιδευτικό του έργο, γιατί, για ευνόητους τότε λόγους, χρησιμοποιήθηκε από τις βουλγαρικές αρχές σαν στρατώνας, αποθήκη και κτίριο των γραφείων τους. Τα πράγματα όμως αλλάζουν και βαίνουν και πάλι προς το καλύτερο από το 1920, μετά την απελευθέρωση της Αλεξανδρούπολης, στις 14 Μαΐου. Τώρα ανοίγει πλέον και πάλι τις πύλες του το σχολείο για τα ελληνόπουλα που επανήλθαν με τις οικογένειές τους από την προσφυγιά και προσφέρει έργο αδιάκοπα μέχρι το 1941.
Ε) Από το έτος 1920 μέχρι το έτος 1927 το 3ο Δημοτικό Σχολείο λειτούργησε ως εξατάξιο Δημοτικό Θηλαίων, για ένα σχολικό έτος λειτούργησε ως μικτό τετρατάξιο Δημοτικό (1926-1927), και από το 1928-1929 ως 3ο εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο Αλεξανδρούπολης.
ΣΤ) Στην περίοδο της κατοχής (1941-1944) αναγκάστηκε και πάλι να κλείσει για τέσσερα χρόνια। Την περίοδο εκείνη χρησιμοποιήθηκε σαν στρατώνας και σαν αποθήκη των Γερμανών. Από το 1945 και εντεύθεν άρχισε και πάλι να λειτουργεί ως εξαθέσιο πλέον 3ο Δημοτικό Σχολείο Αλεξανδρούπολης, ενώ από το 1966 προάγεται σε οκταθέσιο.

Οι Αποθήκες του Λιμανιού
Οι αποθήκες αυτές, εννέα (9) τον αριθμό, κατασκευάσθηκαν από την εταιρία Ανατολικών Σιδηροδρόμων (C.O.), μεταξύ των ετών 1869 – 1972 πάνω σε γήπεδο στο οποίο ανήκε στο Οθωμανικό κράτος και είχε παραχωρήσει στην ως άνω σιδηροδρομική εταιρία μόνο εμπράγματα δικαιώματα επιφανείας το έτος 1869. Στο ρυμοτομικό σχέδιο που συνέταξαν οι Ρώσοι το 1978, είναι αποτυπωμένες οι εννιά (9) αποθήκες, μπροστά στην προκυμαία χωρισμένες δε δύο ομάδες. Μία ομάδα των πέντε (5) αποθηκών, εφαπτόμενες μεταξύ τους, προς την δυτική πλευρά του λιμένος (η ευρισκόμενη στο δυτικό άκρο της ομάδας αυτής αποτυπώνεται στενότερη από όλες τις άλλες) και μία των τεσσάρων (4) αποθηκών, εφαπτόμενες και αυτές μεταξύ τους, στο ανατολικό άκρο του λιμένος. Στο κενό που δημιουργείτο μεταξύ των δύο αυτών ομάδων κτιρίων, είχαν κατασκευαστεί σιδερένιες γέφυρες, πού ένωναν το υπερυψωμένο οπίσθιο τμήμα των κτιρίων με αυτό που βρισκόταν μπροστά μεταξύ των αποθηκών και του λιμένος.
Συγκεκριμένα, μεταξύ του κρηπιδώματος του λιμανιού και των αποθηκών υπήρχαν τέσσερες σιδηροδρομικές γραμμές. Επίσης υπήρχε και μια άλλη σιδηροδρομική γραμμή πίσω από το Τελωνείο, που είχε μια υψομετρική διαφορά από το μεταξύ Τελωνείου και κρηπιδώματος του λιμενίσκου πλατώματος, το οποίο έφθανε στο ύψος του ορόφου του Τελωνείου. Ο χώρος αυτός συνδεόταν με το κρηπίδωμα με δύο ή τρεις σιδερένιες γέφυρες σε ύψος τέτοιο ώστε να μη παρεμποδίζεται η κάτω από αυτές κυκλοφορία των βαγονιών. Οι γέφυρες αυτές από σιδηροκατασκευή με ξύλινο δάπεδο καταλήγανε σε ένα μεγάλο χωνί, που προεξείχε του κρηπιδώματος, στο οποίο οι εργάτες άδειαζαν τα σιτηρά από τα ζεμπίλια τους στο αμπάρι της κάτω από το χωνί πλευρισμένης φορτηγίδας. Οι γέφυρες αυτές εικονίζονται στις προ του 1915 φωτογραφίες. Στις 9 Οκτωβρίου 1915, οι αποθήκες, μαζί με ολόκληρη την παραλιακή ζώνη της προκυμαίας, από τον «Ενωτικό» σιδηροδρομικό σταθμό (Jonction Salonique – Contantinople) μέχρι τον μύλο του Πρωτόπαπα, καταστράφηκαν από σφοδρό βομβαρδισμό του Αγγλικού στόλου (των δυνάμεων της ΑΝΤΑΤ) και παρέμειναν έκτοτε κατεστραμμένες για μερικά χρόνια. Πότε ακριβώς ανακατασκευάσθηκαν δεν είναι ακριβώς γνωστό. Άλλωστε αρχικά υπήρχαν, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, εννέα (9) αποθήκες, ενώ μετά την απελευθέρωση της πόλης και μέχρι σήμερα, όλοι θυμούνται επτά (7) αποθήκες, οι 4 από τις 5 προς το δυτικό τμήμα και τρεις (3), δύο μικρότερες και μία μεγαλύτερη στο ανατολικό τμήμα. Από τις φωτογραφίες επίσης προκύπτει διαφορά στο κτίριο που στεγάζεται το Τελωνείο, το
οποίο στις μετά την απελευθέρωση της πόλης φωτογραφίες είναι διώροφο, ενώ στις αρχικές ήταν όμοιο με τα άλλα κτίρια, καθώς και στην κεραμοσκεπή της μιας εκ των κτιρίων του δυτικού συγκροτήματος Είναι γνωστό όμως ότι με την συνθήκη της Λοζάνης το 1923 η εταιρία Ανατολικών Σιδηροδρόμων (C.O.) διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα, το Τουρκικό με έδρα την Κωνσταντινούπολη και το Ελληνικό με έδρα το Δεδέαγατς (μετέπειτα Αλεξανδρούπολη), τμήμα του οποίου, ως Γαλλοελληνική Εταιρία Σιδηροδρόμων ανέλαβε τις εγκαταστάσεις (μεταξύ των οποίων και οι αποθήκες) και την εκμετάλλευση της γραμμής Αλεξανδρούπολης – Σβίλεγκραντ. Σε άρθρο του δικηγόρου Πέτρου Αλεπάκου, αναφέρεται ότι οι αποθήκες αυτές ανοικοδομήθηκαν το έτος 1930 με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο εν τέλει και περιήλθαν μετά από σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και Γαλλοελληνικής Εταιρίας Σιδηροδρόμων (Γ.Ε.Σ.) και έκτοτε καταγράφηκαν ως Δημόσια Κτήματα. Εκεί στεγαζόταν αρχικά οι υπηρεσίες του Τελωνείου Αλεξανδρούπολης, της Γεωργικής Υπηρεσίας Έβρου και το Παράρτημα του Γενικού Χημείου του Κράτους. Σήμερα σε ένα από τα κτίρια αυτά στεγάζονται μόνο οι υπηρεσίες του τελωνείου Αλεξανδρούπολης, ένα έχει καταρρεύσει και τα υπόλοιπα είναι ετοιμόρροπα. Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός είναι η ομοιότητα των «Αποθηκών Τελωνείου Αλεξανδρούπολης», στην αρχική τους μορφή, με παρόμοιο συγκρότημα αποθηκών στο λιμάνι της Σμύρνης. Πιθανολογείται ότι κατασκευάσθηκαν την ίδια εποχή, από την ίδια εταιρία στα πλαίσια ενός ευρύτερου σχεδίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να αξιοποιήσει τις απολήξεις του σιδηροδρόμου στα λιμάνια της και να διευκολύνει το διαμετακομιστικό εμπόριο από αυτά. Ουσιαστικά η κατασκευή των αποθηκών αυτών ήταν ο πρόδρομος των σημερινών εμπορευματικών σταθμών.

Κτίριο της πρώην Γραμματεία του Δ.Π.Θ.
Π
ρόκειται για το διώροφο νεοκλασικό κτίριο στην οδό Ιωακείμ Καβύρη (πρώην Τρούμαν) στη γωνία με την οδό Βενιζέλου, που έχει παραχωρηθεί στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, για να χρησιμοποιηθεί ως Γραμματεία της ιατρικής Σχολής, όταν ιδρύθηκε η Σχολή αυτή στην Αλεξανδρούπολη.

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Ιστορικά κτίρια της Αλεξανδρούπολης που έχουν κατεδαφιστεί

Η Αλεξανδρούπολη αν και μία από τις νεότερες πόλεις της χώρας μας, δεν φρόντισε να διατηρήσει κάποια στοιχεία της παλιάς της φυσιογνωμίας και κυρίως κάποια σημαντικά κτίρια της εποχής εκείνης Έτσι, σήμερα, τα περισσότερα από αυτά τα κτίρια, που θεωρήθηκαν σημαντικά είτε από αρχιτεκτονικής είτε από ιστορικής απόψεως, οι νεότερες γενιές τα γνωρίζουν μόνο από φωτογραφίες Για κάποια από αυτά τα κτίρια που έχουν χαθεί γίνεται λόγος παρακάτω Συγκεκριμένα παρατίθενται κάποια γενικά στοιχεία των κτιρίων αυτών με 1-2 σχετικές φωτογραφίες για κάθε ένα από αυτά.

Το Πασαλίκι

Είχε κτισθεί στην παραλία της πόλης, εκεί που σήμερα
είναι το κτίριο της ΧΙΙ Μεραρχίας. Οι εργασίες ανοικοδόμησής του άρχισαν το 1906 και αποπερατώθηκε το 1908. Προορίζετο για την διαμονή του Διοικητή της περιοχής (του Πασά της περιοχής, εξ΄ ου και η ονομασία του ως «Πασαλίκι»), από χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί από ένα (παράνομο) φόρο που είχε επιβάλλει ο Τούρκος Δήμαρχος της πόλης σε βάρος των κατοίκων. Όταν ο Διοικητής (Πασάς) της περιοχής σε μία επιθεώρησή του ανακάλυψε τον φόρο αυτό, αποφασίσθηκε να μη επιστραφούν τα χρήματα στους κατοίκους από τους οποίους είχαν παράνομα εισπραχθεί, αλλά με αυτά να κτιστεί ένα επιβλητικό κτίριο, που να ικανοποιεί τις ανάγκες του Πασά, κάθε φορά που θα επισκέπτετο τη πόλη για επιθεώρηση ή για κυνήγι! Για τον λόγο αυτό και μετά την απελευθέρωση της πόλης το κτίριο δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο αλλά στο Δήμο Αλεξανδρούπολης, ως Δημοτική περιουσία.
Για την κατασκευή του κτίσματος αυτού, όπως λέγεται, χρησιμοποιήθηκαν πάνω από εκατό βαγόνια ξυλείας που μεταφέρθηκε από την Σουηδία καθώς και δεκάδες έμπειροι τεχνίτες (πετράδες, ξυλουργοί
και χτίστες) και πάρα πολλοί εργάτες. Το κτίριο αποτελούσε ένα αριστούργημα της Οθωμανικής αρχιτεκτονικής και ξεχώριζε στη πόλη από τα άλλα κτίρια, ακόμη και της ίδιας ή παρεμφερούς αρχιτεκτονικής (κτίριο Μπαλούλ, Ρωσικό Προξενείο, ξενοδοχείο Ακταίον κ.λ.π.) και λόγω του μεγέθους του αλλά και των ξύλινων διακοσμητικών (εσωτερικά και εξωτερικά) στοιχείων του.
Μετά τη απελευθέρωση της πόλης χρησιμοποιήθηκε στην αρχή ως οικοτροφείο του Διδασκαλείο και της Ζαριφείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας αργότερα καθώς και για τη στέγαση της φιλαρμονικής του Δήμου, συλλόγων και Προσκόπων. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στέγασε την Δημόσια Εμπορική Σχολή (Οικονομικό Γυμνάσιο) και τους Προσκόπους μέχρι το 1955-56 που εγκαταλείφθηκε. Τον Οκτώβριο του 1967 παραχωρήθηκε από το δήμο στον Στρατό, ο οποίος στη συνέχεια το κατεδάφισε την επόμενη χρονιά για να αναγείρει το σημερινό κτίριο της μεραρχίας.

(Σχετικό άρθρο μου με τίτλο «Το "Πασσαλίκι¨ των αναμνήσεων και των φωτογραφιών», με περισσότερες λεπτομέρειες και φωτογραφίες αναρτήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2009)

Σιδηροδρομικός Σταθμός Joncion Salonique –Constantinople» (Ενωτικός - J.S.C.)

Ο
σιδηρόδρομος ήταν η αιτία δημιουργίας αυτής
της πόλης. Στην αρχή δημιουργήθηκε η γραμμή που συνέδεε την Αλεξανδρούπολη (Δεδέαγατς ) με το Πύθιο και την Αδριανούπολη το 1871 των Ανατολικών Σιδηροδρόμων και στη συνέχεια η γραμμή που συνέδεε την Θεσσαλονίκη με την Αλεξανδρούπολη (Ενωτικός Σιδηρόδρομος J.S.C.), το 1895. Κάθε ένα από τα παραπάνω σιδηροδρομικά δίκτυα είχε ξεχωριστό δικό του τερματικό σταθμό στη πόλη.
Τα κτίρια αυτού του σιδηροδρομικού σταθμού είχαν ανεγερθεί στη Δυτική πλευρά της πόλης εκεί που σήμερα είναι το το κλειστό γυμναστήριο, το κολυμβητήριο και έφθαναν μέχρι τον χώρο του ξενοδοχείο ΕΓΝΑΤΙΑ. Ήταν ο σταθμός απόληξης της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης και κτίσθηκε περί το 1895-96 από την εταιρεία «Εταιρεία Σιδηροδρόμων της Joncion Salonique –Constantinople» (σε συντομογραφία J.S.C.), που εκμεταλλευόταν αυτή τη γραμμή και πήρε άδεια από την άλλη σιδηροδρομική εταιρία (των Ανατολικών Σιδηροδρόμων) που εκμεταλλεύετο τις σιδηροδρομικές γραμμές στο ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και είχε το προνόμια στις εγκαταστάσεις των λιμένων Θεσσαλονίκης και Αλεξανδρούπολης να κατεβαίνουν τα τρένα της μέχρι τη θάλασσα. Προηγουμένως η γραμμή του Ενωτικού Σιδηροδρόμου (J.S.C.), πήγαινε από τον σταθμό του Πόταμου απ΄ ευθείας στον σταθμό Φερετζίκ (Φέρες), παρακάμπτοντας το Δεδέαγατς, χωρίς καμία πρόσβαση στη θάλασσα.
Το κτίριο του κυρίως σταθμού ήταν διώροφο πέτρινο με επίχρισμα (σοβά) και επικλινείς κεραμοσκεπείς στέγες. Εκατέρωθεν του κτιρίου αυτού, στην ίδια ευθεία, υπήρχαν και άλλα κτίρια μονώροφα (πέτρινα) με παρόμοιες επικλινείς κεραμοσκεπείς στέγες. Άλλωστε όλα τα κτίρια – σταθμοί της γραμμής Θεσσαλονίκης – Δεδέαγατς της εταιρίας J.S.C. ήταν πέτρινα, σε αντίθεση με τα κτίρια – σταθμούς της Γαλλικής Εταιρίας (Δεδέαγατς – Αδριανούπολη) που ήταν ξύλινα.
Στις 7 Οκτώβριο του 1915, όταν το Δεδέαγατς είχε καταληφθεί από τους Βουλγάρους, δυνάμεις της Entente βομβάρδισαν από θαλάσσης τη πόλη και μεταξύ των κτιρίων που καταστράφηκαν ήταν και το κτίριο αυτού του σιδηροδρομικού σταθμού Έκτοτε o σταθμός δεν επισκευάστηκε αλλά προτιμήθηκε προσωρινή λύση με την κατασκευή πρόχειρων τερματικών σταθμών, που λειτούργησαν στον σταθμό της J.S.C για τις ανάγκες της επιβατικής κίνησης και στη στρατιωτική στάση για τις ανάγκες του Μηχανοστασίου και της Διαλογής.

Παλιός επιβατηγός Σιδηροδρομικός Σταθμός
Στο λοξός δρόμος (όπου σήμερα το Κ.Α.Π.Η.).

Ό
ταν η εταιρεία Joncion Salonique –Constantinople»
(JS.C.) υποχρεώθηκε να δημιουργήσει στην Αλεξανδρούπολη ξεχωριστό σταθμό με μεγάλες εγκαταστάσεις (στο δυτικό άκρο της πόλης), όπως ανωτέρω, η γραμμή περνούσε μπροστά από το κτίριο της Στρατιωτικής Στάσης και ακολουθώντας κατά μήκος τη σημερινή οδό Εθνικής Αντιστάσεως (λοξό) κατέληγε στη δυτική είσοδο της πόλης. Μετά τον βομβαρδισμό του σταθμού το 1915 από τα Βρετανικά πλοία και την καταστροφή του, η γραμμή αυτή μέχρι την απελευθέρωση της πόλης λειτούργησε με προσωρινές λύσεις, δηλαδή κατασκευή πρόχειρων τερματικών σταθμών. Μετά την απελευθέρωση της πόλης η εταιρία αυτή κατασκεύασε μόνιμος επιβατικός σταθμός στη διασταύρωση των οδών Εθνικής Αντιστάσεως με την 14ηη Μαΐου και η απόληξή του ήταν στη διασταύρωση της Εθνικής Αντιστάσεως με την σημερινή Ιωακείμ Καβύρη. Ήταν κτίριο μονώροφο πέτρινο, με εξωτερική ξύλινη επένδυση και ξύλινη οροφή κεραμοσκεπής. Στο εμπρόσθιο τμήμα του και κατά μήκος όλου του κτηρίου (στη σειρά, από Ανατολή προς Δύση, υπήρχαν αίθουσα αναμονής, γραφείο εισιτηρίων και αίθουσα εμπορευμάτων. Κατά μήκος της νότιας πλευράς όλου του κτιρίου υπήρχε ξύλινο υπόστεγο με κεραμοσκεπή στέγη, πλάτους περίπου 6-7 μέτρα που έφθανε σε απόσταση 1-2 μέτρα μέχρι αποβάθρα. Και στο δυτικό άκρο υπήρχε πέτρινο μικρό κτίσμα για τουαλέτες. Ο σταθμός αυτός λειτούργησε ως επιβατικός σταθμός της Αλεξανδρούπολης μέχρι το 1956, όταν και μεταφέρθηκε οριστικά όλη η επιβατική κίνηση του σιδηροδρόμου στον σημερινό (παραλιακό) επιβατηγό σταθμό. Το 1957 παραχωρήθηκε το κτίριο για χρήση στους Προσκόπους οι οποίοι παρέμειναν εκεί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Στη συνέχεια, το κτίριο αυτό εγκαταλείφθηκε και περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980, κατεδαφίσθηκε από τον Δήμο, στον οποίο είχε παραχωρηθεί από τον ΟΣΕ ο χώρος και ανεγέρθηκε στη θέση του το σημερινό Κ.Α.Π.Η. της πόλης.

Ο Ναός του Αγίου Ελευθερίου

Κ
τίσθηκε κατά το 1912-13, δηλαδή την περίοδο που είχε
καταληφθεί το Δεδέαγατς από τους Βουλγάρους Σχηματικούς χριστιανούς, δυτικά και ακριβώς δίπλα (παράλληλα) του υπάρχοντος σήμερα Ορθόδοξου Ιερού Ναού του Αγίου Ελευθερίου. Χτίσθηκε βιαστικά και με πρόχειρα υλικά για να παραστήσουν ότι η περιοχή δεν έχει μόνο ελληνική εκκλησία (Άγιος Νικόλαος) αλλά και Βουλγαρική.
Η βάση του και σε ύψος περίπου δύο μέτρα από το έδαφος ήταν λιθόκτιστη και από εκεί και πάνω ξύλινη. Έμοιαζε με Χριστιανικό Ναό Βασιλικού ρυθμού, δηλαδή ήταν ένα μακρόστενο ορθογώνιο οικοδόμημα που χωριζόταν με δύο σειρές ξύλινους κίονες σε τρία κλίτη. Το μεσαίο κλίτος ήταν φαρδύτερο από τα πλαϊνά, τα οποία ήταν μεταξύ τους ίσα. Επίσης η στέγη του μεσαίου κλίτους ήταν ξύλινη κεραμοσκεπής αμφικλινής και υψηλότερη από τις επίσης κεραμοσκεπής και επικλινείς στέγες των πλαϊνών κλιτών. Στη πρόσοψη του ναού και στο κέντρο ακριβώς υπήρχε υπερυψωμένο τετράγωνο ξύλινο καμπαναριό ενώ προεξείχε σε όλο το πλάτος του ναού ο πρόναος που ήταν χαμηλότερος από τα πλαϊνά κλίτη με αμφικληνείς ξύλινες στέγες.
Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στην Ελλάδα και την αποχώρηση των Βουλγάρων ο Ναός περιήλθε στη δικαιοδοσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και με την ονομασία της προς τιμήν του Αγίου Ελευθερίου υπήχθη στη Μητρόπολη Αλεξανδρούπολης.
Λειτούργησε μέχρι το 1955, όταν κτίσθηκε ακριβώς δίπλα του η νέα εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου, ότε και γκρεμίσθηκε η παλιά

Παλιό Διδασκαλείο
(Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Αλεξανδρούπολης)

Π
ρόκειται για ένα παλιό ξύλινο οικοδόμημα, εκεί που σήμερα
στεγάζεται η Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Αλεξανδρούπολης, επί της λεωφόρου Δημοκρατίας, διαγωνίως απέναντι από το Δημαρχείο. Ήταν παλαιό τούρκικο δημόσιο κατάστημα χτισμένο σε στυλ «μπαρόκ» και προηγουμένως ανήκε στον Εβραίο Μπαλούκ, ο οποίος, καθώς έλεγε, το είχε κτίσει με χρήματα που είχε κερδίσει σε λαχείο (2.000 χρυσές λίρες).
Είχε υπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο με πέτρινη σκάλα, όροφο και σοφίτα με μπαλκόνι μπροστά. Η πρόσοψη του μπαλκονιού της σοφίτας ήταν με σκαλισμένα ξύλινα κάγκελα καθώς και η προμετωπίδα της κεραμοσκεπής. Μαζί με την αυλή της συμπεριλάμβανε το τετράγωνο που σήμερα ορίζεται από τους δρόμους Λεωφόρος Δημοκρατίας, Καραϊσκάκη, Ειρήνης και Κανάρη. Από τις δύο πλευρές (προς Κανάρη και Ειρήνης) είχε αυλή εκτάσεως περίπου 150 τ.μ. με κάγκελα. Το 1923 ιδρύεται και λειτουργεί στην Αλεξανδρούπολη τριτάξιο και μονοτάξιο Διδασκαλείο στο οποίο φοιτούν μαθήτριες των παρθεναγωγείων Αδριανουπόλεως, Κωνσταντινουπόλεως και των Αρχηγενείων Εκπαιδευτηρίων Επιβατών, το οποίο στεγάζεται στο κτίριο αυτό.
Στο υπερώον (σοφίτα) αυτού του ξύλ
ινου οικοδομήματος ήταν οι κοιτώνες των σπουδαστριών και η σαλοτραπεζαρία, στον πρώτο όροφο οι αίθουσες διδασκαλίας του Διδασκαλείου και στο ισόγειο οι τάξεις των Πρότυπων Σχολείων του Διδασκαλείου. Στο μικρό αύλειο χώρο συνωστίζονταν οι μαθητές και οι μαθήτριες του Διδασκαλείου καθώς και οι μικροί μαθητές των τάξεων του Πρότυπου Δημοτικού.
Με την αποπεράτωση της Ζαριφείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας και την μεταφορά στο κτίριο αυτό του Διδασκαλείου το 1930, το κτίριο παραδίδεται στον Ελληνικό Στρατό για τις ανάγκες στέγασης της Μεραρχίας। Μεταπολεμικά για ένα διάστημα χρησιμοποιήθηκε ως έδρα Ταξιαρχίας και στη συνέχεια ως Στρατιωτική Λέσχη. Μετά την μεταπολίτευση γκρεμίσθηκε και ανεγέρθηκε το υπάρχον σήμερα κτίριο της Στρατιωτικής Λέσχης των Αξιωματικών Φρουράς Αλεξανδρούπολης.

Μύλος Πρωτόπαπα

Ήταν η πρώτη αξιόλογη βιομ
ηχανική μονάδα της περιοχής που κτίστηκε το 1874 σχεδόν ταυτόχρονα με την έλευση της σιδηροδρομικής γραμμής. Ήταν ένας σύγχρονος για την εποχή του ατμόμυλος που ιδρύθηκε από τον έμπορο αλεύρων Γεώργιο Δ. Πρωτόπαπα. Το εργοστάσιο ήταν συνδεδεμένο με το σιδηροδρομικό δίκτυο με δύο παρακαμπτήριους, μήκους 300 και 150 μ. αντίστοιχα, που συνδεόταν με πέντε κλείδες και εξασφάλιζε αφενός μεν τον ανεφοδιασμό του με σιτηρά και αφετέρου τη διοχέτευση της παραγωγής του (άλευρα – ζυμαρικά) προς όλη τη βαλκανική ενδοχώρα. Χωροταξικά ήταν στο νότιο τμήμα της σημερινής Λεωφόρου Δημοκρατίας και δυτικά των καταστημάτων «Μαρινόπουλος» στην Ανατολική είσοδο της πόλης.
Το κτίριο, εξαίρετο δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, θυμίζει έντονα τον μύλο Αλλατίνη της Θεσσαλονίκης. Κτισμένο από λαξευτή πέτρα (γωνιόλιθοι) και τούβλο (τοξωτά υπέρθυρα, «κατωκάσια» παραθύρων, μαρκίζα στηθαίου στέγης), δημιουργεί με τον απλό τρόπο κατασκευής (ένταξη σε κατακόρυφη ζώνη ανοιγμάτων και προβολή των παραστάδων) μια ενότητα μορφής που ενισχύεται και από την αρμονική διαβάθμιση των υψών (διώροφο μπροστά, στη συνέχεια τριώροφο και μετά πενταόροφο). Στο υψηλότερο τμήμα η στέγη εγκιβωτίζεται σε περιμετρικό στηθαίο, το οποίο στη μια πλευρά φέρει τρίβολο παράθυρο και στις γωνιές πυργοειδείς απολήξεις. Σε πολλά σημεία διεκρίνοντο μεταλλικοί σύνδεσμοι («ελκυστήρες») οι οποίοι χρησίμευαν `ως αντισεισμική θωράκιση του κτιρίου.
Στις 7 Οκτώβριο του 1915, όταν το Δεδέαγατς είχε καταληφθεί από τους Βουλγάρους, δυνάμεις της Entente βομβάρδισαν από θαλάσσης τη πόλη και μεταξύ των κτιρίων που καταστράφηκαν ήταν και ο μύλος του Πρωτόπαπα
। Έκτοτε το κτίριο εγκαταλείφθηκε. Το 1961 άρχισε η κατεδάφισή του η οποία διήρκησε πολύ χρόνο.

Καθολική Σχολή Θηλέων (Παλιά Μεραρχία)

Στα πρώτα χρόνια ζωής της πόλης, επειδή οι ανάγκες
της καθολικής κοινότητας του Δεδέαγατς αυξανόταν συνεχώς, προέκυψε ανάγκη ανέγερσης σχολείων για τα παιδιά τους। Έτσι στις αρχές του 1890 αποφάσισαν να χτίσουν σύγχρονα σχολεία για τις ανάγκες των παιδιά τους αλλά και τις ανάγκες των άλλων κοινοτήτων της πόλης। Ένα από αυτά αναγέρθηκε στη συμβολή των σημερινών οδών Βενιζέλου και Μοσχονησίων, λίγα μέτρα πιο κάτω από τον καθολικό τους ναό και το προόριζαν για τα κορίτσια της κοινότητάς τους। Για τον λόγο αυτό το σχολείο το ονόμασαν Σχολή Θηλέων। Η επίσημη ονομασία του, όπως αναγράφετο στην προμετωπίδα του κτιρίου, ήταν «COLLEGIO S FRANCESCO»
Το κτίριο αυτό χτίσθηκε από πέτρα, ήταν διώροφο, με υπερυψωμένο υπόγειο, κεραμοσκεπή, μεγάλα παράθυρα και θολωτή κεντρική είσοδο με πέτρινα σκαλιά
। Από το ισόγειο ξεκινούσαν δύο μεγάλες πέτρινες σκάλες που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο। Από το 1894 λειτούργησε ως Σχολή Θηλαίων της Καθολικής Κοινότητας και προσέφερε σημαντικό εκπαιδευτικό, πολιτιστικό και κοινωνικό έργο Μάλιστα στο σχολείο αυτό προσέφεραν τις υπηρεσίες τους καλόγριες του μοναχικού τάγματος των Φραγκισκανών αδελφών μοναχών. Στους κατοίκους της πόλης ήταν γνωστό και ως «Γαλλικό Σχολείο» ή «Σχολείο των καλογριών» και έστελναν σ΄ αυτό τα παιδιά τους εκτός των Καθολικών και οι προύχοντες Χριστιανοί της πόλης αλλά και τα παιδιά άλλων εύπορων οικογενειών.
Μεταπολεμικά το κτίριο αυτό χρησιμοποιήθηκε ως Γενικό Νοσοκομείο και στη συνέχεια όταν η τοπική Ταξιαρχία μετατράπηκε σε Μεραρχία, στεγάσθηκε σ΄ αυτό ο στρατός μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν και κατεδαφίσθηκε από τους νέους ιδιοκτήτες τους για να αναγερθεί πολυκατοικία, παρά την προσπάθεια της τότε Δημοτικής Αρχής να το κηρύξει διατηρητέο

Ο Θερινός κινηματογράφος «Έβρος»

Κ
τίσθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 στο χώρο όπου
παλαιότερα στεγαζόταν το κέντρο «Λονδίνο» του Παναγιώτη Παπαδόπουλου. Χωροταξικά στη παραλιακή Λεωφόρο μεταξύ των οδών Σουλίου και Μεσολογγίου. Εκεί μπροστά υπήρχε μια μεγάλη δρυς, κάτω από την οποία που θάφτηκε ο μοναχός Ντεντέ, από τον οποίο κατά την παράδοση πήρε το αρχικό της όνομα η πόλη (Ντεντέ Αγάτς = το δέντρο του ερημίτη). Το δέντρο αυτό κόπηκε, μαζί με πολλά άλλα πλατάνια και δρυς που υπήρχαν στη πόλη, το 1952 – 53 από τον υπηρεσιακό Δήμαρχο Πρωτοδίκη Γουλή.
Ο κινηματογράφος ήταν αμφιθεατρικά κτ
ισμένος με εξώστη από οπλισμένο σκυρόδεμα που είχε πλήρη οπτική επαφή (ο εξώστης) με τη παραλιακή λεωφόρο και τη θάλασσα। Υπήρξε για τη πόλη ένα κτιριακό στολίδι για τρεις και πλέον δεκαετίες। Γκρεμίσθηκε το φθινόπωρο του 1990 παρά τις προσπάθειες πολλών πολιτών να χαρακτηρισθεί διατηρητέοΣήμερα γίνεται ειδική αναφορά από τον Καθηγητή του Ε।Μ।Π. Ν.Θ. Χολέβα στο μάθημα της Αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου στα Βαλκάνια. Στη θέση του έχει ανεγερθεί μία πολυώροφος οικοδομή.

Παράρτημα Γυμνασίου

Δεν είναι γνωστό το πότε ακριβώς ανεγέρθηκε Κατά τις αφηγήσεις παλαιών Αλεξανδρουπολιτών φέρεται ότι στον χώρο εκείνο λειτούργησε το πρώτο σχολείο (άγνωστο αν αναφέρονται στο
ίδιο κτίριο ή σε άλλο)। Οι πρώτες φωτογραφίες που βρέθηκαν για το κτίριο είναι την εποχή της απελευθέρωσης της πόλης με προσκόπους παραταγμένους μπροστά σ΄ αυτό. Βρισκόταν στο νότιο τμήμα του γηπέδου μπροστά από τον Άγιο Νικόλαο και κατά μήκος της ανηφόρας της οδού Παλαιολόγου από την γωνία με την οδό Μαζαράκη μέχρι λίγο πριν από το 3ο Δημοτικό Σχολείο και η πρόσοψή του ήταν ακριβώς απέναντι από την πρόσοψη του Σχολείου αυτού. Λόγω της ανηφόρας, από την πλατεία της Μητροπόλεως φαινόταν ισόγειο, από την πλευρά της οδού Μαζαράκη διώροφο (με το ισόγειο που χρησιμοποιείτο ως υπόγειο) και από τη οδό Παλαιολόγου, άρχιζε από διώροφο και κατέληγε σχεδόν ως υπερυψωμένο ισόγειο. Ήταν λιθόκτιστο και σοβατισμένο. Είχε σχήμα ορθογωνίου παραλληλόγραμμου και στην Ανατολική πλευρά, όπου και η είσοδος είχε δύο παράλληλες αίθουσες. Στο Δυτικό μία τετράγωνη αίθουσα με είσοδο προς την οδό Μαζαράκη με πλατύσκαλο και 5-6 σκαλιά και στο κέντρο άλλη μία τετράγωνη αίθουσα με είσοδο ακριβώς απέναντι από την Λεονταρείδιο με πλατύσκαλο και 2-3 σκαλιά. Η όψη της εισόδου ήταν επιμελημένη και διακοσμημένη με αψίδα στην είσοδο και τριγωνικό επιστήλιο στο πάνω μέρος. Στο πάνω μέρος επίσης υπήρχαν τα 3 από τα 9 αγάλματα των Μουσών (οι άλλες 6 Μούσες είχαν τοποθετηθεί ανά τρεις στο 1ο Δημοτικό Σχολείο και την Λεονταρίδειο Σχολή).

Μακρής ο κατάλογος του …αφανισμού.

Τα παραπάνω κτίρια αναφέρθηκαν ενδεικτικά
Σ΄ αυτά μπορούν να προστεθούν το κτίριο του Διοικητηρίου (παλιά Νομαρχία), ξύλινο, στυλ Μπαρόκ, που στην αρχή χρησίμευσε ως Ρωσικό Προξενείο και μετά την απελευθέρωση της πόλης δόθηκε με δωρεά από τον Ιατρό Κρίτη στο Ελληνικό Δημόσιο για να χρησιμοποιηθεί ως Διοικητήριο της πόλης। Από τον εξώστη του κτιρίου αυτού μίλησε προς το λαό της πόλης ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατά την επίσκεψή του στη πόλη το 1930.Το κτίριο αυτό έχει κατεδαφισθεί πριν από 4-5 χρόνια και στη θέση του έχει ανεγερθεί νέο (νεοκλασικό) κτίριο το οποίο όμως είναι ημιτελές.
Επίσης το ξύλινο κτίριο επί της οδού Παλαιολόγου στη διασταύρωση με την οδό 14ης Μαΐου, στο οποίο είχαν στεγαστεί το Ελληνικό Προξενείο την εποχή που υπηρέτησε στη πόλη ως Υποπρόξενος της Ελλάδας ο Ίων Δραγούμης, αργότερα το προξενείο της Μεγάλης Βρετανίας. Μετά την απελευθέρωση της πόλης λειτούργησε στο κτίριο αυτό το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετάνια» μέχρι το 1955 και εξ αφορμής των γεγονότων της Κύπρου, μετονομάσθηκε το 1955 σε «ΚΥΠΡΟΣ». Μετά την μεταπολίτευση κατεδαφίσθηκε και αναγέρθηκε πολυώροφος οικοδομή.
Το κτίριο του Σουχώρ (γνωστό σήμερα ως κτίριο Βλασακούδη) επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας όπου στεγάστηκαν τα Προξενεία Αυστρίας και του Ιράν Το ξενοδοχείο ΑΚΤΑΙΟΝ στη παραλία, δίπλα στο Φάρο Το διώροφο ξύλινο (τύπου Μπαρόκ) κτίριο στη γωνία των οδών Βενιζέλου και Μητροπολίτη Ιωακείμ, όπου είχε στεγαστεί το Γαλλικό Προξενείο Οι κινηματογράφοι ΤΙΤΑΝΙΑ, ΟΡΦΕΑΣ, ΕΛΛΗΝΙΣ, οι οικίες των Φιμερέλη στη γωνία Παλαιολόγου και Ιωακείμ Καβύρη με τις ανθοφυτεμένες αυλές, το διώροφο του Γανόζη στη γωνία Δικαστηρίων και Μιαούλη με τη βαριά ξύλινη πόρτα, το κτίριο του Χατζησαφέτ Μπέη στη γωνία της Λεωφόρου Δημοκρατίας και 14ης Μαΐου και το καφενείο «ΚΕΝΤΡΟΝ» ακριβώς απέναντι και τόσες άλλες υπέροχες οικοδομές, μνημεία αρχιτεκτονικής ή ιστορικης αξίας που γεύθηκαν το άρωμα της ζωής αυτής της πόλης, από τη γέννησή της μέχρι την πλήρη ενηλικίωσή της Κάποιοι στέρησαν άπ΄ αυτή τη πόλη τις παιδικές της μνήμες.
Επίσης κάποια άλλα μικρά μεν αλλά με μεγάλη σημασία για την ιστορία της πόλης κτίρια। Τέτοια είναι τα κτίσματα των οικισμών "Καραγατσιανά", ¨Τσιμεντένια" και " Απολλωνιάδα" , που κατασκευάσθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις στεγαστικές ανάγκες των προσφύγων της Ανατολικής Θράκης από την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1922 που θα μπορούσαν κάποια από αυτά με πολύ μικρό κόστος να χρησιμοποιηθούν ως Μουσεία Μνήμης του Προσφυγικού Πληθυσμού της πόλης। Δυστυχώς ούτε κάτι από αυτά έχει σωθεί αν και η αξία τους ήταν, όταν άρχισαν να τα γκρεμίζουν μηδαμινή.
Και τώρα ψάχνουν πολλοί να βρουν φωτογραφίες των κτιρίων αυτών ή να ασχοληθούν με την καταγραφή τους και την αρχιτεκτονική τους। Ή να χρηματοδοτήσουν συγγραφή βιβλίων και λευκωμάτων ή να δημιουργήσουν Μουσεία.

Αυτή η πόλη περιφρόνησε την ιστορία της. Και η ιστορία θα της το ανταποδώσει…...

Οι φωτογραφίες από το βιβλίο "Προκτήτωρ Πόλις - Ταξίδι μνήμης στην πρώημη Αλεξανδρούπολη" και το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα Θόδωρου Ορδουμποοζάνη.