Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΕΣ ΑΙΝΟΥ, ΤΡΑΪΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ και ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ (1870 -2010)


Ιστορικά η περιοχή της σημερινής Μητροπόλεως υπαγόταν στη Μητρόπολη Τραϊανουπόλεως  και αργότερα στην επισκοπή Αίνου και στη Μητρόπολη Μαρωνείας.  Το 1885 όμως λόγω της οικονομικής εξάντλησης και της φθίνουσας πορείας της Μητρόπολης Αίνου με Πατριαρχική απόφαση η περιοχή της Μάκρης, του Δεδέαγατς και των Φερών, που μέχρι τότε υπήγοντο στην περιοχή Μαρώνειας, αποσπώνται μαζί με άλλες δώδεκα μικρές χριστιανικές ενορίες του Καζά Δεδέαγατς και υπάγονται στην Μητρόπολη Αίνου η οποία έκτοτε ονομάζεται Ιερά Μητρόπολις Αίνου, και Δεδέαγατς. Μετά τη Μικρασιατική  καταστροφή, την ανταλλαγή των πληθυσμών και την απώλεια της Ανατολικής Θράκης, η Μητρόπολη Αίνου είχε εδάφη και στην Ελλάδα και στην Τουρκία.

Έτσι, το Νοέμβριο του 1922 ο Οικουμενικός Πατριάρχης  Μελέτιος Μεταξάκης  εξέδωσε συνοδική πράξη, με την οποία ιδρυόταν αυτοτελής  Μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως, με το σκεπτικό: «..το εν τη Δυτική Θράκη τμήμα της επαρχίας Αίνου λόγω των πολιτικών συνθηκών, υφ ας τούτο νυν διατελεί εν σχέσει προς το εν τη Ανατολική Θράκη τμήμα της αυτής επαρχίας, το διατελούν υπό άλλας πολιτικάς συνθήκας και λόγω της συγκεντρώσεως και εγκαταστάσεως εκεί χιλιάδων ομογενών προσφύγων, έχει ανάγκην αμέσου και συνεχούς ποιμαντορικής προνοίας και επιβλέψεως, ενέκρινεν όπως αποσπώμενον εκ του εν τη Ανατολική Θράκη τμήματος της επαρχίας Αίνου και μετά κατάλληλον των ομόρων επαρχιών Μαρωνείας και Ξάνθης διαρρύθμισιν αποτελέση νέαν Μητρόπολιν υπό το όνομα Μητρόπολις Αλεξανδρουπόλεως, κατέχουσα θέσιν εν τη Β΄ στήλη του Συνταγματίου ευθύς προ της Μητροπόλεως Φιλαδελφείας». Με την ίδια πράξη οριζόταν ότι ο εκάστοτε Μητροπολίτης θα φέρει τον τίτλο «υπέρτιμος και έξαρχος Ροδόπης». 



30 Ιανουαρίου 1925. Οι Τουρκικές αρχές κηρύσσουν ανεπιθύμητο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνο τον Στ'  και διατάζουν την άμεση απέλασή του. Την επομένη, 31 Ιανουαρίου 1925, σύσσωμος ο λαός της Αλεξανδρούπολης, με επικεφαλής τον Δεσπότη του, όλες τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές του τόπου και όλους τους εκπροσώπους των δογμάτων και θρησκειών που υπήρχαν στη πόλη, με πένθιμες σημαίες, λάβαρα και με όλη την επισημότητα που αρμόζει στον θρησκευτικό ηγέτη της Ορθοδοξίας, τον υποδέχθηκε στο Γαλλικό Σιδηροδρομικό Σταθμό της πόλης με τιμές ηρώου. Αριστερά ο πατριάρχης Κωνσταντίνος Στ΄ κατέρχεται της αμαξοστοιχίας.

Σε όλο το διάστημα της ζωής της νέας πόλης,  (Δεδέαγατς στην αρχή, Νεάπολη για πολύ λίγο αμέσως μετά την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα και τελικά Αλεξανδρούπολη από τον Σεπτέμβριο του 1921), και συγκεκριμένα από το 1885 που υπήχθη στη Μητρόπολη Αίνου μέχρι σήμερα, οι  κάτοικοί της γνώρισαν συνολικά δέκα (10) Ποιμενάρχες, πέντε ως Μητροπολίτες Αίνου και Τραϊανουπόλεως και πέντε ως Μητροπολίτες Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και αργότερα και Σαμοθράκης, για τους οποίους αναφερόμαστε παρακάτω. 

Άνθιμος Τσάτσος 
(μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης) 
Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως (1877-1888)

Γεννήθηκε μεταξύ των ετών  το 1827 (κατ΄ άλλους το 1832) στο χωριό Πληβίτσα  Φιλιατρών Ηπείρου. Ασχολήθηκε στην αρχή με το εμπόριο βοηθώντας τον πατέρα του, αλλά γρήγορα φάνηκε η κλίση του προς τα εκκλησιαστικά. Χειροτονήθηκε διάκονος και μετονομάστηκε σε Άνθιμος. Το 1856 εισάγεται στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης  από όπου αποφοίτησε με άριστα και επέστρεψε στα Γιάννενα. Εκεί υπηρέτ5ησε ως Ιεροκήρυκας, αλλά και ως καθηγητής της Ζωσιμαίας Σχολής.


Το  1860 εξελέγη Μητροπολίτης Παραμυθιάς, οπότε χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν επίσκοπος. Το 1877  έγινε Μητροπολίτης Αίνου και το 1888 Μητροπολίτης Αγχιάλου, θέση από την οποία επαύθη, ή κατ' άλλους δεν δέχτηκε. Το 1893  εξελέγη Μητροπολίτης Κορυτσάς και το 1894 Λέρου και Καλύμνου.  Τέλος, στις  20 Ιανουαρίου του 1895 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, μετά την παραίτηση του προκατόχου του  Νεοφύτου Η΄.  Η εκλογή του σημαδεύτηκε από επεισόδια μεταξύ αντιμαχομένων παρατάξεων, ακόμη και στο εσωτερικό του Πατριαρχικού Ναού. «Αφού ανέθορεν εκ της κάλπης το όνομα Ανθίμου του Ζ´, ο πάνσεπτος πατριαρχικός ναός μετεβλήθη δυστυχώς εις καπηλείον οργιαστών, διότι ικανοί των αντιφρονούντων τη ιεραρχική πλειονοψηφία παροξυνθέντες εκ του εκλογικού αποτελέσματος εξερράγησαν εις ύβρεις κατά των εννέα ιεραρχών των ψηφοφορησάντων υπέρ του Ανθίμου, δύο δε μεγάτιμοι άλλως ομογενείς απετόλμησαν εν αγανακτήσει φρικτή εντός του ιερού βήματος της ακροπόλεως της Ορθοδοξίας, εξ ης τοσαύτα κατά Λατίνων και Βουλγάρων ηκούσθησαν κατά καιρούς αναθέματα, να κραυγάσωσιν ασεβώς «Ζήτω ο Πάπας», «Ζήτω ο Έξαρχος!!!».
Κατά τη διάρκεια της Πατριαρχίας του κτίστηκε το νέο κτίριο της  Θεολογικής Σχολής της Χάλκης,  του οποίου τα εγκαίνιά έγιναν στις  6 Οκτωβρίου 1896. Λίγο πριν ξεσπάσει   ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, τον επισκέφθηκε απεσταλμένος της Εθνικής Εταιρίας για να τον μυήσει στους σκοπούς της οργάνωσης και των ακραίων σχεδίων της, που περιελάμβανε και εμπρησμούς στη Κωνσταντινούπολη. Με την απειλή ότι θα ενημέρωνε σχετικά τις Αρχές της Πόλης απαίτησε από την ελληνική πρεσβεία την άμεση αναχώρηση του εν λόγω απεσταλμένου, όπως και έγινε. Επίσης στη διάρκεια της Πατριαρχίας του αντιπροσωπία του Οικουμενικού Πατριαρχείου παρέστη στην τελετή στέψης του  Τσάρου της Ρωσίας Νικολάου Β΄ . Ο Άνθιμος παρασημοφορήθηκε από το Σουλτάνο και από τον Τσάρο. Εξαναγκάστηκε όμως σε παραίτηση στις 29 Ιανουαρίου 1897, μετά από διετή μόλις Πατριαρχία, καθώς έχασε την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Ιεράς Συνόδου. Κατόπιν αποσύρθηκε στη νήσο Αντιγόνη, όπου ασχολήθηκε με συγγραφικό έργο, και κατόπιν στο Σισλή, όπου και πέθανε στις  5 Δεκεμβρίου 1913.

Στη βιβλιοθήκη της Ελληνικής Βουλής (με αριθμό φακέλου 434) διασώζεται ένα αντίγραφο της από 31 Ιουλίου 1887 επιστολής του ως Μητροπολίτη Αίνου προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,  από την οποία προκύπτουν πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές για την κατάσταση που επικρατούσε την εποχή εκείνη στο Δεδέαγατς. Ίσως είναι από τα λίγα γραπτά κείμενα που αναφέρονται με τόση λεπτομέρεια  για τα όσα συνέβαιναν την εποχή εκείνη (1887) στην νεοσύστατο κοινότητα του Δεδέατας (την αποκαλεί «Δεδαγάτς»). Η επιστολή αυτή δημοσιεύθηκε αυτούσια  και στον 23ο τόμο  (έτους 1958) του «Αρχείου του Θρακικού  Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού» και σχολιασμένα αποσπάσματα της στο www.ordteo.gr "Μια ενδιαφέρουσα επιστολή του Μητροπολίτη Αίνου του 1887".-

Λουκάς Πετρίδης ή Τρικώλης,
Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως (1888-1899)

Γεννήθηκε στη Μάδυτο της Θράκης. Απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης υπηρέτησε την Εκκλησία από σημαντικές θέσεις. Αναφέρεται ως άνθρωπος ανώτερης μόρφωσης και παιδείας, πατριώτης και μυημένος στη Μακεδονική υπόθεση την οποία υπηρέτησε κατά τα χρόνια της αρχιερατείας του.  
Τον Ιανουάριο του 1886 εξελέγη από Μ. Αρχιδιάκονος Μητροπολίτης Σερρών και παρέμεινε μέχρι το 1888. Για πρώτη φορά εκλέχθηκε Μητροπολίτης στην Ιερά Μητρόπολη Αίνου στις 15 Οκτωβρίου 1888  ("Ανθίμου μετατεθέντος εις τον θρόνον της αγιοτάτης Μητροπόλεως Αγχιάλου"), επαρχία την οποία διαποίμανε με αφοσίωση ένδεκα χρόνια ως το 1899. Επί αρχιερατείας του άρχισαν οι εργασίες (1892) για την ανοικοδόμηση του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Νικολάου στο Δεδεαγάτς (σημερινή Αλεξανδρούπολη). Στις 22 Μαΐου 1899 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως. Στο διάστημα της αρχιερατείας του έδωσε σπουδαία ώθηση και αγωνίστηκε για την πνευματική πρόοδο του ποιμνίου, συστήνοντας πολλά σχολεία και Παρθεναγωγεία και διορίζοντας δασκάλους. Στις 27 Αυγούστου 1909 μετατίθεται στην Μητρόπολη Βεροίας και Ναούσης στην οποία παρέμεινε μόλις για 2 έτη. Το Πατριαρχείο τον κάλεσε στις 23 Ιουνίου 1911 στη Μητρόπολη Φιλαδέλφειας, όπου και πέθανε τον Δεκέμβριο του 1912.

Γερμανός Θεοτοκάς,
Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως  (1899-1903)


Ο Μητροπολίτης Αίνου Γερμανός Θεοτοκάς γεννήθηκε στο Πυργί της Χίου. Διετέλεσε Αρχιερατικός Προϊστάμενος του   Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου  στο Γαλατά.
Στις 19 Ιουνίου 1893 εξελέγη Επίσκοπος Μυρέων και παρέμεινε σ’ αυτή τη θέση μέχρι τις 22 Μαΐου  1899, όταν και μετετέθη στην Μητρόπολη Αίνου ("Λουκά μετατεθέντος εις τον θρόνον της αγιωτάτης Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως"). Κατά την σύντομη θητεία του στην Μητρόπολη αυτή συνέδεσε το όνομά του με τα επίσημα εγκαίνια του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Δεδέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη) την 4η Αυγούστου 1901. Δίπλα στο χώρο του Ναού είχαν ήδη οικοδομηθεί από την Τουρκοκρατία ακόμα, τα τρία σχολεία και το Μέγαρο της Ιεράς Μητροπόλεως.
Στις 9-8-1903 μετετέθη στην Ιερά Μητρόπολη Λέρου και Καλύμνου «Ιωάννου (του προκατόχου) προαχθέντος εις τον Θρόνον της αγιωτάτης Μητροπόλεως Κασσανδρείας». Εκοιμήθη τον Σεπτέμβριο του 1918 ως εν ενεργεία Μητροπολίτης Λέρου. Στην πατρίδα του, στο Πυργί της Χίου, υπάρχει στην αυλή του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου μαρμάρινη προτομή του.

Λεόντιος Ελευθεριάδης, 
Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως 1903-1907   

O  Λεόντιος ήταν απόφοιτος της Ριζαρείου Σχολής και της Θεολογικής Σχολής  Αθηνών.  ∆ίδαξε στο Ζάπειο Γυμνάσιο και στο Ιωακείμειο Παρθεναγωγείο. Υπηρέτησε στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης ως πρωτοσύγκελος του μητροπολίτη Γρηγορίου Kαλλίδη. Tο Σεπτέμβριο του 1885, εξελέγη από την επαρχιακή σύνοδο Θεσσαλονίκης επίσκοπος Kίτρους. Στις 12 Αυγούστου του 1893, εξελέγη επίσκοπος Παραμυθίας και τον Ιούνιο του 1895,  μητροπολίτης της ίδιας επαρχίας που ανυψώθη
σε μητρόπολη. Στις 13  Φεβρουαρίου του 1896 μετετέθη στη μητρόπολη Φιλαδέλφειας και από εκεί στις 29 Aπριλίου του 1899  στη μητρόπολη Mελενίκου. Στη νέα του θέση με την αλλοπρόσαλλη πολιτεία του ο Λεόντιος έφερε περισσότερη ανωμαλία και σύγχυση. Η πολιτεία του στο Μελένικο χαρακτηρίστηκε ανοίκειος προκαλώντας δυσαρέσκεια στην κοινότητα, που έβλεπε  ανικάνους για την περίσταση αρχιερείς να διαδέχονται ο ένας τον άλλο και απροθυμία στην εκτέλεση κάθε εθνικού έργου. Ο Έλληνας πρόξενος Σερρών δεν διστάζει να χαρακτηρίσει το μητροπολίτη παράφρονα. H  ελληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη προέβη πολλές φορές σε έντονες παραστάσεις στο Πατριαρχείο για τη διαγωγή και πολιτεία του Λεοντίου.

Άποψη της Αίνου το 1902 επί εποχής Μητροπολίτου Γερμανού Θεοτοκά.

Ο πατριάρχης Κωνσταντίνος E' (1897-1901)  εξέφρασε τη λύπη του για την πρωτοφανή,  όπως τη χαρακτήρισε για τη Mεγάλη Εκκλησία, συμπεριφορά μητροπολίτη, τον οποίο κάλεσε σε απολογία στην Κωνσταντινούπολη. O  Λεόντιος προσπάθησε,  ανεπιτυχώς όμως, να αποφύγει τη μετάβασή του στην Πόλη, εκβιάζοντας την κοινότητα Mελενίκου να αποστείλει στο Πατριαρχείο επιστολή ότι δήθεν είναι άκρως απαραίτητη η παρουσία του μητροπολίτη στην επαρχία του. O  Λεόντιος παρέμεινε στο Mελένικο έως το Φεβρουάριο του 1901,  οπότε μετατέθηκε στη Μητρόπολη Kασσανδρείας και από εκεί, αφού πρώτα είχε τεθεί σε προσωρινή διαθεσιμότητα, στη μητρόπολη Αίνου στις 8  Αυγούστου 1903. Ο Λεόντιος, όνταν Μητροπολίτης Αίνου, παύτηκε με συνοδική απόφαση από μητροπολίτης Αίνου στις 27  Ιανουαρίου του 1907.
.
Ιωακείμ Γεωργιάδης,
Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως (1907- 1922)



Ο Τελευταίος Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως, πριν την απόσπαση της Αλεξανδρούπολης και τη δημιουργία αυτοτελούς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως,
Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης. Ο Ιωακείμ Γεωργιάδης υπήρξε εξέχουσα εκκλησιαστική και εθνική φυσιογνωμία και προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στους Έλληνες Χριστιανούς της περιοχής της Θράκης. Μία από τις κυριότερες αγωνιώδεις προσπάθειες του Ιωακείμ ήταν η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στην περιοχή που οι Βούλγαροι και οι Τούρκοι αγωνίζονταν με όλα τα μέσα να επιβάλουν την κυριαρχία τους σε μεγάλο τμήμα της Δυτικής Θράκης. Για να εκπληρωθούν οι σκοποί της ελληνικής και χριστιανικής παιδείας ο Ιωακείμ φρόντισε και ανήγειρε στην Αλεξανδρούπολη (τότε Δεδέ- Αγάτς) με δωρεά του Αντωνίου Λεονταρίδη την Λεονταρίδειο Σχολή Αρρένων, δίπλα ακριβώς από το επισκοπείο και το ναό του Αγίου Νικολάου. Στο σχολείο αυτό σπούδασαν γενεές παιδιών επί εβδομήντα περίπου χρόνια, Το παραδοσιακό και νεοκλασικό αυτό κτήριο της Λεονταριδείου Σχολής διατηρείται μέχρι και σήμερα με την φροντίδα της Μητροπόλεως και χρησιμοποιείται ως πρότυπο εκκλησιαστικό μουσείο. Με την παραχώρηση της  Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, επί Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου Δ΄ του Μεταξάκη, τον Νοέμβριο του 1922, με συνοδική Πατριαρχική πράξη, έγινε η μεταφορά της έδρας της Μητρόπολης από την Αίνο στην Αλεξανδρούπολη και ανακηρύχθηκε η Μητρόπολη της Αλεξανδρούπολης ως αυτοτελής Μητρόπολη και ο  Ιωακείμ Γεωργιάδης τοποθετήθηκε ως Μητροπολίτης Χαλκηδόνος.


Αριστερά: Το Ελληνικό αρρεναγωγείο Αίνου το 1910 με τον Δεσπότη Αίνου Ιωακείμ Γεωργιάδη στο κέντρο. Δεξιά: Η κατά το έτος 1911, 6 Ιανουαρίου, κατάδυση του Τιμίου Σταθυρού Αίνου, με το Δεσπότη Αίνου Ιωακείμ Γεωργιάδη.

Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ φέρεται να έχει παίξει ουσιαστικό ρόλο στη μετονομασία της πόλης από Δεδέαγατς σε Νεάπολη στην αρχή και Αλεξανδρούπολη στη συνέχεια. Αναφέρεται (Σαράντος Καργάκος «Αλεξανδρούπολη - Μια νέα πόλη με παλιά ιστορία») ότι κατά την υποδοχή του Βασιλέως Αλεξάνδρου την 8η Ιουλίου 1920 στη πόλη «...«….Υπό τις επευφημίες του πλήθους ο βασιλιάς έφθασε στη Μητρόπολη, όπου έγινε δοξολογία. Ο Αθ. Μανιάς, που ήταν, σαν πρόσκοπος, μέσα στην εκκλησία, άκουσε το Δεσπότη στη δική του προσφώνηση να λέει το ίδιο που πριν από λίγο είπε ο Δήμαρχος Εμμανουήλ Αλτιναλμάζης: «Μεγαλειότατε, προς τιμήν Σας, η πόλις εις το εξής μετονομάζεται εις Αλεξανδρούπολης....».


Επίσης στα «Πρακτικά Συνεδριάσεως Αντιπροσωπείας Αλεξανδρουπόλεως και Εφοροδημογεροντίας Δεδέαγατς 1920» που δημοσίευσε η Μητρόπολη υπάρχει  το Στ Πρακτικό το οποίο αναφέρει «Σήμερον 26η του μηνός Σ/βρίου του έτους 1921 εν τη αιθούση της Ιεράς Μητροπόλεως συνήλθεν η Έντιμος Αντιπροσωπεία υπό την Προεδρίαν του Σεβασμιωτάτου Αγίου Αίνου κ. Ιωακείμ, .... Ο Σεβασμιώτατος Πρόεδρος  ανακοινεί την εις Κων/πολιν αναχώρησίν του αποχαιρετά την Κοινότητα, ευχόμενος,  όπως υπό την αύραν της ελευθερίας και την χρηστήν Ελληνικήν Διοίκησιν ως τάχιστα αναλάβει η πόλις και επουλωθώσιν αι πολλαπλαί αυτής …… (λέξη δυσανάγνωστη). Είτα συμφώνως εκφρασθείσι γενική ευχή, όπως η πόλις μετονομασθή μία πρόσφορον τινά Ελληνικήν ονομασίαν, ο Πρόεδρος δηλοί, ότι προέβη σήμερον ως Εκκλησία είς την βάπτισιν της πόλις δια του ονόματος «Νεάπολις» προτρέπων δε όπως του λοιπού όλοι εις τα επιστολάς και εις τα διάφορους αυτών εμπορικά ή άλλα έγγραφα σημειώσιν εν παρενθέσει μετά το όνομα Νεάπολις το τέως Τουρκικόν της πόλις όνομα Δεδεαγάτς, όπως προβώσιν αρμοδίως εις την επισημοποίησιν της πράξεως δια της εκδόσεως του σχετικού Βασιλικού διατάγματος. ……». Το Πρακτικό αυτό βέβαια είναι ανυπόγραφο και προφανώς συντάχθηκε εκ των υστέρων και πιθανόν η αναφερόμενη ημερομηνία μα έχει γραφεί λανθασμένα. Απηχεί όμως τον επιρροή και εκτίμηση που είχε ο Ιωακείμ Γεωργιάδης στον πληθυσμό της πόλης. 


 Πάσχα του 1920 στο Δεδέαγατς. Οι Πρόσκοποι με τον αρχηγό τους Γεώργιο Φίτσιο (όρθιος δεξιά με τη στολή), τον δάσκαλό τους Αθανάσιο Σπανό, δίπλα στον Φίτσιο, τον Μητροπολίτη Ιωακείμ Γεωργιάδη στο κέντρο και τις υπόλοιπες τοπικές αρχές και εκπροσώπους της Διασυμμαχικής Διοίκησης της πόλης, ψήνουν τα Πασχαλινά αρνιά πίσω από τον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου. Σε λίγες μέρες θα έρθει και η πολυπόθητη εθνική Ανάσταση. Η απελευθέρωση της πόλης από τον Ελληνικό Στράτο και η ενσωμάτωση της περιοχής στον Εθνικό κορμό.



Γερβασίος Σαρασίτης,
Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως και Τραϊανουπόλεως  (1922 – 1934)


Γεννήθηκε στην Αργυρούπολη της Χαλδίας το 1867 και ήταν ο μοναδικός απόγονος ευγενούς
οικογένειας. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και από το 1893 μέχρι το 1896 χρημάτισε σχολάρχης του Φροντιστηρίου Αργυρουπόλεως και επί πενταετία διεύθυνε την ιερατική σχολή Ζινδζίγερε Καισαρείας.
Το 1901 χειροτονήθηκε επίσκοπος Ναζιανού, στη συνεχεία βοηθός επισκόπου του Μητροπολίτη Καισαρείας Ιωάννη και μετά του Χαλδίας Γερβασίου. Το 1902 προήχθη σε Μητροπολίτη Ροδοπόλεως, το 1906 σε Μητροπολίτη Κορυτσάς και το 1910 σε Μητροπολίτη Άγκυρας. 
Επέδειξε μεγάλη εθνωφελή δράση και διέτρεξε, συνεπεία αυτής της δραστηριότητάς του, πολλούς κινδύνους από το καθεστώς του Κεμάλ Ατατούρκ.
Υπήρξε ο πρώτος διοργανωτής της Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως και εργάσθηκε σκληρά κάτω  από αντίξοες περιστάσεις. Επέδειξε μεγάλο ζήλο για την  υποδοχή, περίθαλψη και αποκατάσταση των προσφύγων.
Εκοιμήθη στην Αλεξανδρούπολη την 1η Ιουνίου 1934. Ο τάφος του βρίσκεται παραπλεύρως του Ιερού Ναού  του Αγίου Ελευθερίου Αλεξανδρουπόλεως. 


Ιωακείμ Καβύρης 
Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης (1934 – 1966)

Γεννήθηκε το 1880 στη Σηλυβρία της Αν. Θράκης. Σπούδασε στη Χάλκη και στη συνέχεια Θεολογία
στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Το 1917 εξελέγη Τιτουλάριος Επίσκοπος Αμφιπόλεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Τον Φεβρουάριο του 1922 Μητροπολίτης Ίμβρου  και Τενέδου ενώ τον Οκτώβριο του 1924 Μητροπολίτης Ικαρίας. Στις 20 Νοεμβρίου 1926 εκλέχθηκε  Μητροπολίτης της νεοσύστατης Μητροπόλεως Σουφλίου. Την 5η Ιουνίου 1934 καταργήθηκε η μητρόπολη Σουφλίου και το μεγαλύτερο τμήμα της, μαζί με την πόλη του Σουφλίου παραχωρήθηκε στη μητρόπολη Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος. Το νότιο τμήμα της μητροπόλεως Σουφλίου παραχωρήθηκε στη μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως, η οποία ταυτόχρονα διευρύνθηκε και προς νότο με την προσθήκη σε αυτή της νήσου Σαμοθράκης, που αποσπάστηκε από την μητρόπολη Μαρωνείας. Έτσι μετά από 8 έτη  στο Σουφλί στις 5 Ιουνίου 1934 εξελέγη Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως.
Στις 24 Ιανουαρίου 1966 απεχώρησε της ενεργού
υπηρεσίας λόγω ηλικίας. Συγκεκριμένα με το Ν.Δ. 4589/1966 (Ε.τ.Κ. Α´ 239), η Κυβέρνηση των αποστατών καθιέρωσε όριο ηλικίας για τους Μητροπολίτες το 80ό έτος, με τη συμπλήρωση του οποίου αποχωρούν αυτοδικαίως «εκ της υπηρεσίας αυτών» και απομακρύνθηκαν του Μητροπολιτικού των θρόνου, ως έχοντες ήδη καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας έξι Μητροπολίτες μεταξύ των οποίων και  ο Αλεξανδρουπόλεως Ιωακείμ Καβύρης, παρά τη δικαιολογημένα σθεναρή αντίδραση της τότε Ιεράς Συνόδου, γιατί ποιος θα μπορούσε να αποδεχθεί το υψηλό Υπούργημα και διακονία της Αρχιερωσύνης ως «υπηρεσία», ανάλογη με αυτήν που ασκεί ένας δημόσιος Υπάλληλος; Η απόφαση αυτή της δημοκρατικής Πολιτείας διευκόλυνε, στη συνέχεια, σημαντικά την αναγκαστική απομάκρυνση από το καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967 του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσόστομου του Β´ (Χατζησταύρου),} καθώς η ισχύς του άρθρ. 4 § 1 Ν.Δ. 4589/66 επεκτάθηκε απλά και επί του Αρχιεπισκόπου Αθηνών!




 Αριστερά: 19 Ιουνίου 1963. Ιστορικές στιγμές ζουν οι κάτοικοι της πόλης υποδεχόμενοι τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρα που συνοδεύεται από τον Δεσπότη τους Ιωακείμ Καβύρη. Οι δρόμοι είχαν σημαιοστολιστεί και χιλιάδες πιστοί ένθεν και ένθεν του δρόμου έραναν τον Πατριάρχη με δάφνες. Στη φωτογραφία ο Πατριάρχης συνοδευόμενος από τον Δεσπότη Ιωακείμ εισχέρχεται στο Μητροπολιτικό μεγαρο. Δεξιά. Τέλος της δεκαετίας του 1940. Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Καβύρης σε αναμνηστική φωτογραφία με τα παιδιά του Α΄ Παιδικού Σταθμού της πόλης και την υπεύθυνή τους εκπαιδευτικό΄Αλεξάνδρα Σπετσιώτου. Οι παλιοί Αλεξανδρουπολίτες ενθυμούνται τον Δεσπότη τους Ιωακείμ πολύ συχνά κατά τις πρωϊνές του βόλτες να περνά από τα σχολεία της πόλης  και να χαϊδεύει τα κεφαλάκια των μικρών παιδιων που έτρεχαν να του φιλίσουν το χέρι.

Ο Ιωακείμ Καβύρης εκοιμήθη στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 1974. Στην  νεκρώσιμο ακολουθία του που  εψάλη στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Αλεξανδρουπόλεως στις 21 Φεβρουαρίου συμμετείχε σύσσωμος ο λαός της Αλεξανδρούπολης, που υπεραγαπούσε τον αποβιώσαντα Ποιμενάρχη του.. Ενταφιάστηκε στην Αλεξανδρούπολη στον αύλειο χώρο του Ιωακείμειου Γηροκομείου, το οποίο ανήγειρε εξ ιδίων χρημάτων, δίπλα στο Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων. 

 21 Φεβρουαρίου 1974: Σύσσωμος ο λαός   και ο κλήρος  της Αλεξανδρούπολης με βαθειά λύπη συνοδεύει τον αγαπημένο του Δεσπότη Ιωακείμ Καβύρη  στη τελευταία του κατοικία. Η πομπή από τον ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, δια μέσου των οδών Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Ρούσβελτ (σήμερα Ιωακείμ Καβύρη) έφθασε στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, δίπλα στο Ιωακείμειο Γηροκομείο,  το οποίο με δικές τους δαπάνες είχε ιδρύση ο Μακαριστός Δεσπότης, όπου και ετάφει.

Υπήρξε  ο μακροβιότερος Ποιμενάρχης της Μητρόπολής μας και μία από τις πιο επιβλητικές μορφές της πόλεως, με τεράστιο ποιμενικό και κοινωνικό έργο. Επί Αρχιερατείας του χτίστηκαν στην Αλεξανδρούπολη οι Ιεροί Ναοί του Αγίου Ελευθερίου και της Αγίας Κυριακής. Επίσης, επί ημερών του ανεγέρθηκε ο Ιερός Ναός της Αγίας Μαρίνας στην Μαΐστρο, όπως επίσης και άλλοι Ναοί σε αρκετά χωριά της Μητροπόλεώς μας. Κατά τη διάρκεια της κατοχής αναπλήρωνε στα καθήκοντα του Αντιβασιλέως τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνό.

Κωνστάντιος Χρόνης
Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης  (1967-1974)

Ο Κωνστάντιος Χρόνης.  γεννήθηκε στο Σκεπαστό Καλαβρύτων το 1906. Αποφοίτησε από τη
Θεολογική Σχολή Αθηνών το 1929. Διάκονος χειροτονήθηκε το 1937 και Πρεσβύτερος το 1939. Κατά τη διάρκεια της κατοχής εκδιώχτηκε απ τους Βουλγάρους για το έργο του και κατέφυγε εις τα Καλάβρυτα. Όπου ανέπτυξε εθνική δράση. Μάλιστα έζησε και το δράμα της μεγάλης σφαγής των Καλαβρύτων. Αργότερα ο ίδιος γράφει (κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό «τότε» - τεύχος Νο 6 - και «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 1941 – 1944 ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΡΟΔΑΚΗΣ – ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ) ”Κατά την εσπέραν της Παρασκευής της 5ηs Νοεμβρίου 1943 εκλήθην επειγόντως εις την Ιεράν Μητρόπολιν, ένθα ο σεβασμιότατος με παρεκάλεσε να ηγηθώ επιτροπής και να μεταβώ εις το εν Σκεπαστώ διαμένον Αρχηγείον των Ανταρτών, διά να παρακαλέσωμεν όπως απολυθώσιν οι γερμανοί αιχμάλωτοι, οι οποίοι συνελήφθησαν κατόπιν συμπλοκής εντός μιάς χαράδρας μεταξύ Κερπινής και ρογών. Είχε πληροφορηθεί ο σεβασμιότατος, όπως μου εξήγησαν, ότι είχε ληφθεί απόφασης παρά των Γερμανών να επιβληθούν αντίποινα δια τους γερμανούς στρατιώτες αιχμαλώτους. Συγκεκινημένως δε ετόνιζεν, ότι θα απετρέπετο η καταστροφή των Καλαβρύτων εάν απελύοντο οι αιχμάλωτοι…»


 Αριστερά:1974. Ο Δεσπότης Κωνστάντιος στο ΠΙΚΠΑ, με τον τότε Νομάρχη Σαμπατακάκη, δίνει στον μικρό Τάσο Τουφεξή το βραβείο του πιο υγιούς παιδιού του ιδρύματος. Δεξιά. Σε αναμνηστική φωτογραφία με τον τότε  Αντιπρόδρο της χουντικής Κυβέρνησης Στυλιανό Πατακό και άλλους επισήμους έξω από τον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου μετά το πέρας της δοξολογίας για την 25η Μαρτίου.

Μετά την απελευθέρωση υπηρέτησε ως Ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Φιλίππων. Το 1965 διετέλεσε τοποτηρητής της Μητροπόλεως Νευροκοπίου και Ζιχνών. Τον Μάιο του 1967 εκλέγεται από την αριστίνδην Σύνοδο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Κοτσώνη, Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως και  στις 8 Ιουνίου 1967 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως.

 18 Ιουνίου 1967. Από τη τελετή ενθρονίσεως του Μακαριστου Μητροπολίτη Κωνστάντιου Χρόνη.
Ιεράρχης εργατικός και δραστήριος, κήρυκας έμπειρος και ικανός, μερίμνησε με εξαιρετικό ζήλο για την πραγματοποίηση εκκλησιαστικών έργων. Με την προσωπική φροντίδα του κτίσθηκε το νέο επισκοπείο της Μητροπόλεως, το Πνευματικό Κέντρο και μια νέα πτέρυγα του Ιωακειμείου Γηροκομείου. Μερίμνησε για την επισκευή και την ανέγερση ιερών ναών καθώς και για την λειτουργία μαθητικών κατασκηνώσεων  στην περιοχή της Μάκρης, οι οποίες λειτουργούν ανελλιπώς μέχρι σήμερα με νέες προσθήκες και βελτιώσεις. 
Ο μητροπολίτης Κωνστάντιος Χρόνης απομακρύνθηκε από τον θρόνο της Αλεξανδρουπόλεως τον Ιούλιο του 1974, μαζί με άλλους έντεκα μητροπολίτες, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος αφού κηρύχθηκε έκπτωτος χωρίς δίκη και απολογία. Αργότερα εντός του 1974 του δόθηκε ο τίτλος του Μητροπολίτου Δαμαλών.  Στα χρόνια που ακολούθησαν προσπάθησε να αποκατασταθεί στη μητρόπολη από την οποία απομακρύνθηκε, χωρίς να το επιτύχει. Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας με την απόφαση της στις 7ης Μαρτίου 1991 και  με το υπ.αριθμ.709/13.3.91 έγγραφό της τον αναγνώρισε ως μητροπολίτη πρώην Αλεξανδρουπόλεως, κρίνοντας ότι δεν μπορούσε λόγω ασθενείας να αναλάβει άλλη ενεργό υπηρεσία. Ο αοίδιμος Ιεράρχης Κωνστάντιος Χρόνης εκοιμήθη εν Κυρίω την 28η Ιουνίου 1991 στην Καβάλα, όπου μονίμως διέμενε μέσα στην αγάπη και το σεβασμό των πολλών πνευματικών του παιδιών. 

Άνθιμος Ρούσσας  

Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης  (1974 -  2004)

Ο Μιτροπολίτης Άνθιμος, κατά κόσμον Διονύσιος Ρούσσας, γεννήθηκε στη Σαλμώνη (πρώην  Κούκουρα), της Ηλείας. Τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1951 και πέτυχε στις εισητήριες εξετάσεις της Φιλοσοφικής ου Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία αποφοίτησε το  1957.  Εργάστηκε ως άμισθος βοηθός της έδρας της Βυζαντινής Φιλολογίας καθώς και ως δάσκαλος στα εκπαιδευτήρια Ελληνική Παιδεία, των οποίων διετέλεσε και διευθυντής γυμνασίου. Παράλληλα σπούδαζε στη θεολογική σχολή Αθηνών, απ' όπου το 1963 πήρε το πτυχίο του. Το 1964 χειροτονήθηκε  διάκονος από τον Μητροπολίτη Θήρας Γαβριήλ και τον επόμενο χρόνο πρεσβύτερος. Ήταν συντάκτης του φυλλαδίου "Φωνή Κυρίου", το οποίο διηύθυνε για έξι χρόνια, ενώ εργάστηκε και ως διορθωτής στα έντυπα της Αδελφότητας Θεολόγων «Ο Σωτήρ». Το 1966 παραιτήθηκε από τη θέση του  καθηγητού και τοποθετήθηκε διευθυντής κηρύγματος στην Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδας. Δύο χρόνια αργότερα ανέλαβε την διεύθυνση του φοιτητικού θεολογικού οικοτροφείου, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1974. Από το  1965 ήταν προϊστάμενος στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου της οδού Μετσόβου Αθηνών όπου παρέμεινε μέχρι την εκλογή του στον Μητροπολιτικό θρόνο της Αλεξανδρούπολης.




 25 Μαρτίου 1975. Αριστερά ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Άνθιμος συνοδευόμενος από τον Νομάρχη Έβρου, τον Στρατηγό της περιοχής και τον Υφυπουργό Γεωργίας και Βουλευτή Έβρου Σταύρο Ταταρίδη, αποχωρούν από την δοξολογία και κατεθυθύνονται στο χώρο της παρελάσεως. Δεξιά με τον Νομάρχη Έβρου και τον Δήμαρχο Αλεξανδρούπολης Λουκά Νικολαϊδη στο Πνευματικό Κέντρο της Μητροπόλεως.

Στις  13 Ιουλίου 1974 εκλέχθηκε από την  Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης. Η χειροτονία του έγινε στις 14 Ιουλίου 1974  στον Ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου της οδού Μετσόβου, από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Θήρας Γαβριήλ Στις  30 Ιουλίου, εν μέσω γενικής επιστράτευσης λόγω της επέμβασης της Τουρκίας στη Κύπρου  αφίχθη στην Αλεξανδρούπολη και ενθρονίστηκε στον αρχιερατικό θρόνο της περιοχής.  
Ως κοινωνικό και ποιμαντικό έργο θεμελίωσε και ανήγειρε 35 νέες εκκλησίες, οι οποίες σήμερα λειτουργούν, καθώς και δύο ιερές μονές, την Παναγία του Έβρου, όπου διαμένουν 45 μοναχές, και την Ι.Μ. Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στο Αετοχώρι, όπου διαμένουν 15 μοναχοί ενώ μεταξύ των εγκαταστάσεων περιλαμβάνεται συνεδριακό κέντρο και ξενώνας. Επίσης δημιούργησε το Εκκλησιαστικό Μουσείο Αλεξανδρουπόλεως, το Σταυρίδειο εκκλησιαστικό μαθητικό οικοτροφείο αρρένων «Ο άγιος Στέφανος», το ενοριακό κέντρο του αγίου Ελευθερίου Αλεξανδρουπόλεως ενώ άρχισε να εκδίδει το διμηνιαίο εκκλησιαστικό περιοδικό «Γνωριμία». Επίσης μερίμνησε για την ανέγερση νέου γηροκομείου, νέων κτιρίων στις εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις Μάκρης, του Ανθίμειου πολιτιστικού κέντρου, του εκκλησιαστικού ιδρύματος κοινωνικής και πολιτιστικής προσφοράς ο Άγιος Ιωσήφ.



1η Φεβρουαρίου 2004. Αριστερά ο Πρόεδρος του Συλλόγου Προσωπικού και Φίλων Καρδιοχειρουργικής Κλινικής  Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης "Γαληνός" Θόδωρος Ορδουμποζάνης επιδίδει τιμητική πλακέτα και ανακηρύσσει επίτιμο μέλος του Συλλόγου τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αλεξανδρούπολης  Άνθιμο για την επί 30 συναπτά έτη προσφορά του στη πόλη ως Μητροπολίτης, την συμβολή του στην  ίδρυση της Ιατρικής Σχολής στην Αλεξανδρούπολη και της Πανεπιστημιακής Καρδιοχειρουργικής Κλινικής στο Νοσοκομείο της πόλης. Δεξιά ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Άνθιμος με τον καθηγητή Καρδιοχειρουργικής  Δ.Π.Θ. Γιώργο Μπουγιούκα, τον Πρόεδρο του Συλλόγου"Γαληνός"Θόδωρο Ορδουμποζάνη και τον Αντιπρόεδρο  Βασίλη Γιαννάτο, μετά από το κόψιμο της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Συλλόγου.

Πρωτοστάτησε ως Πρόεδρος της σχετικής επιτροπής αγώνα στην ίδρυση ιατρικής σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Αλεξανδρούπολης. Το Τμήμα Ιατρικής σχολής του Δ.Π.Θ. του απένειμε το έτος 1992 το τίτλο του επιτίμου διδάκτορος, αναγνωρίζοντας έμπρακτα τους κόπους και τους αγώνες του γι’ αυτό σε δύσκολες στιγμές. Το 1985 εκπροσώπησε την εκκλησία της Ελλάδας στις εορτές Κυρίλλου και Μεθοδίου στο Βατικανό. Από το 1986   έως το 1989 χρημάτισε τοποτηρητής της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου, Ορεστιάδας και Σουφλίου. Επίσης είχε διατελέσει επί τριετία μέλος του Συμβουλίου της Εθνικής Ραδιοτηλεόρασης. Το 1998  ήταν υποψήφιος στις  εκλογές ανάδειξης νέου Αρχιεπισκόπου, στις οποίες έλαβε στις δύο πρώτες ψηφοφορίες 13 ψήφους ενώ στην τρίτη, στήριξε τον  εκλεγέντα Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Στις  26 Απριλίου 2004  μετατέθηκε στην Μητρόπολη Θεσσαλονίκης ως δι­ά­δο­χος του  Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος του Β ΄ και στις 15 Ιουνίου  επισκέφθηκε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως προκειμένου να λάβει την ευλογία του Πατριάρχη. Η ενθρόνισή του πραγματοποιήθηκε  στις 18 Ιουνίου 2004  στον Καθεδρικό Ναό της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης.

Άνθιμος Κουκουρίδης

Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης υπέρτιμος και έξαρχος Ροδόπης Άνθιμος (Από το 2004 έως σήμερα).

Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη  το 1962 όπου και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και το κοσμικό του όνομα είναι Χρήστος Κουκουρίδης. Το  1983 έλαβε το πτυχίο της Ζαριφείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αλεξανδρουπόλεως και στη συνέχεια ενεγράφη στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης απ' όπου αποφοίτησε το 1987.
Στις  6 Οκτωβρίου 1985 χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμο, οπότε μετονομάσθηκε Άνθιμος. Το 1989 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε Εφημέριος του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Νικολάου Αλεξανδρουπόλεως. Το 1990 διορίστηκε Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως και το 2000 Προϊστάμενος του Μητροπολιτικού Ναού. Από το 1993 υπήρξε ο πνευματικός των Κατασκηνώσεων της Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως και από το 2000 μέλος του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Έβρου. Πραγματοποίησε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές επί σειρά ετών σε τοπικούς περιφερειακούς Σταθμούς. Επισκέφθηκε με διάφορες ευκαιρίες τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας (2008), Αντιοχείας (2009) και Ιεροσολύμων, το Σινά και τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας (το 1991 εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου σε Σεμινάριο Νεότητας και πρόσφατα το 2009), της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Αμερικής.




9 Οκτωβρίου 2004. Από τη τελετή χειροτονίας του Μητροπολίτη Αλεξανδρούπολης Άνθιμου Κουκουρίδη στην Αθήνα. Ο Παναγιότατος Θεσσαλονίκης ΄Ανθιμος υπό το βλέμα του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου, φορά τα άμφια του Μητροπολίτη στον νέο Δεσπότη Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης Άνθιμο.

Συμμετείχε στην ακολουθία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στην Ρώμη  για την επιστροφή των λειψάνων των Αγίων Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Νοεμβρίου 2004. Συνόδευσε επίσης, τον Μάιο 2010, τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο ταξίδι του στην Βουλγαρία. Στις  30 Σεπτεμβρίου 2007 συμμετείχε στην τριμελή Αντιπροσωπεία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για την ενθρόνιση του νέου Πατριάρχου Ρουμανίας Δανιήλ στο  Βουκουρέστι. Τον Ιούνιο του 2008 μετέβη στο ιεραποστολικό κλιμάκιο στην πόλη Κιπούσι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό όπου εγκαινίασε το σχολείο με το όνομα "ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ", προσφορά των πιστών της Μητροπόλεώς.





Δύο φωτογραφίες από το προσωπικό μου αρχείο. Αριστερά. Από την παρουσίαση του βιβλίου  την 20.1.2005 του Ιωάννη Ασημάκη "Η  Καθολική Εκκλησία στη Δυτική Θράκη 1896-2006". Στη φωτογραφία με τον Καθηγητή Ιατρικής Γιώργο Μηνόπουλο, την Καθηγήτρια Μουσικής Μερόπη Κολάρου και τον δημοσιογράφο Δημοσθένη Δούκα στο Ανθίμειο Πνευματικό Κέντρο. Δεξιά: Παραμονή Πρωτοχρονιάς  2008 και ο Μητροπολίτης συμμετέχει με τους κατοίκους στο έθιμο της πόλης  με τις ψησταριές. Στη φωτογραφία έξω από το κτίριο της Αστυνομίας με τον Νομάρχη Έβρου Νίκο Ζαμπουνίδη και άλλους συμπολίτες του.

Στις 6 Οκτωβρίου 2004 εξελέγη από την Σεπτή Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως. Η χειροτονία σε Επίσκοπο έγινε στις  9 Οκτωβρίου 2004 από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χριστόδουλο στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών. Η Ενθρόνιση στην Αλεξανδρούπολη πραγματοποιήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 2004 παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου. Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο και αρθρογραφεί επί δεκαετίες σε τοπικά έντυπα, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς.


1 σχόλιο:

  1. Πολύ αξιόλογο το άρθρου σας κ. Θόδωρε και πλούσιο σε υλικό. Οι πληροφορίες αυτές είναι πολίτιμες και οι φωτογραφίες σπάνιες και κατατοπιστικές. Συνεχίστε να αναφέρεστε στην ιστορία αυτού του τόπου για να μαθαίνουμε και οι νεότεροι. Δυστυχώς αυτά δεν μας τα λένε άλλοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή