Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ 1941 -1944 ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ



Αφορμή για να γραφεί αυτό το άρθρο ήταν η αποστολή από  συγγενή μου μερικών σπάνιων φωτογραφιών από τις δραστηριότητες των Βουλγαρικών στρατευμάτων στην Αλεξανδρούπολη την περίοδο 1941 – 1944. (Προέρχονται, όπως αναφέρει, από τα Βουλγαρικά αρχεία). Κάποιες από αυτές, μαζί με άλλες που ήδη είχα στη συλλογή μου που έχουν δημοσιευθεί και στο βιβλίο μου "Προκτήτωρ Πόλις", παρουσιάζονται  σήμερα με το άρθρο αυτό. Σημειώνεται επίσης ότι η αναφορά στην ιστορία και στα γεγονότα της τότε εποχής δεν αντιστρατεύεται τη μεταξύ των δύο λαών υπάρχουσα σήμερα φιλία και καλή γειτονία. - Θόδωρος Ορδουμποζάνης.

Στην Αλεξανδρούπολη το βράδυ της 6ης προς 7ης Απριλίου 1941, ενώ έφθαναν από το πολεμικό μέτωπο τα νέα ότι τα οχυρά στην Νυμφαία και του αυχένα του Εχίνου άρχισαν να καταρρέουν και επίκειται η εισβολή των Γερμανών, κατέπλευσε στο λιμάνι το επιβατηγό πλοίο «ΕΣΠΕΡΟΣ» και, μετά από εντολή της Κυβέρνησης, επιβιβάσθηκαν σε αυτό όλες οι αρχές της πόλης (ο Μητροπολίτης Ιωακείμ, ο Νομάρχης Δαμιανός Μοσχονάς, ο Δήμαρχος Αλτιναλμάζης, ο Διοικητής Χωροφυλακής Έβρου, που φρόντισε και την διεκπεραίωση αυτής της αποστολής, το προσωπικό των Δημοσίων Υπηρεσιών και ένας λόχος Παθητικής Αεράμυνας που είχε έδρα την Αλεξανδρούπολη), προκειμένου να μεταφερθούν στη Σαμοθράκη και από εκεί σε ασφαλές και ελεύθερο μέρος της Ελλάδας, εν όψει της επικείμενης εισόδου των Γερμανών στη πόλη. Έτσι στις 7 Απριλίου 1941, όταν τα Γερμανικά Στρατεύματα εισήλθαν στην Αλεξανδρούπολη, αντίκρισαν μια έρημη πόλη. Δεν υπήρχαν επίσημες αρχές για να διαπραγματευθούν μαζί τους την παράδοση και κατοχή της πόλης. Οι Γερμανοί διόρισαν προσωρινά ως Νομάρχη τον Γερμανομαθή Αναστάσιο Πίντζο και δήμαρχο τον Κωνσταντίνο Σαρίδη, γνωστό για τα φιλογερμανικά του αισθήματα. Οι δύο αυτοί είναι που είχαν την πρωτοβουλία της σύνταξης της επιστολής προς τον Χίτλερ εκ μέρους της επιτροπής του λαού της Αλεξανδρούπολης. (περισσότερα στο www.ordteo.gr «Ως ευπαρέστητε στην Αλεξανδρούπολη Φίρερ»)

Όμορφη και έρημη αποθανάτισε (αριστερά) τη πόλη ο φωτογραφικός φακός της βουλγαρικής προπαγάνδας στη διάρκεια της κατοχής. Τα σύννεφα των διωγμών, της πείνας, της δυστυχίας, της απόγνωσης και μιας ακόμη προσφυγιάς έχουν απλωθεί πάνω από την κατεχόμενη πόλη. Τις ομορφιές της πόλης (δεξιά) θέλησαν να προβάλουν οι βουλγαρικές αρχές κατοχής εκδίδοντας μια μεγάλη σειρά φωτογραφιών με λεζάντες στα βουλγαρικά, στη προσπάθειά τους να δείξουν προς τα έξω ότι η πόλη είναι Βουλγαρική. Την ψυχή των ελλήνων κατοίκων της πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να την αποθανατίσουν. Απουσιάζει σε όλες τις φωτογραφίες τους. Άλλωστε πολλοί κάτοικοι της πόλης είχαν πάρει ήδη τον γνωστό από παλιά, λόγω των βουλγαρικών διωγμών, δρόμο της προσφυγιάς.

Στις 21 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί παραχώρησαν την διοίκηση της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας στους Βούλγαρους. Από το τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου, με την άδεια των Γερμανών εμφανίστηκαν τα πρώτα Βουλγαρικά στρατεύματα, ενώ οι Γερμανικές δυνάμεις, από τις αρχές του δεύτερου δεκαήμερου του Μαΐου, άρχισαν να εκκενώνουν τμηματικά την περιοχή, εκτός από μία ζώνη εδώ στον Έβρο (από τις Φέρες μέχρι το Διδυμότειχο) που τελούσε υπό Γερμανική κατοχή και στην οποία οι Γερμανοί αναγνώρισαν όλες τις δημόσιες, δημοτικές, κοινοτικές, δικαστικές και αστυνομικές αρχές και τις διατήρησαν. Για τον λόγο αυτό η περιοχή ονομάσθηκε «Ουδετέρα Ζώνη».
  Σύμφωνα με αυτά που αναφέρουν στο πίσω μέρος οι φωτογραφίες πρόκειται για την άφιξη στη πόλη ανώτατου Γερμανού Αξιωματικού στις 6 Μαϊου 1942, ο οποίος (αριστερά) επιθεωρεί τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής στον χώρο μπροστά στη Νομαρχία στη παραλία, ενώ (δεξιά) αποδίδει τιμές στα παρελαύνοντα κατοχικά  βουλγαρικά στρατεύματα μπροστά στη σημερινή στρατιωτική λέσχη.

Οι Βούλγαροι, με την έλευσή τους, κατέλαβαν βίαια όλα τα δημόσια κτίρια της πόλης, εκδίωξαν όλους τους εναπομείναντες Έλληνες υπαλλήλους και ανέλαβαν τη διοίκηση αυτής. Και ακολούθησε η σκληρή κατοχή, συνεπεία της οποίας πολλοί κάτοικοι εξαναγκάσθηκαν να ακολουθήσουν για μια ακόμη φορά τον δρόμο της προσφυγιάς. Η Λήμνος, η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος, η Αθήνα και άλλες πόλεις που ήταν έξω από τη Βουλγαρική διοίκηση, ήταν οι τόποι όπου κατέφευγαν οι περισσότεροι πρόσφυγες της πόλης για να αποφύγουν τη νέα Βουλγαρική κατοχή. Όσοι παρέμειναν εδώ υπέστησαν τα σκληρά μέτρα σε βάρος των κατοίκων από τις Βουλγαρικές Αρχές κατοχής που είχαν σαν κύριο μέλημα τον πλήρη εκβουλγαρισμό της περιοχής. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ο Έβρος είναι από τους πρώτους Νομούς που άρχισαν την αντίσταση κατά των κατακτητών και έγραψε χρυσές σελίδες στον αγώνα της Εθνικής Αντίστασης.


Αριστερά: Ο εορτασμός της δεύτερης Ανάστασης του Πάσχα του 1942, μπροστά στο κτιριο της παλιάς Νομαρχίας στην παραλία, όπου είχε στηθεί από τις βουλγαρικές αρχές ειδική εξέδρα, επάνω στην οποία διακρίνεται ο βούλγαρος Μητροπολίτης της περιοχής και οι περί αυτόν ιερείς. Διακρίνεται στο βάθος η οικία Φαράτση και στην άκρη αριστερά το κτίριο του ταχυδρομείου. Δεξιά: Από την επιθεώρηση των βουλγαρικών στρατυευμάτων κατοχής στην Αλεξανδρούπολη από ανώτατο Γερμανό αξιωματικό στις 6 Μαϊου 1942. Το κτίριο που φαίνεται είναι η οικία Μινάρδου, στη θέση της οποίας σήμερα έχει ανεγερθεί πολυώροφο κτίριο.

Από τις Βουλγαρικές αρχές, διατάχθηκε η άμεση εξάλειψη των ελληνικών επιγραφών από τους Ναούς και επιβλήθηκε να μνημονεύεται στο εξής στις θείες λειτουργίες ο βασιλιάς Βόρης και ο Βούλγαρος Έξαρχος. Ταυτόχρονα τέθηκε σε εφαρμογή το μεγαλόπνοο σχέδιο βουλγαροποίησης της περιοχής:
Το σχέδιο, μεταξύ των άλλων, προέβλεπε: α) Την υποχρεωτική χρησιμοποίηση της βουλγαρικής γλώσσας στις επιγραφές των καταστημάτων. β) Την καθιέρωση ως μοναδικής γλώσσας συνεννοήσεως με τις αρχές τη βουλγαρική και την υποχρέωση έκδοσης βουλγαρικής ταυτότητας. γ) Το κλείσιμο όλων των ελληνικών σχολείων και τη λειτουργία μόνο βουλγαρικών. δ) Τον υποχρεωτικό εφοδιασμό καταστημάτων και σπιτιών με βουλγαρικές σημαίες. ε) Την μετονομασία των ελληνικών οδών με βουλγαρικές. στ) Την οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού στοιχείου με την επιβαλλόμενη ανεργία, τη βαριά φορολογία, τον αναγκαστικό δανεισμό από το βουλγαρικό Δημόσιο, τις αρπαγές κ.ά. ζ) Την τρομοκράτηση με βιαιοπραγίες και απαγορεύσεις και την εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων, κυρίως με τους περιορισμούς στη διατροφή, το νερό, τον φωτισμό. η) Την καταστροφή πολλών μνημείων και το σβήσιμο των ελληνικών επιγραφών σ΄ αυτά. και θ) Την δημογραφική αραίωση του τόπου, καθώς με τις διάφορες πιέσεις προωθούνταν η εκούσια ή ακούσια μετανάστευση των Ελλήνων κατοίκων του.

Αριστερά: Ιστιοφόρα καϊκια αγκυροβολημένα στο λιμανάκι της Αλεξανδρούπολης, κατά τη περίοδο της Γερμανοβουλγαρικής κατοχής, με τη "σβάστικα" υψωμένη στα άλμπουρά τους. Δεξιά: Οι ψαράδες της Αλεξανδρούπολης, ακόμα και στα δύσκολα χρόνια, δε σταματούν να αγωνίζονται νυχθημερόν με τις φαμίλιες τους για να εφοδιάσουν τους λιγοστούς εναπομείνμαντες στη πόλη συμπολίτες τους με ό,τι εκλεκτό έχει το Θρακικό Πέλαγος. Πολύτιμη όμως ήταν η συμβολή πολλών από αυτούς και στον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας, αλλά και στη μεταφορά με τα σκάφη τους πατριωτών που κινδύνευαν από το κατοχικό καθεστώς καθώς και τον οπλισμό και τα άλλα αναγκαία πολεμοφόδια προς τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης στο εσωτερικό του Νομού. Σχεδόν όλοι τους έμειναν άσημοι και ξεχασμένοι. Και όμως ήταν από τους πρώτους που ρίχτηκαν στον αγώνα!
 Οι Βούλγαροι προσπάθησαν επιπλέον να αποστερήσουν τον ελληνικό πληθυσμό από τους πνευματικούς ηγέτες και τα ηθικά στηρίγματά του. Πρώτοι απελάθηκαν στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα οι Μητροπολίτες, οι οποίοι ειδοποιήθηκαν να αποχωρήσουν από τις έδρες τους μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Οι επιστήμονες, οι διανοούμενοι και γενικά όσοι μπορούσαν να επηρεάσουν τον πληθυσμό λόγω της μόρφωσης και του κύρους τους εκδιώχθηκαν. Η ανάληψη της οικονομικής ζωής από τους κατακτητές ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την πλήρη βουλγαροποίηση. Οι περιουσίες αυτών που είχαν καταφύγει στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα δημεύτηκαν και μόνο όσοι επιστρέφοντας δήλωναν ότι είναι … βουλγαρικής καταγωγής, έσωζαν τα υπάρχοντά τους. Σε άλλες περιπτώσεις εφαρμόστηκε η μέθοδος του αναγκαστικού συνεταιρισμού ή ακόμα και ο εξαναγκασμός σε υπογραφή δηλώσεων, με τις οποίες οι Έλληνες … δώριζαν τις περιουσίες τους στο βουλγαρικό δημόσιο. Το Νοέμβριο του 1941 επιβλήθηκαν εξοντωτικοί φόροι που κάλυπταν σχεδόν την αξία των ακινήτων, τα οποία υποτίθεται ότι φορολογούσαν, ενώ οι φόροι εισοδήματος ήταν μυθωδώς δυσανάλογοι με τα πραγματικά κέρδη των επαγγελματιών, των εμπόρων και των βιοτεχνών.


Αριστερά: Τίποτε το ελληνικό δεν θέλουν οι βουλγαρικές αρχές να θυμίζει η πόλη κατά τη διάρκεια της κατοχής τους, το 1941-1944. Ακόμ η και οι επιγραφές των καταστημάτων και των εργαστηρίων πρέπει να γράφονται στα βουλγαρικά. Μας το υπενθυμίζει η επιγραφή του καροποιείου του Γιάννη Γκαϊνταρτζάκη, ο οποίος φωτογραφίζεται με δύο συμπολίτες του και τους μικρούς (μάλλον μαθητευόμενους) Αναστάσιο Σουλακάκη (αριστυερά) και Γιώργο Λάϊο (δεξιά). Δεξιά: Η παρουσία τους ως " κατακτητών" στη πόλη είναι αφορμή για μια αναμνηστική φωτογραφία στο ημιτελές λιμάνι με φόντο στο βάθος το λάφυρο της κατοχής τους, την ερημωμένη πόλη!
 Η υπεραυτάρκης και με μεγάλα αποθέματα εγχωρίων προϊόντων Θράκη, εξαιτίας των κατασχέσεων, της καταλήστευσης, των απελάσεων και της ανασφάλειας που επικρατούσε, βρέθηκε πολύ σύντομα σε οικτρή επισιτιστική κατάσταση. Η εξεύρεση τροφίμων ειδικά στα αστικά κέντρα ήταν σχεδόν αδύνατη και οι Έλληνες ούτε καν το δελτίο διανομής άρτου μπορούσαν να αγοράσουν. Χρυσά σκεύη, πολύτιμα έργα τέχνης, οικογενειακά κειμήλια, επιστημονικές βιβλιοθήκες και γενικά ό,τι μπορούσε να πουληθεί, εκποιούνταν σε εξευτελιστικές τιμές για να εξασφαλιστεί η αγορά λίγων γραμμαρίων ψωμιού άθλιας ποιότητας. Ο ελληνικός πληθυσμός βρέθηκε εμπρός σε μεγάλα οικονομικά και ψυχολογικά διλήμματα Σε όσους κάμπτονταν και υπέβαλλαν δήλωση περί βουλγαρικής εθνικότητας δίδονταν άφθονες υλικές παροχές. Εντούτοις ελάχιστοι -κινούμενοι από τυχοδιωκτισμό- υπέκυψαν. Η συντριπτική πλειοψηφία διατήρησε σε υψηλά επίπεδα το εθνικό φρόνημα, γεγονός που ερέθιζε τους Βουλγάρους και ενέτεινε την καταπίεση και τα τρομοκρατικά μέτρο. Το βουλγαρικό κράτος κατέβαλε κολοσσιαίες προσπάθειες για να αλλοιώσει την εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού και οι εφημερίδες κατακλύζονταν με δηλώσεις και άρθρα που προέτρεπαν τον βουλγαρικό πληθυσμό σε μετανάστευση προς τη Θράκη και την ανατολική Μακεδονία.

Τον Σεπτέμβριο του 1941 ιδρύεται στην Αθήνα μια κίνηση υπό τον Αλέξανδρο Σβώλο, στην οποία συμμετείχαν οι επιφανέστεροι Μακεδόνες και Θράκες της εποχής για τη σωτηρία της Μακεδονίας και Θράκης από τη βουλγαρική αρπαγή. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχε και ο μητροπολίτης Αλεξανδρούπολης Ιωακείμ Καβύρης, που είχε διαφύγει από τον Απρίλιο του 1941 στην Αθήνα. Σε μία της εκτενή διαμαρτυρία, η Επιτροπή διαμαρτύρεται προς τη γερμανική και ιταλική διοίκηση και καταγγέλλει το διωγμό που υφίσταντο η ελληνική εκκλησία, ο κλήρος της και οι Έλληνες κάτοικοι της Θράκης και της Αν. Μακεδονίας αναφέροντας: «...Καταγγείλαμε την προσπάθεια του αναγκαστικού εκβουλγαρισμού της χώρας, τις πρώτες ωμότητες που, δυστυχώς, τις περιμέναμε, ξέροντας ότι όσες φορές οι Βούλγαροι μπήκαν στα ίδια μέρη, έκαναν τα ίδια πράγματα..».


Αριστερά: Το σκάφος  των Αδελφών Νικολάου και Μαρτίνη Μαρτίνη "ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ", στον ταρσανά της Αλεξανδρούπολης, με την νέα όνομασία που επέβαλαν οι βούλγαροι και  γραμμένη στα βουλγαρικά στη πλώρη του . Από πίσω η φωτογραφία αναφέρει την ημερομηνία 3 Φεβρουαρίου του 1943. Δεξιά : Άποψη της πόλης από τα καμπαναριά του Αγίου Νικολάου τον Οκτώβριο του 1943. Μία από τις δεκάδερς φωτογραφίες που τύπωσαν οι κατοχικές αρχές με βουλγαρικά γράμματα και την ονομασία Δεδέαγατς.

Η Αλεξανδρούπολη πλήρωσε βαρύτατο τίμημα θυσιών. Στην πόλη είχε σχηματισθεί Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, η οποία έγραφε στον τότε Νομάρχη Στ. Ευταξία μεταξύ των άλλων: «...Η περιουσία μας, η τιμή μας, δεν υφίσταται πλέον. Το μόνο πράγμα που μας απομένει είναι η πίστις μας προς την Ελλάδα...».
Η  γειτνίαση του Νομού 'Έβρου με την τουρκική επικράτεια βοήθησε τη ροή διαφυγής στις συμμαχικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής πολλών συμπατριωτών μας, ενώ το φιλελεύθερο πνεύμα των Εβριτών, σε συνδυασμό με τον ορεινό χαρακτήρα του τόπου, βοήθησε στην ανάπτυξη αξιόλογης αντιστασιακής κίνησης στη διάρκεια της Κατοχής. Ο Νομός 'Έβρου και ακόλουθα και η υπόλοιπη Δυτική Θράκη, υπήρξε από τις πρώτες περιοχές του Ελλαδικού χώρου που απελευθερώθηκε με τις δικές του αντιστασιακές δυνάμεις (Σεπτέμβρης 1944) και παρέμεινε αυτοδιοικούμενος για επτά μήνες, μέχρι τέλους Μαρτίου του 1945.
 Αριστερά: Ο εορτασμός του Πάσχα στον αυλόγυρο του Αγίου Νικολάου. το 1943 με τον διορισμένο από τις βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις Νομάρχη να κρατά ένα λάβαρο με βουλγαρικά γράμμα και να απευθύνεται προς το πλήθος παρουσία του βούλγαρου Μητροπολίτη και των υπολοίπων  κατοχικών αρχών. Δεξιά: Από την επίσκεψη Γερμανού αξιωματούχου και την επιοθεώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής τη 6η Μαϊου 1942
Όταν από τον Αύγουστο του 1944, οι Γερμανικές δυνάμεις άρχισαν σταδιακά να αποσύρονται από την Ελλάδα για να χρησιμοποιηθούν σε άλλα μέτωπα, στον Έβρο το Ε.Α.Μ. και το μαχητικό του τμήμα, το ΕΛΑΣ, είχαν ήδη την απόλυτο κυριαρχία στο ύπαιθρο. Και πολύ γρήγορα επεκτάθηκε  και σε όλες τις πόλεις και τα χωριά του Νομού. Από τον Σεπτέμβριο του 1944 σχηματίζονταν από τις δυνάμεις του Ε.Α.Μ. Επιτροπές «Τοπικής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης» οι οποίες αναλάμβαναν τη διοίκηση του Νομού, των τριών επαρχιών (Σουφλίου, Διδυμοτείχου και Ορεστιάδας) και όλων των πόλεων και των χωριών του Νομού. Στην Αλεξανδρούπολη η Τοπική Λαϊκή Αυτοδιοίκηση αποτελείτο από τους: Δήμαρχο: Χρήστο Κωνσταντινίδη, (αρτοποιό), Αντιδήμαρχο: Απόστολο Εφραιμίδη, (δάσκαλο) και Μέλη Δημοτικού Συμβουλίου τους Κώστα Αρβανιτίδη (αρτοποιό), Χαρίλαο Βολονάση, (δάσκαλο), Αντώνιο Λεριό, (ναυτικό), Δημήτριο Μαρτίνη, (ελαιοκτηματία), Κώστα Παγιώτα, (οικοδόμο) και Παναγιώτη Πιτσιλαδή (λιμενεργάτη). Η έδρα της Τοπικής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης της πόλης ήταν στην Στρατιωτική Λέσχη, ενώ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης με Πρόεδρο τον Αλεξανδρουπολίτη δικηγόρο Παναγιώτη Τζιβελέκη, στο κτίριο της παλιάς Νομαρχίας.

3 σχόλια:

  1. Εντυπωσιακές οι φωτογραφίες της κατοχής με τα βουλγαρικά στρατεύματα μέσα στη πόλη!Κάποια από τα γεγονότα που γράφεις μας τα έχουν διηγηθεί οι γονείς μας και οι παππούδες μας. Από τις φωτογραφίες που δημοσιεύεις πέρνουμε και μια άποψη της πόλης πως ήταν τότε και αναρωτιέμαστε τι έχουμε χάσει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στο καροποιείου του Γιάννη Γκαϊνταρτζάκη ο άνδρας με το άσπρο φανελάκι στη μέση είναι ο πατέρας μου ο Χαράλαμπος Βογιατζής. Μπράβο έχετε κάνει πάρα πολύ καλή παρουσίαση της πόλης μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και την πληροφορία ότι απεικονίζεται και ο πατέρας σας Χαράλαμπος Βογιατζής. Μαζί μπορούμε να γράψουμε την ιστορία της πόλης μας. Αν έχετε υλικό που μπορούμε να δημοσιεύσουμε, δεκτό. Δυστυχώς οι νεότεροι δεν ξέρουν πολλά πράγματα για τη πόλη μας. Και πάλι ευχαριστώ.

      Διαγραφή