Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Η ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

Η Αλεξανδρούπολη, ως γνωστόν, ιδρύθηκε μετά το 1870, ύστερα από τη δημιουργία της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε την Ευρώπη με την Ανατολία και υπήρξε κομβικό κέντρο της γραμμής αυτής. Σύντομα, γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό άρχισε η εγκατάσταση πλήθους ανθρώπων, η συρροή των οποίων αυξάνονταν λόγω της προνομιούχου θέσης της νέας πόλης.



Στο νέο αυτό οικισμό εγκαταστάθηκαν άτομα προερχόμενα από όλες τις διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες και εθνότητες της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι΄ αυτό άλλωστε στην πόλη υπάρχουν ως σήμερα Αρμενική κοινότητα και εκκλησία καθώς και αντίστοιχη Ρωμαιοκαθολική, μοναδική σ΄ όλη την περιοχή. Μαζί με τις άλλες ομάδες, εγκαταστάθηκαν στη νέα πόλη και Ισραηλίτες, οι οποίοι ως ένα εκ των πλέον δραστήριων στοιχείων του νεοελληνικού κράτους, ανέπτυξαν αξιόλογη επιχειρηματική δράση και συμμετείχαν ενεργά στην κοινωνικοοικονομική ζωή της πόλη. Μετά την μικρασιατική καταστροφή η Εβραϊκή Κοινότητα της Αλεξανδρούπολης άρχισε σιγά – σιγά να συρρικνώνεται σε αντίθεση με τις αντίστοιχες του Διδυμοτείχου, Κομοτηνής και Ξάνθης που παρέμειναν πολυπληθείς! Η Εβραϊκή κοινότητα διατηρούσε στην Αλεξανδρούπολη, όλα τα χρόνια ζωής της στη πόλη, Συναγωγή (Χάβρα) που βρισκόταν στη σημερινή οδό Μαζαράκη, σε οίκημα το οποίο μεταγενέστερα (μεταπολεμικά) και μετά τη διάλυση της Κοινότητας, χρησιμοποιήθηκε ως κτήριο της Χριστιανικής Εστίας.


Η Αλεξανδρούπολη του μοσοπολέμου (Κεντρική Λεωφόρος)


Τ
α μέλη της Εβραϊκής Κοινότητας της Αλεξανδρούπολης ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο (ιδίως στους παραδοσιακούς κλάδους των υφασμάτων και των υαλικών) και ορισμένοι εργάζονταν ως αργυραμοιβοί (σαράφηδες). Ανάμεσα στα ονόματα των παλιών Αλεξανδρουπολιτών συγκαταλέγονται και τα εβραϊκά Ρεϊτάν, Μουίς, Ματαλών, Γκερών, Χάτεμ, Μπαλούλ κλπ.


Η Αλεξανδρουπολίτισσα συγγραφέας Σοφία Κλήμη – Παναγιωτοπούλου στο έργο της «Στο δέντρο του Ερημίτη» αναφερόμενη στην ενσωμάτωση των διαφόρων μειονοτήτων της πόλης μαζί με τον χριστιανικό πληθυσμό αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης, γράφει: «… Τους άλλους, τους Εβραίους, τους Αρμεναίους, τους Φραγκολεβαντίνους, η πόλη τους κράτησε να της προσδίδουν σπιρτάδα, κίνηση, ιδιομορφία। Τους δέχθηκε στο εμπόριο, στη συναλλαγή, έβαλε τα παιδιά τους στο ίδιο θρανίο με τα Ελληνόπουλα, να μάθουν την Ελληνική ιστορία….»!

Η οικία του εμπόρου μεταξιού Εβραίου Ελιέζερ Τζίβρε, γνωστής και ως "κουκουλόσπιτο" (φωτογραφία από το αρχείο του Θρ. Παπαστρατή)

Αναφορά στην Εβραϊκή κοινότητα της πόλης κάνει και ο Θανάσης Κριτού στο βιβλίο του «Αλεξανδρούπολη, Η εκατοντάχρονη ιστορία της 1878-1978» όπου μεταξύ των άλλων αναφέρει: « Τα γνωστότερα μέλη της Εβραϊκής παροικίας, τα οποία εγκαταστάθηκαν στο Δεδέαγατς ήταν: Η οικογένεια Αβραάμ Χάτεμ και Υιού, καταστηματαρχών ανδρικών υφασμάτων, οι οικογένειες των αδελφών Ρεϊτάν Πέππο και Τζακ, καταστηματαρχών υαλικών και κρυστάλλινων ειδών. Ο Πέππο Ρεϊτάν στις δεκαετίες του 20 και 30 ήταν από τους πιο κοσμικούς νέους της Αλεξανδρούπολης. Άριστος χορευτής και ευχάριστος στις συντροφιές του. Στις χορευτικές συγκεντρώσεις και στις επίσημες, χοροεσπερίδες, πρώτος άρχιζε τους χορούς και τελευταίος τελείωνε και πάντοτε διηύθυνε τις καντρίλιες και λανσιέδες… Επίσης οι οικογένειες Μπαλούλ Μιτράνι, Εμίλ Ματαλόν, Γκερόν Αμουλάφια, αργυραμοιβού, Ααρών Σιμσή, Αμαρατζή, Μπεχάρ και άλλων…».

Η ισραηλιτική κοινότητα της Αλεξανδρούπολης μέχρι της αρχές του 1940 αριθμούσε περί τις 25 οικογένειες και 140 μέλη.

Η εκτόπιση των Εβραίων από το Διδυμότειχο (αρχείο Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος)


Οι Εβραίοι της Αλεξανδρούπολης, μαζί με τους ομοθρήσκους τους όλων των περιοχών της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας, συνελήφθησαν το βράδυ της 3ης Μαρτίου 1943 από τις Γερμανο-Βουλγαρικές Αρχές Κατοχής και εστάλησαν στα ναζιστικά στρατόπεδα του θανάτου, όπου και εξοντώθηκα. Συγκεκριμένα τη νύχτα της 3ης προς την 4η Μαρτίου του 1943 και σε εφαρμογή της συμφωνίας της 22 Φεβρουαρίου του 1943 που υπέγραψαν Γερμανοί και Βούλγαροι «για εκτοπισμό των πρώτων 20000 Εβραίων από τις νεοαποκτηθείσες χώρες της Θράκης και της Μακεδονίας» στις Σέρρες, τη Δράμα, την Καβάλα, την Ξάνθη, την Κομοτηνή και την Αλεξανδρούπολη, δόθηκε η διαταγή της σύλληψης των Ελληνοεβραίων। Από νωρίς το βράδυ της 3ης Μαρτίου, στάθηκε μπροστά σε κάθε πόρτα με την ένδειξη «Εβραϊκό σπίτι» ένας Βούλγαρος στρατιώτης. Οι δρόμοι της πόλης είχαν φωταγωγηθεί για να μην μπορεί κανείς να κινείται στο σκοτάδι και δραπετέυσει, ενώ πολυβόλα είχαν στηθεί σε διάφορα σημεία. Ο φόβος μαζί με τη νύχτα σκέπασαν την πόλη. Τα μεσάνυχτα, άγριες φωνές ξύπνησαν τους κοιμούμενους τον ύπνο του δικαίου Εβραίους και τους διέταζαν να ετοιμαστούν. Ο χρόνος που τους δινόταν για την ετοιμασία τους ήταν δέκα πέντε λεπτά, «πετνάσι μινούτ» ήταν η κραυγή που τρυπούσε τα αυτιά τους.

Εβραίοι επιβιβάζονται σε τρένο για να μεταφερθούν στα στρατόπεδα θανάτου Άουσβιτς – Μπίρκεναου (αρχείο Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος)

Την επόμενη μέρα, φορτώθηκαν σε βαγόνια και σιδηροδρομικώς μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη μαζί με 740 Εβραίους από το Διδυμότειχο και 197 από τη Ορεστιάδα και το Σουφλί। Φθάνοντας στη Θεσσαλονίκη, οδηγήθηκαν μαζί με όλους τους Εβραίους της Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης σε γκέτο που φυλασσόταν από τους Γερμανούς και στις 10 Μαΐου 1943 στάλθηκαν με τρένα στα στρατόπεδα θανάτου Άουσβιτς – Μπίρκεναου. Μεταξύ αυτών ήταν και οκτώ εβραϊκές οικογένειες, σύνολο τριάντα άτομα, του Διδυμοτείχου, που είχαν ισπανική υπηκοότητα, αφού καμία επέμβαση δεν μπόρεσε να τους σώσει. Οι απώλειες του εβραϊκού πληθυσμού της Θράκης από τον βουλγαρογερμανικό διωγμό ήταν ολοκληρωτικές.

Την περίοδο 1943-44 ο εβραϊκός πληθυσμός μειώθηκε στην κοινότητα Διδυμοτείχου κατά 96%, στο Σουφλί κατά 98%, στην Αλεξανδρούπολη κατά 97%, στην Κομοτηνή κατά 96% και στην Ξάνθη κατά 99% Κατά την απογραφή του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος το 1945 αναφέρεται ότι μόνον 4 Εβραίοι της Αλεξανδρούπολης επέζησαν του Ολοκαυτώματος. Η τελευταία οικογένεια Εβραίων, αυτή των αδελφών Ρεϊτάν, που διατηρούσε υαλοπωλείο στην Αλεξανδρούπολη επί της κεντρικής λεωφόρου, διασωθείσα του ολοκαυτώματος, αποχώρησε από την πόλη στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα.

Η Ισραηλιτική Κοινότητα, όπως και αυτή των Φραγκολεβαντίνων, αποτελεί μια ανάμνηση στην σύντομη ιστορική διαδρομή της πόλης, στοιχείο της πάλαι ποτέ έντονης πολυπολιτισμικότητάς της.



Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Ιστορικά κτίρια Δημόσια που δεν έχουν κηρυχθεί διατηρητέα

Μέρος 3ο

Υπάρχει μια κατηγορία κτιρίων που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε οργανισμούς του Δημοσίου, που αν και είναι συνδεδεμένα με την ιστορία αυτής της πόλης δεν έχουν κηρυχθεί ακόμη διατηρητέα.

1.- Φάρος

Όταν στη δεκαετία του 1870 άρχισε να δημιουργείται ένας λιμενίσκος στον ίδιο χώρο που είναι το σημερινό λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, φάνηκε η ανάγκη εγκατάστασης κι ενός φάρου που θα διευκόλυνε τους ντόπιους ναυτικούς αλλά και τους ναυτιλλόμενους από και προς τον Ελλήσποντο. Έτσι, δυτικά του λιμανιού, κτίστηκε ένας κυλινδρικός πύργος με φαρδιά βάση, από αρμολογημένη πέτρα, στην κορυφή του οποίου τοποθετήθηκε φάρος,δηλαδή πυρσός που χρησιμεύει στην ακτοπλοΐα και πελαγοδρομία. Το κτίσιμο του φάρου ανέλαβε Γαλλική Εταιρεία Φάρων και Φανών της Μεσογείου (Administration generale des phares de IEmpire Pttoman), μετά από σύμβαση με την τότε Τουρκική Κυβέρνηση. Πόσος χρόνος χρειάστηκε για το χτίσιμο δεν είναι γνωστό. Εγκαινιάσθηκε και τέθηκε σε λειτουργία για πρώτη φοράτην 1η Ιουνίου του 1880. Τότε λειτουργούσε με ασετιλίνη. Αργότερα λειτουργούσε με πετρέλαιο με τη μέθοδο της πυράκτωσης. Από το 1974 λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα αλλά διαθέτει και εφεδρικές φιάλες με ασετιλίνη για την περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος. Επισκευές και μετασκευές στο κτίριο του φάρου έγιναν το 1946 και το 1955. Το 2002 αντικαταστάθηκε ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός του με νέας τεχνολογίας. Στην κορυφή του κτίσματος βρίσκεται ο θάλαμος του φανού. Γύρω από το φανό περιστρέφεται ένας κοίλος καθρέφτης που στέλνει το φως στα τοποθετημένα γύρω του πρίσματα. Η κίνηση του καθρέφτη πριν χρησιμοποιηθεί το ηλεκτρικό ρεύμα απαιτούσε μια διαδικασία με αντίβαρα και τροχαλίες που φρόντιζε ο Φαροφύλακας. Για να φτάσει κανείς στην κορυφή του πρέπει να περάσει τα 98 σκαλοπάτια του με τα έξι μεγάλα πλατύσκαλα. Δίπλα από κάθε πλατύσκαλο υπάρχει στενόμακρο παραθυράκι, προς τη νότια μεριά του, για να φωτίζεται το εσωτερικό του. Το κτίριο του φάρου έχει ύψος 18 μέτρα από το έδαφος και 27 μέτρα (εστιακό ύψος) από τη μέση στάθμη θαλάσσης. Το στίγμα του είναι 40ο 50΄ 07΄΄ Βόρειο, 25ο 52΄ 05΄΄ Ανατολικό. Χαρακτηριστικό του φάρου είναι τρεις (03) λευκές αναλαμπές κάθε 15 δευτερόλεπτα (0,38 + 2,12 + 0,38 + 2,12 +0,38 + 9,62 =15δ). Έχει φωτιστική φωτοβολία 24 ναυτικών μιλίων και με ιδανικές καιρικές συνθήκες είναι ορατότητα από απόσταση 24 ναυτικών μιλίων (44χλμ περίπου). Λειτουργεί υπό την άμεση επιτήρηση προσωπικού της Υπηρεσίας Φάρων και είναι ένας από τους λίγους επιτηρούμενους φάρους που υπάρχουν σήμερα. Είναι το Ναυτικό σύμβολο της Αλεξανδρούπολης. Στα πλαίσια του εορτασμού της Ναυτικής Εβδομάδας 1994 από το Σύλλογο Αρχαιοφίλων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς Ν. Έβρου τοποθετήθηκε στην είσοδό του μαρμάρινη πλάκα με το ιστορικό του.

2.- Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Νικολάου.

Είναι πετρόκτιστη βασιλική με τρούλο και δύο κωδωνοστάσια. Θεμελιώθηκε το 1892 και εγκαινιάστηκε στις 26 Αυγούστου του 1901 από τον τότε μητροπολίτη Αίνου, Γερμανό Θεοτοκά. Μάλιστα για τα εγκαίνια είχε εκδοθεί και πολυτελής αφίσα που σώζεται μέχρι σήμερα. Στο χώρο του ναού τελέσθηκε στις 15 Μαΐου του 1920 η επίσημη δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης, ενώ την προηγουμένη, 14 Μαΐου 1920 δίπλα από τον Ναό, στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, υπογράφηκε το πρωτόκολλο των Ελευθερίων της Πόλεως, έγγραφο το οποίο φυλάσσεται σήμερα στο παρακείμενο Εκκλησιαστικό Μουσείο. Τα δύο κωδωνοστάσια ανεγέρθηκαν το 1908 με δωρεά του πρόξενου της Αυστροουγγαρίας, Vlassiu Souchour. Στο ναό φυλάσσονται η ξυλόγλυπτη εικόνα της Παναγίας της Τριφώτισσας, έργο του 13ου αιώνα από τον Αίνο, και η μικρή εικόνα της Παναγίας της Μαυροφορούσης. Λέγεται ότι ο λόφος στον οποίο έχει κτισθεί ο ναός είχε παραχωρηθεί από τον Χατζή Σαφέτ Μπέη. Αναφέρεται ότι οι κάτοικοι του Δεδέαγατς για τα σχέδια και την κατασκευή του ναού κάλεσαν αρχιτέκτονες και τεχνίτες από τη Πόλη και ότι το τέμπλο της είναι ακριβώς το ίδιο με το τέμπλο της Αγίας Τριάδας Κωνσταντινούπολης. Επίσης έχει γραφεί ότι το κόστος ανέγερσης αυτού του ναού έφθασε τα 25.000 λίρες Τουρκίας.

3.- Κτίρια Ταχυδρομείου - Δικαστηρίων - Παιδικός Σταθμός.

Στα πρώτα δέκα χρόνια του 20ου αιώνα (1900 – 1910), στη πόλη λόγω του σιδηροδρόμου και του λιμανιού είχαν δημιουργηθεί όλες οι προϋποθέσεις για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του Οθωμανικού Κράτους και να δημιουργήσει την κτιριακή υποδομή για μια σύγχρονη για την εποχή εκείνη πόλη. Την εποχή αυτή κτίζονται πάρα πολλά κτίρια στη πόλη τόσο ιδιωτικά (κυρίως από τις υπάρχουσες κοινότητες Λεονταρίδειος, Γ΄ Δημοτικό Σχολείο, αλλά και από ιδιώτες) όσο και Δημόσια. Μεταξύ των Δημοσίων κτιρίων είναι το Πασαλίκι, η Γεωργική (ή κατ΄ άλλους Ναυτική) Σχολή (η σημερινή Ζαρίφειος Ακαδημία) αλλά και κτίρια για τις διοικητικές και στρατιωτικές ανάγκες της Οθωμανικής διακυβέρνησης.Μεταξύ αυτών των κτιρίων είναι η σειρά των υπερυψωμένων μονοκατοικιών, αμέσως μετά από τη σημερινή Μεραρχία (σώζονται το Στρατολογικό Γραφείο και η κτηνιατρική Υπηρεσία) ως σπίτια των Αξιωματικών του Οθωμανικού Στρατού, το Δικαστικό Μέγαρο, το Ταχυδρομείο, ο Παιδικός Σταθμός, το κτίριο της Διοίκησης Χωροφυλακής Έβρου που έχει κατεδαφιστεί (στη γωνία του Πάρκου Ανεξαρτησίας, δίπλα από το Δικαστικό Μέγαρο στη γωνία της Λεωφ. Αλεξάνδρου και Ζαρίφη), οι φυλακές στο πάρκο Ανεξαρτησίας και άλλα κτίρια. Όλα αυτά τα κτίρια κτίσθηκαν μετά την οδό Νικηφόρου Φωκά (σημερινό πεζόδρομο ταχυδρομείου) και Δυτικά αυτής, δεδομένου ότι το σχέδιο πόλης που είχαν χαράξει οι Ρώσοι έφθανε μέχρι τη σημερινή οδό Νικηφόρου Φωκά και σε εκτάσεις ελεύθερες που ανήκαν στο Οθωμανικό (τότε) Δημοσίο. Το ότι ήταν του Οθωμανικού Δημοσίου προκύπτει και από το γεγονός ότι και κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής αλλά και κατά την διοίκηση της πόλης από τη Διασυμμαχική Δύναμη τα κτίρια αυτά χρησιμοποιήθηκαν από Κρατικές κατοχικές ή διασυμμαχικές υπηρεσίες. Στο Κτίριο του ταχυδρομείου ήταν το διασυμμαχικό στρατηγείο. Και αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης τα κτίρια αυτά περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο ως εχθρικές περιουσίες και από τότε χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό που χρησιμοποιούνται και σήμερα.Όλα αυτά τα κτίρια (Δικαστήριο, Ταχυδρομείο, παιδικός Σταθμός), πλην της Διοίκησης Χωροφυλακής Έβρου που ήταν διώροφο, ήταν χτισμένα με πέτρα, επιχρησμένα, με υπερυψωμένο ισόγειο, με εσοχή και σκάλα πέτρινη στη πύλη (είσοδο), κεραμοσκεπή, γύρω γύρω από την οποία υπήρχε μετώπη, και μεγάλη αυλή πέριξ αυτών.

Από τα τρία αυτά κτίρια, το μόνο που έχει υποστεί αλλοιώσεις είναι το Δικαστικό Μέγαρο, στο οποίο από το 1957 μέχρι το 1959 προστέθηκε ακόμη ένας όροφος με μία προσπάθεια όμως να διατηρηθεί κατά το δυνατόν η αρχική φυσιογνωμία του κτιρίου.

4.- Μύλος Μασούρα

Χτίστηκε από τον μικρομέτοχο της αλευροβιομηχανίας Μεσσηνίας «Ευαγγελίστριας», τον Γεώργιο Μασούρα (από τα Λεχαινά της Ηλίας). Το χτίσιμο άρχισε το 1930 και τελείωσε το 1933. Με την αποπεράτωσή του εγκατέστησαν ταυτόχρονα «πέτρες» και «κυλινδρομηχανές». Ο «πετρόμυλος» ήταν δύο στρογγυλές πέτρες διαμέτρου ενάμισι μέτρου. Η κάτω πέτρα ήταν σταθερή και η επάνω περιστρεφόμενη. Ο μυλωνάς έριχνε το στάρι από πάνω και το αλεύρι έβγαινε από κάτω, ανάμεικτο με το πίτυρο αλλά και ξένες ύλες (ήρα, κριθάρι κλπ., όταν δεν είχε προηγηθεί πέρασμα από το καθαριστήριο). Αυτό ήταν το λεγόμενο «ντούζικο» αλεύρι. Ο μύλος κινείτο με πετρελαιομηχανή, «κεντρική τρανσμισιόνα» που κινούσε με ιμάντες (λουριά) τις κυλινδρομηχανές, ανεβατόρια, μεταφορικές ταινίες κ.λ.π. Ο «κυλινδρόμυλος» αποτελείτο από σειρά καθαριστικού συγκροτήματος, πλυντηρίου σίτου, κυλινδρομηχανές, μηχανές κοσκινίσματος κλπ.Το 1940 επιτάχθηκε από τον Ελληνικό Στρατό και το 1941 με την είσοδο των Γερμανών σταμάτησε τη λειτουργία του.Το βράδυ της 31ης Ιουλίου 1947 κάϊκε από τον «Δημοκρατικό Στρατό» ο τρίτος όροφος του Μύλου, του οποίου τα πατώματα ήταν από σουηδική ξυλεία και με τα εύφλεκτα υλικά που υπήρχαν μέσα (πετρέλαιο, αλεύρι, στάρια) έγινε αυτό πυροτέχνημα. Λίγο αργότερα με επιβλέποντα μηχανικό τον Χαράλαμπο Καλπάκα, ξαναχτιστήκαν τα καμένα και ξανάρχισε ο μύλος να δουλεύει.Με τον θάνατο του Γεωργίου Μασούρα το 1967, οι κληρονόμοι του αποφάσισαν να σταματήσουν τη λειτουργία του. Το 1996-97 αποφασίσθηκε από τον τότε Δήμαρχο Ηλία Ευαγγελίδη η αγορά του κτιρίου από το Δήμο και στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η αναπαλαίωσή του από τον Δήμαρχο Τριαντάφυλλο Αρβανιτίδη και σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως για τις πολιτιστικές ανάγκες του Δήμου.

5.- Άγιος Ιωσήφ (Καθολική εκκλησία)

Από τα πρώτα κτίρια που ανεγείρει η καθολική κοινότητα στο Δεδέαγατςείναι ο Καθολικός Ναός του Αγίου Ιωσήφ, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα στη γωνία των οδών Ελευθερίου Βενιζέλου και Κομνηνών. Η ανέγερση αυτού του ναού, που είναι χτισμένος στον τύπο τηςΒασιλικής, ξεκίνησε το 1896 και ολοκληρώθηκε το 1901. Πρόκειται για περικαλλή ενοριακό ναό, από λαξεμένη πέτρα, τρίκλητο με πλούσια εσωτερική διακόσμιση.Το επίσημο επισκοπικό διάταγμα ίδρυσής του εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στις 28 Οκτωβρίου 1898, από τον Αποστολικό Τοποτηρητή Α. Bonneti. Στο sait της Καθολικής εκκλησίας αναφέρεται ότι «.....Το αποστολικό Βικαριάτο ιδρύθηκε στις 19 Μαρτίου 1926, εορτή του Αγίου Ιωσήφ, την ημέρα εκείνη (19 Μαρτίου 2006), εορτάσθηκαν και τα 110 χρόνια από την ίδρυση της Ενορίας του Αγίου Ιωσήφ Αλεξανδρούπολης...». Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου και της Βουλγαρικής Κατοχής, η καθολική κοινότητα γνώρισε τη βαρβαρότητα των Βουλγάρων, ενώ καταστράφηκε μέρος της εκκλησίας. Μετά τη λήξη του πολέμου, στις 14 Φεβρουαρίου 1919, οι εφημέριοι του «Αγίου Ιωσήφ» προσέφυγαν στη μικτή Ιταλο - Βουλγαρική επιτροπή διαιτησίας, διεκδικώντας αποζημίωση. Με αλλεπάλληλους δικαστικούς αγώνες δικαιώθηκαν εν μέρει το 1929. Το 1938 διέμεναν στην Αλεξανδρούπολη μόλις 110 καθολικοί. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω ανυπαρξίας ιερέων, ο ναός παραχωρήθηκε στο Αποστολικό Βικαριάτο της Θεσσαλονίκης. Το 1946 την πνευματική εξυπηρέτηση της μικρής πλέον κοινότητας ανέλαβαν οι Λαζαριστές της Καβάλας έως και το 1981. Έκτοτε ο καθολικός ναός υπάγεται στους Λαζαριστές της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι τελούν τη θεία Λειτουργία ορισμένες φορές τον χρόνο.

6.- Το Καθολικό Επισκοπείο

Μαζί με την ανέγερση του Καθολικού Ναού, παραπλεύρως αυτού και στην βόρεια πλευρά του, αναγέρθηκε την ίδια χρονιά (1896) και μία οικία, (Ι.Μονή των ππ. Φραγκισκιανών), αποτελούμενη από υπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο, πρώτο όροφο και σοφίτα (δώμα), επί της οδού Κομνηνών επί οικοπέδου εκτάσεως 344 τ.μ., η οποία αποτελούσε την κατοικία του Βικάριου ιερέα και επισκοπείο της κοινότητας. Μετά την αποχώρηση από την πόλη των Καθολικών, παρέμεινε στην κυριότητα της Καθολικής εκκλησίας. Το 1955 στεγάσθηκε στο κτίριο αυτό η Εμπορική Σχολή (Γυμνάσιο), και αργότερα το Οικονομικό Γυμνάσιο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Έκτοτε και μέχρι το καλοκαίρι του 2007 στο κτίριο αυτό είχε την έδρα της η Τοπική Εφορεία προσκόπων Αλεξανδρούπολης και το 2ο Σύστημα Προσκόπων Αλεξανδρούπολης. Σήμερα παραμένει κενό. Πρόσφατα αποφασίσθηκε από την Καθολική Εκκλησία η ανακαίνιση του. Κτι

7.- Ναός Αγίου Καραμπέτ (Αρμενική εκκλησία

Ορθόδοξη Αρμενική Εκκλησία που βρίσκεται επί των οδού Αδριανουπόλεως και 14ης Μαΐου, Θεωρείται η παλαιότερη εκκλησία της περιοχής και χρονολογείται ότι θεμελιώθηκε το 1875 και αποπερατώθηκε το 1886. Κτίσθηκε από τους ίδιους τους Αρμένιους με προσωπική τους εργασία. Σημειώνεται ότι οι Αρμένιοι είναι από τους πρώτους κατοίκους αυτής της πόλης. Ήρθαν από τη πόλη Μους της Αρμενίας και εργάζονταν στο λιμάνι και στα σιδηροδρομικά έργα που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1870 στο Δεδέαγατς και ο αρχικός αυτός πυρήνας εξελίχθηκε αργότερα σε λαμπρή κοινότητα εμπόρων και βιοτεχνών. Ο Ναός ονομάζεται Άγιος Καραμπέτ (Πρόδρομος) και πήρε το όνομα από την αντίστοιχη εκκλησία του τόπου καταγωγής των Αρμένιων εργατών που οικοδόμησαν την εκκλησία. Ο Ναός είναι ρυθμού Βασιλικής χωρίς τρούλο. Στο επάνω μέρος της εισόδου του εξωτερικά βρίσκεται μια μαρμάρινη πλάκα στην οποία αναγράφεται η ένδειξη «ΣΟΥΡΠ ΓΚΑΡΑΜΠΕΝΤ Ιωάννης ο Πρόδρομος 1875» και η ημερομηνία θεμελίωσής της. Παραπλεύρως βρίσκεται μία βρύση, η πρώτη βρύση σε υπαίθριο χώρο στη πόλη, στολίδι αρχιτεκτονικής αξίας της τότε εποχής. Στο εσωτερικό του Ναού φυλάσσονται σημαντικής αξίας; Κειμήλια.

8.- Παλιός Γαλλικός σιδηροδρομικός σταθμός

Το διώροφο κεντρικό κτίριο του Σιδηροδρομικού Σταθμού των Ανατολικών Σιδηροδρόμων (CO) και αργότερα της γαλλοελληνικής (C.F.F.H.), είναιαπό τα πρώτα κτήρια της πόλης. Είναι διώροφος με κεραμοσκεπή, κατασκευασμένος από οπτοπλινθοδομή και εξωτερικά καλύπτεται με ξύλινη επένδυση (επένδυση με οριζόντιες σανίδες στο ισόγειο και κάθετες στον όροφο).Εξαιτίας της γειτνίασής του με τον λιμένα της πόλης εξυπηρετούσε όλα τα μέσα ανταποκρίσεως για τη διασπορά ή τη συγκέντρωση επιβατών. Σήμερα ως σταθμός Διαλογής, εξακολουθεί να στεγάζει λειτουργίες της σιδηροδρομικής υπηρεσίας και κυρίως αποτελεί το σημείο διασταύρωσης των γραμμών Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης και Αλεξανδρούπολης – Ορμένιου.

9.- Στρατιωτική Στάση (Station Militaire)

Το κτίριο αυτό χτίσθηκε όταν η εταιρία Companie dExploitation des Chemins de Fer Orientaux (C.O.), που εκμεταλλεύετο τις σιδηροδρομικές γραμμές στο ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είχε τα προνόμια στις εγκαταστάσεις των λιμένων Θεσσαλονίκης και Δεδέαγατς, επέτρεψε εντέλει την κάθοδο των γραμμών της J.S.C (Θεσσαλονίκης – Δεδέαγατς) σε απ΄ ευθείας σύνδεσή τους με τη θάλασσα. Μέχρι τότε η γραμμή αυτή από τον σταθμό Πόταμου παράκαμπτε βόρεια τη πόλη και τερμάτιζε στις Φέρες. Το κτίρια αυτό (πρώην Στρατιωτική Στάση ή Station Militaire) έχει ανακαινισθεί από τον Δήμο Αλεξανδρούπολης και χρησιμοποιείται για τις ανάγκες του. Το κτίριο αυτό διαθέτει σταυροειδή κάτοψη, με άξονα συμμετρίας κάθετο προς τις σιδηροδρομικές γραμμές, συμμετρικά τοξωτά ανοίγματα, με στρογγυλό φεγγίτη στις πλάγιες όψεις για τον εξαερισμό της στέγης, με ψευτοπαραστάδες, ξύλινες τεμνόμενες στέγες και με ξύλινους εξωτερικούς δοκούς στις στεγασμένες αμφίπλευρες εισόδους, δεμένους με καλλιτεχνική μαστοριά. Τέλος διαθέτει τέσσερες άνετες αίθουσες εκατέρωθεν του άξονα συμμετρίας (ανά δύο), οι οποίες συνδέονται με ενδιάμεσο κεντρικό χώρο.

Άλλα κτίρια αυτής της κατηγορίας είναι το Δημοτικό Ωδείο στην γωνία των οδών Καραϊσκάκη και Δικαστηρίων (απέναντι από την Αστυνομία), το Δημοτικό Ωδείο επί της οδού Βενιζέλου, το σπίτι της Αντουανέτας στην οδό Τσιμισκή και ο Ναός του Αγίου Ελευθερίου (αναγέρθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950),