Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Οι Κινηματογράφοι της Αλεξανδρούπολης. Όνειρο ήταν και πάει!

Κλάψαμε, γελάσαμε, ταξιδέψαμε, ονειρευτήκαμε, ερωτευθήκαμε, πονέσαμε, γνωρίσαμε τον κόσμο, μεγαλώσαμε μπροστά από μια μεγάλη οθόνη. Μοιρασθήκαμε με φίλους και φίλες συγκινήσεις και συναισθήματα και μας γέμισε τη ψυχή με πάθος! Άλλωστε ήταν μια από τις λιγοστές διασκεδάσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας! Και βέβαια και της μεταπολεμικής Αλεξανδρούπολης! Και προσιτή σε όλα τα βαλάντια. Βόλτα από νωρίς στη κεντρική Λεωφόρο τον χειμώνα και στην παραλία το καλοκαίρι. Και μετά …Σινεμά!


















Αφίσες από δύο κλασικές ταινίες, "Το παιδί και το δελφίνι" με τη Σοφία Λορέν, που γυρίσθηκε στις Κυκλάδες και τη "Φαίδρα" με τη Μελίνα Μεκούρη, τον Τόνι Πέρκις και τον Ράφ Βαλόνε, σε σκηνοθεσία Ζιλ Ντασέν.
Απαγορευμένος καρπός στα μαθητικά χρόνια! Η ποινή; Μερικές ημέρες αποβολή από το Σχολείο! Κριμένοι σε εξώστες ή στις πρώτες θέσεις με σηκωμένους γιακάδες για να μη μας γνωρίζουν από πίσω! Η χαρά και η απόλαυση της μεγάλης οθόνης ανάμεικτη με την αγωνία της αποκάλυψης και της τιμωρίας! Ίσως για αυτό το πάθος και η αγάπη ήταν τόσο μεγάλη. Μέσα στα θερινά τα σινεμά, τα καλοκαίρια, μυρίσαμε κι εμείς αγιόκλημα και γιασεμί, ενώ περάσαμε τις ατελείωτες νύχτες των εφηβικών μας χρόνων!

Στα θερινά τα σινεμά











Η πρόσοψη του κινηματογράφου "ΤΙΤΑΝΙΑ" με την επική ταινία "Ο ΧΙΤΩΝ" με τον Βίκτωρ Μάτσιουρ και την κλασική ελληνική "ΛΑΤΕΡΝΑ ΦΤΩΧΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΤΙΜΟ" με τους Φωτόπουλο, Αυλωνίτη, Καρέζη και Αλεξανδράκη.

Στα θερινά τα σινεμά, νοιώθαμε την απόλυτη ελευθερία του έναστρου ουρανού και μάθαμε να αγαπούμε όλα τα είδη των ταινιών. Από Ταρζάν, Ζορό, γούεστερν, κουρσάρους, μυθικούς ήρωες, δράματα, κωμωδίες, περιπέτειες, έρωτες, πολέμους, βοσκοπούλες, Αστέρω, φουστανέλες, Ναργκίς! Και από πρωταγωνιστές Φρέντ Άστερ, Φερναντέρ, Σαρλώ, Χοντρό-Λιγνό, Βίκτωρ Μάτσουρ, Τζώνι Βαϊσμίλερ, Πάουερ, Άβα Γκάρνερ, Ρίτα Χέουγορθ, Τόνυ Κέρτις, Έντι Κωνσταντίν, Τζον Γουέι, Έρολ Φλιν, Γκάρι Κούπερ, Τζέιμς Ντιν, Πίτερ Σέλερ, Μπαρντό, Λολομπριγκίτα, Λόρενς, Μαστρογιάννη, Πρίσλευ, μέχρι Ξανθόπουλο, Βούρτση, Λογοθετίδη, Φωτόπουλο, Βασιλειάδου, Αυλωνίτη, Κοκοβιό, Βέγκο, Μυράτ, Χορν, Λαμπέτη, Κατράκη, Φούντα, Μελίνα, Βλαχοπούλου, Βουγιουκλάκη, Αλεξανδράκη, Καρέζη και ......... τελειωμό δεν έχει! Ήρωες για όλα τα γούστα, για όλες τις φαντασίες, για όλα τα συναισθήματα!
Τότε μεσ΄ στη σκοτεινή αίθουσα ο καθένας και κάθε μια μας ταυτιζόταν με τους δικούς του ήρωες και τις δικές της ηρωϊδες! Εκεί στο απόλυτο σκοτάδι χανόταν όλες οι διακρίσεις. Πλούσιοι και φτωχοί! Μεγάλοι και μικροί! Άνδρες, γυναίκες! Γέροι, μεσήλικες, νέοι, έφηβοι και παιδιά! Ο καθένας ζούσε το δικό του ξεχωριστό όνειρο! Ο καθένας ένοιωθε Βασιλιάς μέσα στο δικό του ...σκοτεινό Βασίλειο!











Στην είσοδο του ανακινισμένου "ΑΣΤΡΟΝ" μικροί και μεγάλοι πλάθουν τα δικά τους όνειρα.
Μόνο η φωνή του μικρού στα διαλείμματα που φώναζε «μέντες, καραμέλες, σπόρια, γκαζόζες, λεμονάδες, μπιράαααλ....», διέκοπτε το μαγικό ταξίδι! Και στην αρχή τα «κρατικά» επίκαιρα, με Βασιλιάδες, Πρίγκιπες, Πριγκίπισσες, Υπουργούς και κάθε λογής Κυβερνητικούς με τις πολυποίκιλες δραστηριότητές, τους παρετείναν την αγωνία έναρξης του μαγικού ταξιδιού στον κόσμο της φαντασίας μας. Και αν τύχαινε και προβαλλόταν και σκηνές από το έργο της Δευτέρας, και της άλλης και παράλλης Δευτέρας, έ τότε άρχιζαν τα σφυρίγματα ..... και η αγωνία μεγάλωνε!

Άλλαξαν οι εποχές

Σήμερα άλλαξαν οι εποχές! Όλα ανήκουν στο χθες! Χάθηκαν οι αίθουσες; Ελάχιστες έμειναν! Άλλαξε η διασκέδαση! Χάθηκε εκείνη ανέμελη απόλυτη ελευθερία μπροστά σε ένα άσπρο πανί μέσα στο βαθύ σκοτάδι! Και μαζί χάθηκαν και οι άνθρωποι που είχαν ταυτίσει τη ζωή τους με τον κινηματογράφο! Οι ιδιοκτήτες τους (Παπαδόπουλος, Ιωαννίδης, Ανθρακίδης, Βογιατζής και οι νεότεροι τους), που συναγωνίζονταν ποιος θα κάνει την πιο όμορφη αίθουσα και ποιος θα φέρει τα πιο καλά έργα! Τότε δεν είχε πρώτη και δεύτερη προβολή! Δεν είχε απογευματινή και βραδινή προβολή! Τις Κυριακές τον χειμώνα άρχιζε από το πρωί και τελείωνε αργά τα μεσάνυχτα! Και πολλές φορές οι ουρές ήταν ατέλειωτες! Οι επιγραφοποιοί (Ο κυρ Αντώνης ο Κουρουτζίδης, πρώτος στο είδος του, ο Ακύλας και τόσοι άλλοι) με τις πανέμορφες χειροποίητες γιγαντοαφίσες, που προανήγγειλαν στις προσόψεις των κινηματογράφων τις ελληνικές και ξένες ταινίες που επρόκειτο να παιχτούν. Έργα τέχνης που σήμερα πολλοί τα αναζητούν! Οι εργαζόμενοι στους κινηματογράφους (η κυρία Λυδία, ο Νίκος ο Αναστασόπουλος, ο Λάκης ο Πάντος, ο κυρ Τάκης, η κυρία Ζαρκάδη, ο Ζαφείρης, ο Ηλίας, ο Χάμπος και τόσοι άλλοι), ένας ολόκληρος κόσμος που μοχθούσε για να απολαύσουμε τον κινηματογράφο. Κι΄ ας τους φωνάζαμε στην πρώτη «στραβοτιμονιά» .... «γράμματα χασάπη...»! Όσοι πιτσιρικάδες τύχαινε να τους γνωρίζουν, εξασφάλισαν την ανέξοδη και λάθρα είσοδό τους από πλάγιες πόρτες στον μαγικό κόσμο της μεγάλης οθόνης. Και κάποιοι άλλοι, μαθητευόμεναι, μελλοντικοί «μάγοι» των μυστικών του κινηματογράφου, είχαν το προνόμιο να απολαμβάνουν και .....ακατάλληλα τότε, πολύ σεμνά για σήμερα, για ανηλίκους έργα!










Αρχές δεκαετίας 1950. Παρέλαση Ναυτών του Λιμενικού μπροστά από τον θερινό κινηματογράφο "ΗΛΥΣΙΑ", πάνω από τον οποίο ο κόσμος παρακολουθεί την παρέλαση. Δεξιά, αναμνηστική φωτογραφία μπροστά από τον χειμερινό κινηματογράφο "ΕΛΛΗΝΙΣ".


Ονόματα που ξυπνούν μνήμες

Αναπολώντας με φίλους και γνωστούς τα «ασπρόμαυρα χρόνια» που δέσποζαν στη ζωή των Αλεξανδρουπολιτών οι «σκοτεινοί ναοί» των εικόνων και των συγκινήσεων έρχονται στις μνήμες μας τα παράξενα και ποιητικά ονόματα που κάποτε σήμαιναν πολλά για μας: ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ, ΤΙΤΑΝΙΑ, ΕΛΛΗΝΙΣ, ΟΡΦΕΑΣ, ΕΒΡΟΣ, ΡΕΞ, ΜΑΞΙΜ, ΗΛΥΣΙΑ, ΑΚΡΟΠΟΛ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΕΓΝΑΤΙΑ, ΑΔΩΝΗΣ (Drive)! Και νοιώθουμε ότι μας λείπει ένα κομμάτι απ΄ τη ζωή μας. Στην ιστορία αυτών των «Ιερών» για πολλούς ονομάτων και χώρων θα επιχειρήσουμε ένα σύντομο ταξίδι. Ταξίδι μνήμης στα συναισθήματα του παρελθόντος!












Ο Κινηματογράφος «ΗΛΥΣΙΑ», ιδιοκτησίας του Συλλόγου Κυριών και Δεσποινίδων Αλεξανδρούπολης έχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία μας, αφού είναι ο πρώτος που λειτούργησε στη πόλη. Στην αρχική του μορφή ήταν μια καπναποθήκη του Δημοσίου που παραχωρήθηκε στο Σύλλογο μεταξύ 1925 και 1927. Αρχικά νοικιάστηκε στον Αρμένιο καπνέμπορο Ατζαριάν. Αργότερα με πιο πρόχειρη διασκευή άρχισε να λειτουργεί σαν κινηματογράφος με πολλή περιορισμένη κίνηση στην αρχή, γιατί ο κόσμος δεν ήταν συνηθισμένος σ΄ αυτό το θέαμα (εποχή του βωβού κινηματογράφου). Στη πιο συστηματική του μορφή ως κινηματογράφου άρχισε να λειτουργεί μεταξύ του 1927 και 1930. Χρειάσθηκε να κλεισθεί και να αναμορφωθεί και για το σκοπό αυτό ο Σύλλογος πήρε δάνειο 50.000 δραχμών και με διευκολύνσεις από τον εμπορικό οίκο Παπαθανάση-Τζιρίτη. Επίσης βοήθησε οικονομικά στη κατασκευή του και ο πλούσιος Κωνσταντινοπολίτης ξυλέμπορος Ευγενίδης. Τα εγκαίνιά του ως κινηματογράφου έγιναν από τον Μητροπολίτη Γερβάσιο, ο οποίος και έδωσε το όνομα «Ηλύσια». Ο πρώτος μισθωτής των «ανακαινισμένων» πλέον «Ηλυσίων» ήταν ο αυστριακής καταγωγής υπάλληλος της Γαλλοελληνικής Εταιρίας Σιδηροδρόμων Φιλκεστάϊν, ο οποίος συνεταιρίσθηκε με τον Γ. Κόπανο, ο οποίος διέθεσε για κεφάλαιο τις 400 καρέκλες που είχε. Επόμενος μισθωτής του ήταν κάποιος Στεφανίδης, μέχρι να αναλάβει τη διεύθυνσή του ο Νίκος Ιωαννίδης ο οποίος κράτησε τον κινηματογράφο για πάνω από 40 χρόνια (μέχρι τη δεκαετία του 1980) και συνέβαλε στη ριζική ανακαίνιση το 1968. Διέθετε ξύλινο εξώστη, τακτικοί πελάτες- θαμώνες του οποίου ήταν κυρίως μαθητές, που προσπαθούσαν να κρυφτούν από τους καθηγητές τους, αφού η κατά μόνας παρακολούθησή του από μαθητές ήταν απαγορευμένη ενέργεια και τιμωρείτο με 2 έως 5 ημέρες αποβολή από τα μαθήματα του σχολείου και στο τέλος διαγωγή «Κοσμία»!











Ο κινηματογράφοςε ΤΙΤΑΝΙΑ, στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και δεξιά λίγο πριν μετατραπεί σε κατάστημα ενδημάτων πολεθνικής εταιρίας.

Την εποχή προ του πολέμου λειτούργησαν και άλλοι δύο υπαίθριοι κινηματογράφοι. Ο ένας πίσω από το ξενοδοχείο «ΑΛΕΞ», επί της οδού Βενιζέλου, από τον Παναγιώτη Παπαδόπουλο, και ονομαζόταν «Πανελλήνιον» και ο οποίος στη συνέχεια δημιούργησε στο μπροστά μέρος, επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας τον χειμερινό κινηματογράφο «Τιτάνια». Ο άλλος, λειτούργησε για 2-3 καλοκαίρια, σε ένα ανοιχτό οικόπεδο μεταξύ των οδών Ελευθερίου Βενιζέλου και Μαζαράκη.

Τα «ΤΙΤΑΝΙΑ» δημιουργήθηκαν προπολεμικά από τον επιχειρηματία Παναγιώτη Παπαδόπουλο και αποτελούσαν συνέχεια του θερινού «Πανελλήνιον». Αρχές της δεκαετίας του 1960 ανακαινίσθηκαν και στη πρόσοψή του κτίσθηκε από τον ίδιο επιχειρηματία το ξενοδοχείο «ΑΛΕΞ».











Η πρόσοψη του θερινού κινηματογράφου ΕΒΡΟΣ αριστερά και και άποψή του από ψιλά από το Φάρο, δεξιά.
Ο ίδιος επιχειρηματίας το 1957, την εποχή που άνθιζε και πάλι ο Κινηματογράφος ως μαζικό μέσο ψυχαγωγίας, έχτισε και τον καλοκαιρινό κινηματογράφο «ΕΒΡΟΣ» στη παραλία, απέναντι από την παλιά Νομαρχία (γωνία Λεωφόρου Αλεξάνδρου και Σουλίου), στο χώρο όπου παλαιότερα στεγαζόταν το κέντρο «Λονδίνο» του ιδίου. Εκεί μπροστά υπήρχε μια μεγάλη δρυς, κάτω από την οποία λέγεται ότι θάφτηκε ο μοναχός Ντεντέ, από τον οποίο, κατά την παράδοση, και πήρε το αρχικό της όνομα η πόλη (Ντεντέ Αγάτς = το δέντρο του ερημίτη). Το δέντρο αυτό κόπηκε, μαζί με πολλά άλλα πλατάνια και δρυς που υπήρχαν στη πόλη, το 1952 – 53 από τον υπηρεσιακό Δήμαρχο Πρωτοδίκη Γουλή. Κτισμένος ο κινηματογράφος αυτός αμφιθεατρικά με εξώστη από οπλισμένο σκυρόδεμα, απετέλεσε πρότυπο αρχιτεκτονικής κατασκευής. Για τον κινηματογράφο αυτό ο γνωστός δημοσιογράφος Παντελής Αθανασιάδης έγγραψε σε σχετικό του άρθρο «… Μια άλλη αναφορά, (του καθηγητή Ν.Θ. Χολέβα της σχολής Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π.), που σχετίζεται με την Αλεξανδρούπολη, είναι το έργο του αρχιτέκτονα Ιωάννη Ξάστερου, διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού, που έδρασε στη πόλη τα χρόνια εκείνα. Πρόκειται για δύο αρχιτεκτονήματα που έχουν συνδεθεί με τις αναμνήσεις όλων των Αλεξανδρουπολιτών. Το ένα έργο είναι ο Θερινός κινηματογράφος «Έβρος», που δυστυχώς έχει κατεδαφιστεί και στο οποίο ψυχαγωγήθηκαν, φλέρταραν και διασκέδασαν τόσες και τόσες γενιές….».
















Από την ανέγερση του θερινού κινηματογράφου ΕΒΡΟΣ στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Αριστερά η είσοδος και δεξιά η οθόνη.
Ο ίδιος δε ο Καθηγητής Ν.Θ. Χολέβας στο σύγγραμμά του αναφέρει για το ίδιο έργο: «Στο άκρο αυτής της Ελλάδας, τα διδάγματα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου, αφήνουν συγκεκριμένα δείγματα ποιότητας». Υπήρξε για τη πόλη ένα κτιριακό στολίδι για τρεις και πλέον δεκαετίες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 όταν ξεκίνησε η κατεδάφισή του, έγιναν πολλές προσπάθειες από ομάδες πολιτών και οργανώσεις να κηρυχθεί διατηρητέος, αλλά δυστυχώς, όλες οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες.











Ο θερινός "ΟΡΦΕΑΣ" λίγο πριν τη κατεδάφισή του και ο επίσης θερινός "ΗΛΥΣΙΑ" (μετέπειτα "ΑΣΤΡΟΝ"), αρχές της δεκαετίας του 1950.


Με την απελευθέρωση της πόλης από τους Βουλγάρους και τους Γερμανούς, οι κινηματογράφοι ξεκίνησαν και πάλι το έργο της φθηνής ψυχαγωγίας των κατοίκων της πόλης, όπως ακριβώς συνέβη σε ολόκληρη τη χώρα. Εκτός από τους δύο χειμερινούς που απέμειναν από την προπολεμική περίοδο, τέλος της δεκαετίας του 1940 λειτουργούν άλλοι δύο θερινοί. Το «Ελληνίς» του επιχειρηματία – εμπόρου Απόστολου Ανθρακίδη, μεταξύ των οδών 14ης Μαΐου, Αίνου και Μαζαράκη, δίπλα στα «Ηλύσια», με είσοδο επί της 14ης Μαΐου και την οθόνη στη πλευρά της οδού Μαζαράκη. Γύρω – γύρω στους τοίχους υπήρχαν γιασεμιά, χωνάκια και νυχτολούλουδα, που γέμιζαν το χώρο με ευωδιές και με στρωμένο χαλίκι (όπως όλοι σχεδόν οι θερινοί της εποχής) το χωμάτινο δάπεδο.

 Ο θερινός κινηματογράφος "Ελληνίς", το καλοκαίρι του 1978.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο ιδιοκτήτης του κατεδάφισε τον θερινό αυτό κινηματογράφο και στον ίδιο χώρο έκτισε σύγχρονο χειμερινό και θερινό. Ο χειμερινός, που ονομάζετο «ΜΑΞΙΜ» ήταν στο ισόγειο και ο θερινός, που διατήρησε την ονομασία «Ελληνίς» στον πάνω όροφο. Ο άλλος θερινός κινηματογράφος λειτούργησε το 1947 επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας από τον επιχειρηματία Νίκο Ιωαννίδη με το όνομα «Ηλύσια». Σε οικόπεδο της οικογένειας Σταματοπούλου στήθηκε ο θερινός κινηματογράφος του Ιωαννίδη, αλλά μετά από 2-3 χρόνια, όταν ο Βαγγέλης Βογιατζής παντρεύτηκε τη μία από τρις δύο κόρες του Σταματόπουλου, ανέλαβε αυτός την λειτουργία του κινηματογράφου. Το 1967 ανακαινίσθηκε εξ υπαρχής ο χώρος και μετατράπηκε σε ένα σύγχρονο χειμερινό και θερινό κινηματογράφο με συρόμενη οροφή και με νέα ονομασία "ΑΣΤΡΟΝ". Λειτούργησε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 όταν η αίθουσά του μετατράπηκε σε χώρο νυχτερινής διασκέδασης.










Αναμνηστική φωτογραφία μπροστά στον χειμερινό κινηματοιγράφο "ΕΛΛΗΝΙΣ", (αριστερά), ο οποίος αργότερα μετονομάσθηκε σε "REX" (δεξιά).


Ο κινηματογράφος που άλλαξε τα δεδομένα στη πόλη από πλευράς αισθητικής και ανέσεων ήταν αυτός του «ΕΛΛΗΝΙΣ» και μετέπειτα ως «ΡΕΞ» στο ισόγειο του κτιρίου του Εργατικού Κέντρου Ν. Έβρου, επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, απέναντι από το πάρκο Δημοκρατίας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο πρώτος κινηματογράφος με βελούδινα (βυσσινί) καθίσματα και βαριά βελούδινη (βυσσινί) αυλαία, έδωσε μια άλλη αισθητική στο εσωτερικών των χειμερινών κινηματογράφων που αναγκάσθηκαν να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι.
Μεταπολεμικά, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 60, έχουμε τον θερινό «ΟΡΦΕΑ» του επιχειρηματία Ιωαννίδη στη γωνία των οδών 14ης Μαΐου και Κων. Παλαιολόγου, ένα σύγχρονο αμφιθεατρικά κτισμένο θερινό κινηματογράφο με τσιμεντένια διαζώματα και ένα τεράστιο δέντρο στην άκρη να σκεπάζει με τα κλαδιά του ένα μεγάλο μέρος του κινηματογράφου.












Ο θερινός κινηματογράφος "ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ" και ο χειμερινός "ΑΛΕΞ" αποτελούν παρελθόν για τους φίλους του κινηματογράφου.
Η περίοδος του 60, 70 και 80 είναι η εποχή της άνθησης του Κινηματογράφου στην επαρχία. Τα θερινά σινεμά είναι στη πρώτη γραμμή της ψυχαγωγίας των κατοίκων της πόλης και αρχίζουν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια. Την δεκαετία του 1970 το «ΑΚΡΟΠΟΛ» της οικογένειας Τρομπούκη επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, μεταξύ των οδών Κίου και Βιζυηνού, λειτουργεί για μια δεκαετία περίπου. Επίσης ο Ο «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ», ιδιοκτησίας της οικογένειας Πασσαλίδη, δίπλα στη γέφυρα Βανικιώτη, επί της οδού Μάκρης έμεινε στη μνήμη μας για τις ινδικές ταινίες με την Ναργκίς, για χάρη της οποίας όλος ο πληθυσμός του «μαχαλά» συνοστιζόταν στα ταμεία του. Ο θερινός κινηματογράφος «ΕΓΝΑΤΙΑ» του Σωτήρη Μουταφίδη στην αρχή της οδού Άβαντα, λίγο μετά της σιδηροδρομικές γραμμές, ψυχαγώγησε τις γύρω γειτονιές για περίπου μια δεκαετία. Και τέλος ο «ΑΔΩΝΙΣ» (κινηματογράφος τύπου Drive) του Γιάννη Γκουργκούνη για αυτοκίνητα, στη περιοχή Μαΐστρου και Απαλού (προς τη μεριά της θάλασσας) εκεί που σήμερα είναι ο βιολογικός καθαρισμός του Δήμου, με ταινίες κυρίως πορνό. Και εκτός των ανωτέρω «στεγασμένων» θερινών και χειμερινών κινηματογράφων, υπήρχαν και οι δύο περιοδεύοντες ή κινητοί κινηματογράφοι, οι οποίοι με μία κινηματογραφική μηχανή, ένα μικρό αυτοκίνητο με ένα μεγάφωνο στην οροφή του και ένα άσπρο πανί για οθόνη, γύριζαν όλη τη περιοχή από χωρίου σε χωρίο και πραγματοποιούσαν τις προβολές των ταινιών τους (συνήθως τύπου Γκόλφω και Αγαπητικός της Βοσκοπούλας) στα καφενεία των χωριών, έναντι ενός μικρού αντιτίμου, και έδιναν την ευκαιρία στους κατοίκους τους να απολαύσουν τα «θαύματα» της 7ης τέχνης!












Ο θερινός κινηματογράφος "ΦΛΟΙΣΒΟΣ" και η αίθουσα του Δημοτικού Θεάτρου στο Δημαρχιακό Μέγαρο, είναι ότι έχουν απομείνει από την παλαιά εποχή του κινηματογράφου! Είναι και τα "ΗΛΥΣΙΑ" βέβαια, που όμως και αυτά παραπαίουν!

Ο χορός των κινηματογράφων κλείνει με την δημιουργία του χειμερινού «ΑΛΕΞ» επί της οδού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (απέναντι από το ξενοδοχείο ΛΙΝΤΟ) την δεκαετία του 1980, της αίθουσας του Δημοτικού Θεάτρου στο κέντρο της πόλης, την οποία χρησιμοποίησε για πολλά χρόνια η Κινηματογραφική Λέσχη Αλεξανδρούπολης για την προβολή ταινιών ποιότητας και τέλος ο θερινός Δημοτικός Κινηματογράφος «ΦΛΟΙΣΒΟΣ», στο χώρο που γινόταν η γιορτή του Κρασιού, δίπλα στη Δημοτική πλαζ, που λειτούργησε το 1985-86 επί Δημαρχίας Ηλία Ευαγγελίδη και του Προέδρου της ΕΠΑΔΑ Νίκου Γιαννούλη.
Σήμερα, από όλα αυτά, απομεινάρια της χρυσής εκείνης εποχής του κινηματογράφου, παραμένουν τα ανακαινισμένα «ΗΛΥΣΙΑ» που παραπέουν κι αυτά, ο «ΑΛΕΞ» που οδεύει σε τελική ..πτώση και ο θερινός «ΦΛΟΙΣΒΟΣ» μαζί με την αίθουσα του Δημοτικού θεάτρου, για να θυμίζουν στους παλιούς μια άλλη, νοσταλγική για αυτούς και άγνωστη για τους νέους, εποχή! Την εποχή του Κινηματογράφου!

Τηλεόραση και βίντεο εξαφάνισαν τον κινηματογράφο!

Στην αρχή η Τηλεόραση. Στη συνέχεια το βίντεο. Kαι ταφόπετρα το DVD. Η τεχνολογία έφερε το σινεμά στο σπίτι, δημιούργησε κοινό για καινούρια είδη κι έκανε πλούσιους και διάσημους ανθρώπους που δεν ήλπιζαν ποτέ να γίνουν σταρ. Μαυροφορεμένοι νίντζα, λαϊκά φωτομοντέλα, κωμικοί ηθοποιοί της πλάκας, πορνοστάρ εκ του προχείρου: αυτοί υπήρξαν οι ήρωες της καινούργιας εποχής που μπορεί να είχε σαν κράχτη το «Όσα παίρνει ο άνεμος» και τον «Λόρενς της Αραβίας» σε απεκατεστημένη κόπια, αλλά ο Μάρκος Λεζές, ο Στάθης Ψάλτης και ο Τσακ Νόρις ήταν αυτοί που έκαναν τις ταμειακές μηχανές να αναστενάζουν. Κι όχι μόνο…... Για κάθε κλασική ταινία που έφευγε από το ράφι του ισογείου βιντεάδικου, τουλάχιστον άλλες δέκα κατέβαιναν από το πατάρι, εκεί που το βίντεο ξεχνούσε τις ντροπές και έδινε στο κοινό αυτό που πραγματικά ζητούσε: πορνό από την άνεση του καναπέ και δίχως το στίγμα της «κοινωνικής κατακραυγής».
Μπορεί ο παραδοσιακός κινηματογράφος να είδε το νέο μέσο σαν απειλή, αυτοί που αληθινά επλήγησαν από την έλευσή του, όμως, δεν ήταν άλλοι από τους επαρχιακούς κινηματογράφους. Σε μια εποχή που το ίντερνετ αποτελούσε πανεπιστημιακό πείραμα, το βίντεο και το DVD έφεραν τον κινηματογράφο στον καναπέ του σαλονιού! «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά» που έγιναν «....της μιας δραχμής ταινίες την βραδιά»! Μέσα στο ημίφως του σαλονιού! Ξάπλα στη πολυθρόνα! Μόνοι με πίτσες, μπύρες και κόκα-κόλα στο χέρι για συντροφιά!
Όλα πια παρελθόν
Ό
λα πια παρελθόν! Καφενεία, πλατείες, σταθμοί, σχολεία, γήπεδα και κινηματογράφοι... Μετρήστε τις κατηγορίες που έμειναν από τα παραπάνω σημεία σύναξης στις πόλεις της επαρχίας, μέχρι σήμερα. Σινεμά, μόνο ως ανάμνηση διεσώθη, τα καφενεία του παλιού καιρού έκλεισαν και κλείνουν, τα γήπεδα μαντρώνονται και οι πλατείες τσιμεντώνονται. Ανατροπές που παρασύρουν σε ευφορία χωρίς αντίκρισμα, μόνο που δύσκολα κανείς μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος της καταστροφής. Κι όμως, παραμένουν όμορφες οι "πόζες" των πόλεων της επαρχίας, ποια ώρα της ημέρας επιλέξεις να "δεις" ανάμεσα στα στενά, στους φράκτες και τις αυλόπορτες. Κτίσματα που μιλούν για το παρελθόν κι άλλα πάλι να δηλώνουν το παρόν... προοπτικά, μέσα στο κάδρο των πολεοδομικών μας σχηματισμών. Όπου βέβαια διασώθηκαν κάτι από όλα αυτά! Γιατί στη πόλη μας τίποτε πια δεν θυμίζει όλα αυτά! Μια άλλη πόλη με μια άλλη ζωή, ήρθε να αντικαταστήσει μνήμες, συναισθήματα, εικόνες, ήχους, αρώματα, συνήθειες, συναναστροφές και διασκέδαση!

Το ΜΑΞΙΜ (και παλιό θερινό ΕΛΛΗΝΙΣ) πολυκατάστημα, κατοικίες και γραφεία! Ακολούθησαν την ..ανοικοδόμηση ΑΚΡΟΠΟΛ και ΕΓΝΑΤΙΑ! Ζήλεψε και ο ΟΡΦΕΑΣ και έγινε κι΄ αυτός εμπορικό κέντρο! Κέντρο διασκέδασης το ΑΣΤΡΟ! Σύγχρονο κτίριο γραφείων το ΡΕΞ από το Εργατικό Κέντρο. Το ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, πολυκατάστημα! Και το ΑΔΩΝΙΣ βιοτεχνικά οικόπεδα!

Το 1989 βρίσκει τον ΕΒΡΟ μισογκρεμισμένο προς …εμπορική εκμετάλλευση! Και παρέμεινε κουφάρι μέχρι το 1991. Έστω και έτσι κέντριζε και ανασκάλευε μνήμες! Και καρτερικά περίμενε, με την ψευδαίσθηση, ότι κάποιοι θα τολμήσουν να τον ξαναστήσουν για να προσφέρει και πάλι ταξίδια σε νύχτες μαγικές και ονειρεμένες! Δυστυχώς διαψεύσθηκε και αυτός και όσοι είχαν την ψευδαίσθηση ότι ο ΕΒΡΟΣ ανήκε στην ιστορική μνήμη των κατοίκων και όχι στην οικονομική κατ΄ έκταση, καθ΄ ύψος και κατά βάθος εκμετάλλευσή του οικοπέδου του! Και χάθηκε το δροσερό θαλασσινό αγέρι του που δρόσιζε τις θερινές βραδιές μας! Χάθηκε και το θαλασσινό άρωμα του «Φλοίσβο» κι η μπόχα του νοτιά! Κι΄ έμειναν εκεί οι αχτίδες του Φάρου για να θυμίζουν παλιές και μαγικές στιγμές! Κι΄ αυτές πνιγμένες στό τσιμέντο! Ακολούθησε επιδρομή πολυεθνικών και στα ΤΙΤΑΝΙΑ! Και χάθηκαν και αυτά!

Τι απέμεινε σήμερα;

Τι απέμεινε σήμερα; Απ΄ τα παλιά μόνο τα ΗΛΥΣΙΑ, αντιστέκονται στον χρόνο, μαζί με τον Ηλία Φωτιάδη, που σε πείσμα όλων των αντιξοοτήτων επιμένει να τον λειτουργεί! Πόσο όμως θα αντέξουν; Και το νεότερο ΑΛΕΞ επί της Παλαιολόγου που παρέδωσε ήδη το πνεύμα το …Άγιον! Κλειστόν λόγω τέλους εποχής! Και από τα θερινά ο ΦΛΟΙΣΒΟΣ, στον χώρο της παλιάς «Γιορτής Κρασιού», (άλλη μια ...χαμένη ιστορία και αυτή!) από το 1996 (επί Δημαρχίας Ευαγγελίδη), να προσπαθεί για να σηκώσει στις πλάτες του μια ολόκληρη ιστορία. Πόσο θα αντέξει μόνος του αυτό το βάρος; Αλλά και η "Κινηματογραφική Λέσχη" πόσο θα αντέξει το βάρος της διάσωσης τοιυ κινηματογράφου;
Η Αλεξανδρούπολη την εποχή εκείνη τρία πράγματα είχε εν αφθονία. Ποδήλατα, ξεγνοιασιά και κινηματογράφους. Οι τελευταίοι ίσως να ήταν περισσότεροι από κάθε άλλη αντίστοιχη σε πληθυσμό επαρχιακή πόλη. Χάθηκαν οι κινηματογράφοι, χάθηκαν οι γειτονιές, χάθηκαν οι παρέες, χάθηκαν τα όνειρα κάτω από τον έναστρο ουρανό! Σήμερα; Είπαμε, άλλαξαν οι εποχές! Κι έχει χάσει η πόλη τις μνήμες της!
Σημείωση: Το κείμενο αυτό γράφθηκε για πρώτη φορά το 2008 και ξαναπαρουσιάζεται συμπληρωμένο με νέα στοιχεία που προέκυψαν και μετά από παράκληση πολλών φίλων.



Με χαρά θα περιμένουμε κείμενα και φωτογραφίες φίλων για τους κινηματογράφους της Αλεξανδρούπολης, καθώς και αναμνήσεις από τη χρυσή αυτή εποχή του κινηματογράφου, τα οποία και θα δημοσιεύσουμε, για να συμπληρώσουμε αυτήν την υπέροχη ιστορία της πόλης μας. Μπορείται να τα στείλετε στο e-mail: ordteo@gmail.com



ΠΡΟΣΟΧΗ: Απαγορεύεται η δημοσίευση αυτού του κειμένου και των φωτογραφιών που περιλαμβάνονται σ΄ αυτό χωρίς τη γραπτή άδεια του συγγραφέα.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΣΧΟΣ

Ο Μεγάλος συντοπίτης μας Χαράκτης και Ζωγράφος, άξιος μαθητής του Παρθένη και του Κεφαλληνού.


Τη μνήμη ενός άξιου τέκνου της πόλης μας, του Γεωργίου Μόσχου, ο οποίος με τη διεθνώς αναγνωρισμένη ζωγραφική και χαρακτική του τέχνη, που τίμησε τη πόλη μας παγκοσμίως, θα προσπαθήσω να τιμήσω με το σημείωμά μου αυτό.
Ο Γεώργιος Μόσχος γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1906. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, η οικογένειά του, πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς, όπως και πολλοί άλλοι κάτοικοι της περιοχής και κατέφυγε στο Βόλο και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, όπου πέθανε ο πατέρας του το 1918. Η οικογένειά του επέστρεψε στην Αλεξανδρούπολη (τότε Δεδέ Αγάτς) το 1919 όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια, εργαζόμενος, φοίτησε σε γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης.
Με την επιστροφή του στην Αλεξανδρούπολη, εντάχθηκε στην προσκοπική κίνηση που είχε δημιουργηθεί στη πόλη από τον καθηγητή φυσικής αγωγής Γιώργο Φίτσιο μαζί με πολλά άλλα Ελληνόπουλα που είχαν γυρίσει και αυτά από την προσφυγιά. Ο ίδιος περιγράφει την επιστροφή του στην πατρίδα και την ένταξή του στην προσκοπική κίνηση το 1985 σε ραδιοφωνική συνέντευξή του στον Μόσχο Κούκο ως εξής: «…..Το τέλος του πολέμου μας βρήκε στη Θεσσαλονίκη, απ΄ όπου τους τελευταίους μήνες του 1919 ήρθαμε στο Δεδέ Αγάτς, τη σημερινή Αλεξανδρούπολη, στο σπίτι του παππού μου. Αν και το πατρικό μου σπίτι ήταν στη Μάκρη, δεν πήγαμε εκεί, διότι το είχαν κατεδαφίσει οι Βούλγαροι. Το σπίτι μου ήταν απέναντι από το σχολείο (σ.σ. αναφέρεται στο 3ο Δημοτικό Σχολείο, απέναντι από τον Άγιο Νικόλαο) στο οποίο ήμουν στη Δ΄ τάξη. Ο Διευθυντής του Σχολείου μου, ο αείμνηστος Αθανάσιος Σπανός, με πήρε μ΄ άλλα παιδιά και μ΄ έκανε πρόσκοπο στην ομάδα του Δεδέ Αγάτς. Αρχηγός μας ήταν ο δάσκαλος Γεώργιος Φίτσιος από την Ήπειρο και δύο υπαρχηγοί μας, ο Γεώργιος Κολοζώφ και ο συγγραφέας σήμερα Νικόλαος Πρωτόπαπας. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς γίναμε πρόσκοποι, θυμάμαι όμως ότι, πριν από την απελευθέρωση, παίρναμε μέρος στις διάφορες εορταστικές εκδηλώσεις, όπως στη γιορτή της 25ης Μαρτίου, στην περιφορά του Επιταφίου, του Πάσχα κ.α. ...".



Η φωτογραφία αυτή διασώθηκε από τον Γ. Μόσχο και μας την προσέφερε η σύζυγός του Καίτη Μόσχου. Είναι 2.8.1925 από τους Β΄ Κολυμβητικούς αγώνες στη πόλη μας με Προσκόπους και Ναυτόπαιδες και τον νικητή των 1500 και 400 μ. στη μέση. Στην άκρη αριστερά ο Γ. Μόσχος.

"..Θυμάμαι επίσης ότι ήμουν πρόσκοπος όταν έγινε η υποστολή της Γαλλικής Σημαίας και η έπαρση της Ελληνικής στις 14 Μαΐου του 1920 και μου μένει αλησμόνητη η συγκίνηση που είχα πάντα όταν λέγαμε ελληνικά τραγούδια…».
Και συνεχίζει ο Γεώργιος Μόσχος στην ίδια συνέντευξή του περιγράφοντας τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής: «…Όταν ήρθε ο Βασιλιάς Αλέξανδρος ο 1ος, ήμασταν σε παράταξη επάνω στη σιδερένια προβλήτα του λιμανιού κοντά στο μύλο του Πρωτόπαπα, και αυτός πέρασε από μπροστά μας. Ήταν ο πρώτος Βασιλιάς που πάτησε τα χώματα της Θράκης ύστερα από τη μεγάλη σκλαβιά…».




Άποψη της Μάκρης. Χαρακτικό του Γιώργου Μόσχου.



Ο Γεώργιος Μόσχος παρέμεινε στην Αλεξανδρούπολη ως ενεργό μέλος του προσκοπισμού μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν αναχώρησε από την Αλεξανδρούπολη προκειμένου να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Στη συνέχεια, έχοντας μεγάλη καλλιτεχνική έφεση, πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Σχολή Καλλών Τεχνών του Πολυτεχνείου, όπου εισήχθη με επιτυχείς εξετάσεις το 1928 και είχε εκεί δασκάλους τον Παρθένη και τον Κεφαλληνό. Η επίδραση όμως του Προσκοπισμού στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη αφού στην συνέντευξή του στον Μόσχο Κούκο δεν παραλείπει να σημειώσει για τον προσκοπισμό ότι «….Με τις θαυμάσιες εκδρομές που κάναμε και που είχαν χαρακτήρα εκπαιδευτικών ασκήσεων, πολλές φορές και τη νύχτα, μας δίδαξαν αρχές που ούτε στο σχολείο, ούτε στην Εκκλησία, ούτε ακόμα στο ίδιο μας το σπίτι ήταν δυνατόν να διδαχθούμε, με κύριο άξονα να λύνουμε μόνοι μας τα προβλήματά μας. Αυτά και άλλα ενστερνήθηκα κι΄ εγώ στη ζωή μου κα οφείλω να ομολογήσω ότι με βοήθησαν κυριολεκτικά να σπουδάσω στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου χωρίς καμία βοήθεια…».














Δύο χαρακτικά του Γεωργίου Μόσχου από τη εξαιρετική σειρά του Αγίου Όρους, για την οποία και βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Αριστερά η Μονή Ξενοφώντος και δεξιά η Μονή Ιβήρων.

Ο Γεώργιος Μόσχος αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών τεχνών το 1935. Για να μπορέσει όμως να ανταποκριθεί στα έξοδα των σπουδών του, αποφάσισε να φοιτήσει στη Σχολή Αστυνομίας Πόλεων της Κέρκυρα και να υπηρετήσει ως Τροχονόμος στην Αθήνα σε βάρδιες που τον διευκόλυναν να παρακολουθήσει τα μαθήματα της Σχολής του. Όταν αργότερα του ανακοινώθηκε ότι μετατίθεται στην υπηρεσία σήμανσης, απευθύνθηκε στην οικογένεια του Εμμανουήλ Μπενάκη, με την μεσολάβηση της οποίας παρέμεινε στη Τροχαία μέχρι που έλαβε το πτυχίο του.
Από το 1931 ως το 1935, μαθήτευσε στο εργαστήριο ζωγραφικής του Παρθένη και χαρακτικής του Κεφαλληνού. Αργότερα πήγε για επιμόρφωση δύο φορές στο Παρίσι και μία στο Λονδίνο. Σταδιοδρόμησε επί 15ετία ως καθηγητής σχεδίου και διακοσμητικής στην Παπαστράτειο Σχολή Διακοσμητικής και για 22 χρόνια στο Κολλέγιο «Rierce» Θηλέων Ελληνικού και «Anatolia» Θεσσαλονίκης. Συγχρόνως ασχολούνταν με τη ζωγραφική και τη χαρακτική. Οργάνωσε τρεις ατομικές εκθέσεις, μεταξύ τον οποίων και αυτήν το 1978 στην Αλεξανδρούπολη. Συμμετείχε με έργα του σε πάρα πολλές εκθέσεις και σε εκδηλώσεις που οργάνωναν οι καλλιτεχνικές ομάδες «Ελεύθεροι καλλιτέχνες», «Εργαστήρι» και «Στάθμη» τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ενώ το 1956 δημοσίευσε τη μελέτη «Οι τρόποι χαρακτικής και η ιστορία τους». Τιμήθηκε με το βραβείο Χαρακτικής και με έπαινο ζωγραφικής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, με μετάλλια της διεθνούς εκθέσεως του Παρισιού το 1937, Πανελληνίου το 1948, με βραβείο Χαρακτικής της 1ης Μπιενάλε Αλεξάνδρειας Μεσογειακών Χωρών το 1955 και έτυχε πολλών άλλων διακρίσεων. Κορυφαία δημιουργία του, που τον ανέδειξε ως έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες χαράκτες, είναι οι 21 ξυλογραφίες με τις μονές του Αγίου Όρους, τις οποίες εξέδωσε το 1982 σε πολυτελές λεύκωμα η Εθνική Πινακοθήκη. Για το ίδιο έργο του τον βράβευσε το 1983 η Ακαδημία Αθηνών.





Το σήμα της πόλης, το οποίο φιλοτέχνησε για το Δήμο Αλεξανδρούπολης ο Γιώργος Μόσχος το 1978 με την ευκαιρία του εορτασμού των 100 χρόνων από την ίδρυση της πόλης.





Ο Μόσχος είναι παραστατικός. Παρουσιάζει πειθαρχημένη τεχνική, ιδίως στη χαρακτική, και διακρίνεται για την ευαισθησία των χρωμάτων στη ζωγραφική. Το έργο του, το χαρακτηρίζει η καθαρότητα του θέματος και η ευκρίνεια του σχεδίου. Οι ξυλογραφίες του αποτελούν συνθέσεις με μεγάλη πλαστικότητα. Από το σπίτι του στο χωριό πάνω από την πλατεία, χαιρόταν το τοπίο της πατρίδας του και το έκανε πίνακες και χαρακτικά.

Έργα του βρίσκονται σε πολλά Μουσεία, Βιβλιοθήκες και Πινακοθήκες του εξωτερικού και εσωτερικού και υπάρχουν καταχωρήσεις για το έργο του σε όλες τις Ελληνικές και διεθνείς βιογραφικές εγκυκλοπαίδειες. Του απονεμήθηκε σύνταξη σημαντικής προσφοράς στις Καλές Τέχνες από το Υπουργείο Πολιτισμού το 1974..
Όμως ο Γεώργιος Μόσχος πρόσφερε πολλές και πολύτιμες υπηρεσίες και στη γενέτειρά του την Αλεξανδρούπολη, και ιδιαίτερα το 1978 κατά τον εορτασμό των 100 χρόνων από την ίδρυση της (1878- 1978). Είναι αυτός που σχεδίασε το σύμβολο της Αλεξανδρούπολης, έναν συνδυασμό του φάρου, του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Νικολάου και του παρακείμενου 3ου Δημοτικού Σχολείου (του δικού του Σχολείου). Την ίδια χρονιά, στα πλαίσια των εορταστικών εκδηλώσεων για τα εκατοντάχρονα της Αλεξανδρούπολης, πραγματοποίησε στην αίθουσα του Ε.Β.Ε.Α. έκθεση Ζωγραφικής – Χαρακτικής, την οποία είχε αφιερώσει στη μνήμη «του Σεβαστού Δασκάλου γενεών Συμπολιτών Αθανασίου Σπανού».Για την προσφορά του προς αυτήν ο Γεώργιος Μόσχος, τιμήθηκε από τον Δήμο Αλεξανδρούπολης με το αργυρό Μετάλλιο της πόλης.











Μοναδική φωτογραφία της πρώτης Προσκοπικής Ομάδας του Δεδέαγατς, αρχές του 1920, που διασώθηκε από τον Γεώργιο Μόσχο. Δεξιά το σκαρίφημα δια χειρός του καλλιτέχνη, όπου αναγράφονται όσα από τα ονόματα των μελών της ομάδας ενθυμείται. Με τον αριθμό 23 (άκρη αριστερά) ο καλλιτέχνης. Την φωτογραφία και το σχεδιάγραμμα μας το έδωσε η σύζυγός του Καίτη Μόσχου το 1996 με την ευκαιρία τιμητικής εκδήλωσης από τους Προσκόπους στη μνήμη του Προσκόπου - Καλλιτέχνη Γεωργίου Μόσχου.

Τον Προσκοπισμό δεν τον ξέχασε ποτέ. Στα αρχεία του διασώθηκε η φωτογραφία της πρώτης προσκοπικής ομάδας του Δεδέαγατς (1919-1920). Αρκετά χρόνια αργότερα με βάση αυτή τη φωτογραφία συνέταξε σκαρίφημά της και κατέγραψε τα ονόματα των 35 από τους 68 συνολικά βαθμοφόρους και προσκόπους της ομάδας αυτής. Επίσης στα αρχεία του διασώθηκε και μία άλλη φωτογραφία από τους 2ους Κολυμβητικούς αγώνες της Αλεξανδρούπολης το καλοκαίρι του 1925.
Το μεγάλο του πάθος για την τέχνη και τοι σπάνιο και διεθνώς αναγνωρισμένο καλλιτεχνικό του έργο δεν επισκίασαν ούτε κατ΄ ελάχιστο την αγάπη του για την γενέτειρα του την Αλεξανδρούπολη και τη γη των γονιών του, την λατρευτή Μάκρη και δεν μπόρεσαν να σβήσουν τις αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων από τα ιστορικά εκείνα γεγονότα της πόλης που βίωσε τόσο έντονα
Ελάχιστη ανταπόδοση στη μνήμη του για το σπουδαίο του έργο, το σημείωμα αυτό.

Θόδωρος Ορδουμποζάνης, τ. Περιφερειακός Έφορος Προσκόπων Έβρου