Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

150 χρόνια από την ανεύρεση της «Νίκης» της Σαμοθράκης (1863 -2013).

Φέτος συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από την ανεύρεση ενός από τα σπουδαιότερα δημιουργήματα της αρχαίας Ελλάδας. Του περίφημου αγάλματος της Νίκης της Σαμοθράκη που σήμερα κοσμεί το Μουσείο του Λούβρου.



Η Νίκη της Σαμοθράκης είναι ένα ελληνιστικό γλυπτό του 2ου π.Χ. αιώνα σκαλισμένο σε παριανό μάρμαρο, που παριστάνει τη θεά Νίκη. Το γλυπτό βρέθηκε στη Σαμοθράκη το 1863, σπασμένο σε πολλά κομμάτια, και μεταφέρθηκε στο Μουσείο του Λούβρου. Το κεφάλι και το αριστερό χέρι της Νίκης δε βρέθηκαν ποτέ. Το άγαλμα ήταν στημένο πάνω σε μια βάση με μορφή πλώρης πλοίου, βασικά κομμάτια της οποίας έχουν βρεθεί.


Το ιερό της Σαμοθράκης ήταν αφιερωμένο στους Κάβειρους, θεότητες της γονιμότητας, οι οποίοι προστάτευαν τους ναυτικούς και έδιναν δύναμη σε όσους πολεμούσαν. Η τοποθέτηση του αγάλματος της Νίκης σε ένα ακρόπρωρο αποτελούσε θρησκευτική πράξη απόδοσης φόρου τιμής σ’ αυτές τις θεότητες για τη βοήθεια που προσέφεραν τους κητές - αναθέτες.
Ο καλλιτέχνης που δημιούργησε το γλυπτό δεν είναι γνωστός με βεβαιότητα, αν και ένα απόσπασμα από την επιγραφή στη βάση του γλυπτού περιλαμβάνει τη λέξη «Ρόδιος». Πιστεύεται ότι το έργο ήταν ανάθημα της Ρόδου, της πιο μεγάλης ναυτικής δύναμης εκείνης της εποχής στο Αιγαίο, προς ανάμνηση μιας συγκεκριμένης νίκης σε ναυμαχία.  Το χρώμα του μαρμάρου και ο τύπος του πλοίου που αποτελεί τη βάση του γλυπτού παραπέμπουν σε έργο που πιθανόν να προέρχεται από τη Ρόδο. Σύμφωνα με άλλες πηγές, το γλυπτό ήταν αφιέρωμα του Μακεδόνα στρατηγού Δημητρίου του Πολιορκητή έπειτα από μια νικηφόρα ναυμαχία στην Κύπρο.

 

 Η Νίκη ήταν θεά της Ελληνικής μυθολογίας. Πατέρας της ήταν ο Πάλλαντας, μητέρα της η Στύγα, ενώ αδέρφια της ήταν ο Ζήλος, το Κράτος και η Βία. Σύμφωνα με το μύθο, η Νίκη και τα αδέρφια της ήταν ακόλουθοι του Δία όταν εκείνος ανέβηκε στο θρόνο του στον Όλυμπο. Τη Νίκη την έστελνε ο Δία είτε για να εξυμνήσει μία νίκη, είτε για να προσφέρει σπονδές, είτε για να στεφανώσει έναν νικητή. Γι’ αυτό το λόγο, οι γλύπτες την απαθανάτιζαν πάντα σαν μια γυναίκα με τεράστια φτερά στην πλάτη της.


Η Νίκη της Σαμοθράκης θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής τέχνης. Η θεά Νίκη παρουσιάζεται με τη μορφή μιας φτερωτής γυναίκας η οποία κατέβηκε από τον ουρανό, για να αναγγείλει τη νίκη στον στόλο που κέρδισε τη μάχη. Αναπαριστάνεται η στιγμή ακριβώς της προσγείωσης της θεάς, λίγο πριν αυτή σταθεί τελικά στην πλώρη του πλοίου, απέναντι από τον δυνατό άνεμο που κάνει τα ενδύματά της να κυματίζουν. Το άγαλμα σμιλεύτηκε σε παριανό μάρμαρο, σε μέγεθος μεγαλύτερο από το φυσικό.



Στο δεξί χέρι της κρατούσε μάλλον μια σάλπιγγα, που θα την έφερε κοντά στα χείλη, ενώ στο αριστερό κρατούσε ίσως κάποιο λάφυρο ή τρόπαιο από τη μάχη. Το πτυχωτό ένδυμα κολλά πάνω στο σώμα της σαν να είναι βρεγμένο. Το ένδυμα, που γλιστρά από τους ώμους της, κυματίζει πίσω της και τυλίγεται γύρω από τα πόδια της. Τα δυνατά φτερά της θεάς μοιάζουν έτοιμα να την απογειώσουν ξανά. Παρά τους αιώνες που έχουν περάσει διατηρούν ακόμη και σήμερα μια αξιοθαύμαστη αναπαραστατική ακρίβεια.




Η κίνηση του έργου είναι σπειροειδής και η σύνθεσή του δίνει την εντύπωση ότι ανοίγεται οπτικά προς διάφορες κατευθύνσεις. Αυτό το πετυχαίνει ο καλλιτέχνης με τις οξείες γωνίες των φτερών, την προβολή του αριστερού ποδιού και την έμφαση που δίνει στο ένδυμα το οποίο κυματίζει ανάμεσα στα πόδια της θεότητας. Ο γλύπτης, από τον τρόπο με τον οποίο σκαλίζει το μάρμαρο, αποκαλύπτει το γυναικείο σώμα με μεγάλη δεξιοτεχνία και δίνει με έξοχο τρόπο την εντύπωση του λεπτού και βρεγμένου υφάσματος, που άλλοτε κολλάει στο σώμα και άλλοτε κυματίζει στον άνεμο. Το μεγάλο αυτό έργο, το οποίο πιθανόν να χρησιμοποιούνταν ως βωμός, ήταν τοποθετημένο σε ανοιχτό και ψηλό χώρο κοντά στο ιερό. Σ’ αυτή τη θέση ίσως να υπήρχε μια μικρή τεχνητή λίμνη, μέσα στην οποία το πλοίο έμοιαζε να πλέει.

Μέχρι την ανακάλυψή του αγάλματος της Νίκης στη Σαμοθράκης, η Νίκη απεικονιζόταν πάντοτε στην ελληνική γλυπτική και κεραμική σαν λεπτή φτερωτή θεά, που πετούσε γύρω από το άρμα του Δία ή γύρω από τρίποδες των νικηφόρων αθλητών (στο Λούβρο υπάρχουν αρκετά ανάλογα έργα). Για πρώτη φορά όμως αναπαρίσταται η εντυπωσιακή αυτή θεότητα, με μορφή νεαρής φτερωτής γυναικείας μορφής, σταθερά στηριγμένης στην πλώρη ενός πλοίου που ...αποτελούσε τμήμα μίας μνημειακής κρήνης που δέσποζε σε κάποιο σημείο πάνω από το θέατρο του ιερού των Μεγάλων Θεών στη Σαμοθράκη.

Το μνημείο αυτό μάλλον αποτελούσε ανάθημα των Ρόδιων στο ιερό, μετά τη νικηφόρα ναυμαχία της Σίδης (191-190 π.Χ), όπου η Ρόδος είχε πάρει μέρος στο πλευρό της Περγάμου και κατατρόπωσε τον Αντίοχο Γ' τον Μέγα, βασιλιά της Συρίας. Μία εκδοχή των αρχαιολόγων για το αφιέρωμα επί πολλά χρόνια ήταν πως το είχε κάνει ο Δημήτριος ο Πολιορκητής (337-283 π.Χ.) όταν νίκησε τον στόλο του Πτολεμαίου στα ανοιχτά της Κύπρου γύρω στο 290 π.Χ. Σήμερα όμως λόγω της τεχνοτροπίας του έργου περισσότερο πιθανή θεωρείται η πρώτη εκδοχή. 


Η θεατρικότητα της στάσης της με τα ανοιγμένα φτερά, η δύναμη της κίνησης προς τα εμπρός και οι βαθιές πτυχώσεις των ενδυμάτων από το φύσημα του αέρα, μπλέκονται με τα χαρακτηριστικά της Κλασικής Περιόδου και προμηνύουν τις μπαρόκ τάσεις των γλυπτών της Σχολής της Περγάμου.

Η Νίκη της Σαμοθράκης, όπως προαναφέραμε, θεωρείται ότι είναι έργο Ρόδιου καλλιτέχνη, από παριανό μάρμαρο με ύψος 3.28 μ. και βρέθηκε κοντά στο ιερό των Καβείρων το 1863, κατακερματισμένη από τον Γάλλο πρόξενο στην Αδριανούπολη Σαρλ Σαμπουαζό.

Τα κομμάτια του γλυπτού βρέθηκαν τμηματικά και στην αρχή η Νίκη εκτίθετο στο Λούβρο δίχως τον κορμό και τα φτερά της, αλλά και δίχως την πλώρη, τα κομμάτια της οποίας οι Γάλλοι ειδικοί στην αρχή είχαν εκλάβει ότι ανήκαν σε τύμβο και τα είχαν αφήσει στη Σαμοθράκη. 


Συγκεκριμένα, η ανεύρεση άρχισε το 1863 από μια αρχαιολογική αποστολή στην οποία επικεφαλής ήταν ο Κάρολος Σαμπουαζό (1830-1909) (Charles Champoiseau) υποπρόξενος της Γαλλίας στην Αδριανούπολη (σημερινό Εντιρνέ Τουρκίας).

Ενώ έσκαβαν σε μια χαράδρα στις 15 Απριλίου του 1863, στα βόρεια του νησιού, ένας Έλληνας εργάτης φώναξε στον Σαμπουαζό «Κύριε, εύραμεν μια γυναίκα!» - ήταν όμως η μισή Νίκη της Σαμοθράκης. Ο Σαμπουαζό επικοινώνησε αμέσως με τον πρέσβη της πατρίδας του στην Κωνσταντινούπολη και εκείνος φρόντισε η Τουρκία να δώσει τότε έγκριση για να αποπλεύσει γαλλικό πολεμικό πλοίο και να φορτώσει τη Νίκη της Σαμοθράκης για τη Γαλλία. Σημειώνεται ότι το 1863 η Σαμοθράκη είχε μεν σημαντική αυτονομία, αλλά ανήκε ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απελευθερώθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1912. Το άγαλμα έφτασε στο Λούβρο στις 11 Μαΐου του 1864 και δύο χρόνια μετά εκτέθηκε για πρώτη φορά μετά τις απαραίτητες εργασίες – χωρίς όμως ακόμα να μπορούν να εκθέσουν το επάνω μέρος τους κορμού και τα φτερά. Το άγαλμα βρέθηκε σε πολλά κομμάτια γιατί στα ελληνιστικά χρόνια οι καλλιτέχνες δούλευαν το γλυπτό τους σε πολλά κομμάτια εξαρχής (στην αρχαία Ελλάδα δούλευαν χωριστά μόνον το κεφάλι και τα άκρα που εξείχαν). Ο άγνωστος λοιπόν γλύπτης είχε επεξεργαστεί το έργο του κατά τμήματα και μετά το είχε ενώσει, οπότε στο σεισμό με την κατακρήμνιση του γλυπτού, αυτό έσπασε πολύ πιο εύκολα και σε πολλά σημεία. 


 Αποτελείται από το μεγάλο κομμάτι κάτω από το στήθος μέχρι τα πόδια, από ένα δεύτερο κομμάτι που είναι ο άνω κορμός, το αριστερό φτερό (το δεξί προστέθηκε αντιγράφοντας το αριστερό) και από το κεφάλι – αυτό δεν βρέθηκε ποτέ από όσο γνωρίζουν οι ειδικοί. (Λέγεται ότι το κεφάλι πιθανόν να έγινε ασβέστης, όπως και πολλά άλλα μάρμαρα, όταν μετά από σεισμό, οι κάτοικοι του νησιού χρησιμοποιούσαν τα μάρμαρα για να φτιάξουν ασβέστη για να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους). Τα χέρια, τα φτερά και τα πόδια, όπως και πολλά κομμάτια του ενδύματος σμιλεύονταν τότε χωριστά και μετά το άγαλμα συναρμολογείτο. Τα φτερά ήταν από δύο μεγάλα μάρμαρα που ήταν συνδεδεμένα στην πλάτη χωρίς εξωτερική στήριξη και αυτό δημιουργούσε πρόβλημα ισορροπίας στο άγαλμα, αλλά ο γλύπτης το έλυσε με μεγάλη τέχνη. 

 Η πλώρη του πλοίου αποτελείται από 23 κομμάτια μαρμάρου και δείχνει ότι ο γλύπτης κατείχε τέλεια και τους νόμους της φυσικής. Σε μια ορθογώνια βάση από έξη μαρμάρινες πλάκες στερεώνονταν 17 κομμάτια που ενώνονταν αρχικά με μέταλλο και σχημάτιζαν τρείς οριζόντιες σειρές που κλιμακώνονταν προς τα εμπρός για το σχηματισμό της πλώρης. Άγαλμα και πλοίο ισορροπούσαν το ένα το άλλο σαν αντίβαρα και το κέντρο βάρους του αγάλματος είχε σταθμιστεί έτσι ώστε να πέφτει στο σημείο που κρατούσε ανασηκωμένη ζωηρά η πλώρη σαν αληθινού ξύλινου καραβιού (σημειώνεται ότι το άγαλμα δεν μπορούσε δηλαδή να μετακινηθεί χωρίς να διαλυθεί το πλοίο). Το όλο σύμπλεγμα θεωρείται όχι μόνον αριστουργηματικό από καλλιτεχνική άποψη, αλλά και ιδιοφυές. 


Το 1875 Αυστριακοί αρχαιολόγοι είδαν στον τόπο της ανασκαφής τα μάρμαρα που ο Σαμπουαζό νόμισε ότι ανήκαν σε τύμβο και αναλογιζόμενοι ελληνικά νομίσματα που απεικόνιζαν τη Νίκη σε πλώρες πλοίων κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τμήματα μαρμάρινης πλώρης. Ο Σαμπουαζό έμαθε για τα μάρμαρα της πλώρης το 1879 και κατάφερε να τα πάρει κι αυτά στο Λούβρο. 

Η συναρμολόγηση και η αποκατάσταση (π.χ. του αριστερού φτερού που βρέθηκε σε πολλά κομμάτια και του δεξιού που ουσιαστικά είναι σχεδόν όλο προσθήκη μια που βρέθηκε ένα πολύ μικρό κομμάτι του) ολοκληρώθηκε το 1884. Το 1950 όταν συναρμολογήθηκε και η δεξιά παλάμη της, άρχισε να εκτίθεται κι αυτή. Τον Αύγουστο του 1939 η «Νίκη της Σαμοθράκης» μεταφέρθηκε με μεγάλη δυσκολία με μια ξύλινη ράμπα, ώστε να απομακρυνθεί όπως και όλα τα πολύτιμα εκθέματα του Μουσείου σε ασφαλέστερη τοποθεσία λόγω του πολέμου και φυλάχτηκε μαζί με την Αφροδίτη της Μήλου και τους «Σκλάβους» του Μιχαήλ Αγγέλου στο Château de Valençay.

Το περίφημο αυτό άγαλμα της Νίκης είναι μία από τις τρεις φτερωτές Νίκες που βρέθηκαν στο ναό της Σαμοθράκης. Οι άλλες δύο εκτίθενται η μεν πρώτη, που αποτελεί ρωμαϊκό αντίγραφο και το βρήκαν Αυστριακοί αρχαιολόγοι, στο μουσείο "Kunsthistorisches Museum" της Βιέννης και η δεύτερη, που βρέθηκε από την αμερικανική αποστολή του Karl Lehmann και της Phyllis Williams-Lehmann το 1949, στο αρχαιολογικό μουσείο της Σαμοθράκης.


Ο Lehmann και η σύζυγός του βρήκαν αργότερα (το 1950) σε ανασκαφές και τμήματα του δεξιού χεριού της «Νίκης της Σαμοθράκης». Λίγους μήνες μετά το ίδιο ζευγάρι αρχαιολόγων εντόπισε και δάχτυλα του δεξιού χεριού της ίδιας Νίκης στο προαναφερόμενο αυστριακό μουσείο, που τα είχε ακαταχώρητα και δεν γνώριζε ότι ανήκαν σε εκείνην. Η δεξιά παλάμη της ανασυστάθηκε αποκαλύπτοντας ότι δεν κρατούσε σάλπιγγα όπως πολλοί πίστευαν μέχρι τότε και εκτίθεται επίσης στο Λούβρο, σε χωριστή βιτρίνα κοντά στα άγαλμα. Ομοίωμα του αγάλματος εκτίθεται σήμερα στο μουσείο της Σαμοθράκης στη Παλαιάπολη.

Φέτος το Λούβρο απηύθυνε έκκληση για δωρεές που θα χρηματοδοτήσουν τις εργασίες αποκατάστασης της Νίκης της Σαμοθράκης - ένα από τα αριστουργήματα που κοσμούν τις αίθουσές του - ελπίζοντας να συγκεντρώσει ένα εκατομμύριο ευρώ έως τα τέλη του έτους. Όπως ανακοίνωσε το Μουσείο του Παρισιού, η νέα εκστρατεία, έχει τον τίτλο: «Όλοι μαικήνες».



Το γλυπτό θα μετακινηθεί σε γειτονική αίθουσα, η μαρμάρινη πλώρη πλοίου πάνω στην οποία είναι τοποθετημένο θα αποσυναρμολογηθεί κομμάτι - κομμάτι, ενώ, ταυτόχρονα, το Λούβρο θα ξεκινήσει την αποκατάσταση της σκάλας Νταρού που οδηγεί στο άγαλμα. Η Νίκη της Σαμοθράκης θα επιστρέψει στη θέση της το καλοκαίρι του 2014, ενώ η αποκατάσταση της σκάλας θα ολοκληρωθεί τον Μάρτιο του 2015. Ο συνολικός προϋπολογισμός των εργασιών αποκατάστασης ανέρχεται σε 4 εκατομμύρια ευρώ, υψηλότερος από αυτόν που είχε προβλεφθεί πέρυσι. Το Λούβρο έχει ήδη συγκεντρώσει το ποσό των τριών εκατομμυρίων από διάφορες δωρεές. Μένει ακόμη ένα εκατομμύριο ευρώ, το οποίο το Μουσείο ελπίζει να συγκεντρώσει μέσω της έκκλησης για δωρεές από ιδιώτες, έως τις 31 Δεκεμβρίου.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου