Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Το Δεδέαγατς λίγο πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους



Δύσκολα μπορεί κάποιος να φαντασθεί το Δεδέαγατς, πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Και αυτό γιατί τόσο μορφολογικά  όσο και πληθυσμιακά ο Βαλκανικοί Πόλεμοι επέφεραν ουσιαστικές αλλαγές στη δομή, τη λειτουργία και τη ζωή της πόλης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Αλεξανδρούπολη, όπως ονομάσθηκε μετά την απελευθέρωσή  της (1920), είναι σχεδόν μια νέα πόλη και η μορφή που οι παλαιότεροι θυμούνται, δηλαδή η οργανωμένη με σύγχρονη ρυμοτομία, είναι αυτή  που πήρε σάρκα κυρίως τον 20ο αιώνα με τις συνεχείς επεκτάσεις της.  Ίσως η περιοχή του λιμανιού και του σιδηροδρομικού σταθμού να διατηρεί κάποια ίχνη από το ύφος της εποχής εκείνης, το οποίο ιχνηλατείται ακόμη σε διάσπαρτα, συνήθως πνιγμένα από τη σύγχρονη ανοικοδόμηση, λιγοστά παλιά αστικά κτίρια.



Αριστερά: Άποψη της πόλης με το λιμανάκι και τον Φάρο στο βάθος. Δεξιά: "Ο μεγάλος δρόμος του Δεδέαγατς", τιτλοφορεί τη φωτογραφία ο εκδότης της Μιχράν Σισακιάν, με τα πλατάνια της κάτω από τα οποία απολαμβάνουν την γαλήνη ης πόλης οι κάτοικοί της. Πρόκειται για τη σημερινή κεντρική λεωφόρο της πόλης.


Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης εκατό χρόνων από τη πρώτη απελευθέρωση της πόλης (1913), θα επιχειρήσουμε ένα ταξίδι στην εποχή λίγο πριν από την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων,  με οδηγούς κάποια γραπτά και σχετικές φωτογραφίες.

 Στον Παγκόσμιο Εμπορικό Οδηγό του έτους 1908 του Μιχαήλ Ι. Μιχαηλίδη,  στην εισαγωγή του για το Δεδέαγατς αναφέρεται: «Θεωρείται εκ των εμπορικοτέρων εξαγωγικών λιμένων της Αδριανουπόλεως. Εις την αλίμενον ταύτην γωνίαν της Θράκης ο συνοικισμός αυξάνει καταπληκτικώς αφ΄  ης επερατώθη ο σιδηρόδρομος Αδριανουπόλεως, Δεδέαγατς, πλείστων πανταχόθεν συρρευσάντων προς εμπορίαν άτε της πολίχνης ταύτης αποτελεσάσης το γενικόν επίνειον της Αδριανουπόλεως και της Μεσογείου εν γένει Θράκης, οπόθεν γίνεται μέγα εξαγωγικόν εμπόριον σιτηρών και άλλων προϊόντων. Έχει 8000 περίπου κατοίκους, ων οι πλείστοι χριστιανοί ορθόδοξοι συντηρούντες εκκλησίας και 2 Σχολάς».


 Αριστερά: Άποψη του (Ενωτικού) σιδηροδρομικού σταθμού της εταιρίας Ionction Salonique - Constantinople (J.S.C.) στο δυτικό άκρο της πόλης (εκεί που σήμερα είναι το κλειστό γυμναστήριο). Δεξιά: Το Πασαλίκι την εποχή που χτιζόταν (περίπου το 1906), από την πλευρά του Δημοτικού Κήπου στη παραλία.

Στον Οδηγό της Ελλάδος (έτος Γ΄- Τόμος Α΄) 1910 – 1911 του Νικολάου Γ. Ιγγλέση αναφέρεται για το Δεδέαγατς. «Πόλις παράλιος της Θράκης, πρωτεύουσα διοικήσεως  (Σαντζάκι) υπαγομένης εις το βιλαέτιον Ανδριανουπόλεως. Στο Σαντζάκι αυτό υπάγονται και οι υποδιοικήσεις (Καζάδες) της Αίνου και του Σουφλίου και περιλαμβάνοντο  συνολικά 42 χωριά, από τα οποία Χριστιανικά ήταν τα 14 και Μουσουλμανικά τα 28. Εκκλησιαστικά η πόλη  ήταν έδρα του Μητροπολίτη Αίνου,  στην οποία είχαν υπαχθεί  όλα τα γύρω χωριά εκτός από τη Μάκρη και τη Σαμοθράκη, που  εξακολουθούσαν να είναι στην δικαιοδοσία της Μητρόπολης Μαρώνειας».


Αριστερά: Το μικρό λιμανάκι γέμιζε από ιστιοφόρα καϊκια. Τα μεγάλα πλοία αγκυροβολούσαν έξω από το λιμάνι. Δεξιά:  Το λιμανάκι είναι γεμάτο με ιστιοφόρα σκάφη.

Στον κανονισμό της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Δεδέαγατς (1912) διακρίνονται στη πόλη τρεις περιφέρειες, της Μητροπόλεως, του Φάρου και του Διοικητηρίου, που οριοθετούνται λιγότερο από δρόμους και σιδηροδρομικές γραμμές και περισσότερο από ελληνικά καταστήματα και σπίτια. Είναι γνωστό ότι η Αλεξανδρούπολη, την εποχή αυτή είναι το σημείο που ενώνονται οι σιδηροδρομικές γραμμές της Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινουπόλεως (Jonction SaloniqueConstantinople ή λόγω συντομίας  J.S.C.) με την σιδηροδρομική γραμμή των Ανατολικών Σιδηροδρόμων Αδριανούπολης – Κωνσταντινούπολης. Μάλιστα αναφέρεται ότι η πόλη απέχει σιδηροδρομικώς 12 ώρες από τη Θεσσαλονίκη και 12 ώρες από τη Κωνσταντινούπολη. Και δια θαλάσσης απέχει 8 ώρες από τη Καβάλα.


Αριστερά: Μουσουτλμάνοι κάτοικοι της πόλης. Δεξιά: Το Τουρκικό Διοικητήριο της πόλης.

 Η πληθυσμιακή διάρθρωση της πόλης  την εποχή αυτή έχει ως εξής: Ο συνολικός πληθυσμός του Δεδέαγατς ανέρχεται σε 4.686  κατοίκους εκ των οποίων 2.310 Έλληνες, 369 Βούλγαροι, 1.542 Μωαμεθανοί, 125 Αρμένιοι, 230 Ιουδαίοι και 110  Καθολικοί. Επόμενο ήταν να υπάρχουν στη πόλη και εκκλησίες όλων σχεδόν των δογμάτων, όπως 1 ελληνική με 3 ιερείς, 1 Βουλγάρικη, 1 Αρμενική, 1 Καθολική εκκλησία, 1 Εβραϊκή Συναγωγή  και 2 Τεμένη. Από πλευράς σχολείων, την εποχή αυτή λειτουργούν στη πόλη: Η Αστική Σχολή Αρρένων (Λεονταρίδειος) με 7 τάξεις, 5 δασκάλους και 130 μαθητές και το Παρθεναγωγείο μετά  Νηπιαγωγείου με 6 τάξεις,  6 δασκάλες, 133 μαθήτριες και 130 νήπια. Τουρκική σχολή με 4 δασκάλους και 200 μαθητές, Βουλγαρική σχολή με 2 δασκάλους και 46 μαθητές, Αρμενική σχολή με 2 δασκάλους και 50 μαθητές, Εβραϊκό σχολείο με 1 δάσκαλο και 30 μαθητές και Καθολική σχολή Ιερέων με 25 μαθητές. Από πλευράς δε πολιτισμού λειτουργούν ήδη στη πόλη το Σωματείο «Ελληνικός Σύλλογος Φιλόμουσων» με Λέσχη και Μουσικό Τμήμα και η «Οθωμανική Λέσχη Νεοτουρκικού Κομιτάτου».


Αριστερά: Ο Άγιος Νικόλαος με τα χαμηλά καμπαναριά, το Μητροπολιτικό κτίριο από αριστερά του Ναού και η Λεονταρίδειος Σχολή Αρρένων. Τα τρία αυτά κτίσματα μαζί  με το κτίριο του Δημοτικού Σχολείου (δεξιά του ναού) και το παράρτημα του Γυμνασίου (απέναντι από τη Λεονταρίδειο) αποτέλεσαν για πάρα πολλά χρόνια το πνευματικό κέντρο της πόλης. Δεξιά: Ο ξύλινος Βουλγάρικος Ναός του Αγίου Ελευθερίου, στη θέση του οποίου οι ενορίτες ανήγειραν τη δεκαετία του 1950 τον σημερινό πέτρινο μεγαλοπρεπή ομώνυμο ναό.

 Το  Δεδέαγατς το 1910 είναι έδρα Μουτεσαρίφη, Στρατιωτικού Διοικητή, Αρχηγού Χωροφυλακής, Λιμενάρχη, Τελώνη, Αρχιλογιστή υπηρεσίας Δημοσίου Οθωμανικού χρέους, Μονοπωλίου Καπνού καθώς και Αυστριακού και Γαλλικού ταχυδρομείου. Έχει  δύο Νοσοκομεία (Στρατιωτικό και Δημοτικό), πολλές Τράπεζες ( Οθωμανικής Αυτοκρατορικής Τράπεζας, Τράπεζας Θεσσαλονίκης, Doutche Orient Itanque Agent κ.λ.π.), ναυτιλιακά και ασφαλιστικά γραφεία,  γραφεία αβαριών και οκτώ Προξενεία  (Αγγλίας, Αυστροουγγαρίας, Γερμανίας, Γαλλίας, Ελλάδος, Ιταλίας, Περσίας και Ρωσίας).
 

Αριστερα: Άποψη της Γερμανοανατολικής Τράπεζας. Δεξιά: Άποψη της παραλιακής οδού, απέναντι από το σιδηροδρομικό σταθμό και ο  λιμάνι με τα ξενοδοχεία και κατοίκους επισκέπτες της πόλης, κυρίως εμπορευόμενους Οθωμανούς.


Στο ανωτέρω αναναφερθέντα οδηγό το Δεδέαγατς αναφέρεται ως κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου και περιοχή παραγωγής Δημητριακών και Βαλανιδιών. Στον ίδιο  επαγγελματικό οδηγό διαγράφεται ανάγλυφα και η εμποροεπαγγελματική δραστηριότητα της εποχής. Το ζωηρό διαμετακομιστικό εμπόριο του Δεδέαγατς εξυπηρετούσαν τρεις τράπεζες, τέσσερις τραπεζίτες και δύο αργυραμοιβοί, δώδεκα αντιπροσωπείες και έντεκα ασφαλιστικές εταιρείες, δέκα επτά εμπορομεσίτες και εκτελωνιστές. Υπήρχαν δεκαέξι έμποροι οικοδομών και ναυτικών ειδών, πενήντα εννέα έμποροι αποικιακών και εγχωρίων προϊόντων, είκοσι παντοπώλες και δεκατέσσερις υφασματέμποροι. Επίσης λειτουργούσαν εννέα ξενοδοχεία, δύο πανδοχεία, είκοσι τρία εστιατόρια, καφενεία και ζαχαροπλαστεία και γύρω τους δούλευε πλήθος τεχνιτών (δώδεκα σιδηρουργοί, τενεκετζήδες και ξυλουργοί, άλλοι τόσοι ραφτάδες και υποδηματοποιοί, τέσσερις χρυσοχόοι και ρολογάδες. Επίσης υπήρχε και επιστημονική κοινότητα με τέσσερις δικηγόρους, (Τζεμάλ εφένδης, Καρακεσικιάν Αβεδής, Κόκκινος Επαμεινώνδας και Ρεσάτ εφένδης),  έντεκα γιατρούς, ( Αμηράς Γ.,  Καλούδης Κ., Κριτής Λ.,  Λεφάκης Π.,  Μαστράφης Δ., Παπαδόπουλος Γ., Σαβρής Μ., Σακελλάριος Σ., Σταματιάδης Τ. και Τριανταφυλλίδης Π.), πέντε φαρμακοποιούς, (Ανδρόνικος Παναγ., Κολοζώφ Δημήτριος, Κωνσταντινίδης Κ., Μαστράφης Γ. Χρ. Και Παπαδόπουλος Πέτρος) και αρκετούς μηχανικούς, που εργάζονταν στους σιδηροδρόμους. Τέλος στη πόλη λειτουργούσε  ένας ατμόμυλος της εταιρείας Πρωτόπαπας Δ.Γ. και Σία και ένας τυπογράφος – λιθογράφος (Σισσακιάν Βαρσάκ). Από όλους τους επαγγελματίες της πόλης οι είκοσι τρεις ήταν Αρμένιοι, οι δέκα Εβραίοι, οι οκτώ Βούλγαροι και οι εννέα Τούρκοι, ενώ οι Έλληνες ξεπερνούσαν τους διακόσιους τριάντα, κρατώντας κυριολεκτικά στα χέρια τους την αγορά και τον έλεγχο της οικονομίας.


Κτίρια του Οθωμανικού Δημοσίου στον τετράγωνο που σήμερα είναι το πάρκο της Εθνικής Ανεξαρτησίας.

 Μαζί με την οικονομική δραστηριότητα την εποχή αυτή  έχουμε  και αντίστοιχη οικοδομική. Δείγματα των έργων της ελληνορθόδοξου κοινότητας της εποχής αυτής με έντονο νεοκλασικό χαρακτήρα  είναι τα κτίρια της πλατείας Μητροπόλεως (Λεονταρίδειος  Αστική Σχολή Αρρένων και  3ο Δημοτικό Σχολείο), το παλιό Νοσοκομείο και ο Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Νικολάου, ενώ αντίστοιχα της Οθωμανικής κοινότητας το πασαλίκι, αλλά και μια σειρά από κυβερνητικά κτίρια που κάποια σώζονται μέχρι σήμερα (ταχυδρομείο, δικαστικό μέγαρο, Ακαδημία κ.λ.π.).


Αριστερά: Το κτίριο όπου στεγαζόταν η Εθνική Οθωμανική Τράπεζα. Και Δεξιά: Το κτίριο όπου στεγαζόταν το Ρωσικό Προξενείο. Στη θέση του σήμερα έχει ανεγερθεί το νέο Διοικητήριο της πόλης.

 Το Δεδέαγατς, ως  ακμάζουσα πόλη, έγινε αντικείμενο διεκδικήσεων  κατά την διάρκεια των δύο βαλκανικών πολέμων από τους Βουλγάρους, με αποτέλεσμα οι χριστιανοί κάτοικοί της  αλλά και ο μουσουλμανικός πληθυσμός της να υποστούν πολλές διώξεις από τους Βουλγάρους που την διεκδικούσαν για να πετύχουν την έξοδό τους στη θάλασσα. Μάλιστα στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο η Βουλγαρία νικήθηκε κατά κράτος και η Ελλάδα με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου απελευθέρωσε την Ανατολική Μακεδονία και για δύο μήνες μόνο το Δεδέαγατς. Αυτό συνέβη στις 12 Ιουλίου 1913 όταν απέπλευσε στο λιμάνι της πόλης  το θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ υπό τον Ναύαρχο Κουντουριώτη, άγημα του οποίου ύψωσε την Ελληνική Σημαία, η οποία κυμάτιζε στη πόλη, ως ένδειξη ελληνικής επικυριαρχίας,  μέχρι την 14η Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, όταν η Ελληνική Διοίκηση «κατοχής» της πόλης πήρε διαταγή να εγκαταλείψει τη πόλη σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης του Βουκουρεστίου. Και φέτος συμπληρώνονται εκατό (100) χρόνια από αυτήν την  πρώτη απελευθέρωση της πόλης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου