Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ




Ιστορικά η περιοχή της σημερινής Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως υπαγόταν στη Μητρόπολη Τραϊανουπόλεως  και αργότερα στην επισκοπή Αίνου και στη Μητρόπολη Μαρωνείας. 
 
 
10 Απριλίου 1911. Η τελετή της Αναστάσεως στην Αίνο.
*   Το 1885 όμως λόγω της οικονομικής εξάντλησης και της φθίνουσας πορείας της Μητρόπολης Αίνου με Πατριαρχική απόφαση η περιοχή της Μάκρης, του Δεδέαγατς και των Φερών, που μέχρι τότε υπάγονταν εκκλησιαστικά στην περιοχή Μαρώνειας, αποσπώνται μαζί με άλλες δώδεκα μικρές χριστιανικές ενορίες του Καζά (επαρχίας) Δεδέαγατς και υπάγονται στην Μητρόπολη Αίνου η οποία έκτοτε ονομάζεται Ιερά Μητρόπολις Αίνου, και Δεδέαγατς. Μετά τη Μικρασιατική  καταστροφή, την ανταλλαγή των πληθυσμών και την απώλεια της Ανατολικής Θράκης, η Μητρόπολη Αίνου είχε εδάφη και στην Ελλάδα και στην Τουρκία. 

6 Ιανουαρίου 1911 Αγιασμός των υδάτων  (Θεοφάνεια )  στην Αίνο.

*   Έτσι, το Νοέμβριο του 1922 ο Οικουμενικός Πατριάρχης  Μελέτιος Μεταξάκης  εξέδωσε συνοδική πράξη, με την οποία ιδρυόταν αυτοτελής  Μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως, με το σκεπτικό: «..το εν τη Δυτική Θράκη τμήμα της επαρχίας Αίνου λόγω των πολιτικών συνθηκών, υφ ας τούτο νυν διατελεί εν σχέσει προς το εν τη Ανατολική Θράκη τμήμα της αυτής επαρχίας, το διατελούν υπό άλλας πολιτικάς συνθήκας και λόγω της συγκεντρώσεως και εγκαταστάσεως εκεί χιλιάδων ομογενών προσφύγων, έχει ανάγκην αμέσου και συνεχούς ποιμαντορικής προνοίας και επιβλέψεως, ενέκρινεν όπως αποσπώμενον εκ του εν τη Ανατολική Θράκη τμήματος της επαρχίας Αίνου και μετά κατάλληλον των ομόρων επαρχιών Μαρωνείας και Ξάνθης διαρρύθμισιν αποτελέση νέαν Μητρόπολιν υπό το όνομα Μητρόπολις Αλεξανδρουπόλεως, κατέχουσα θέσιν εν τη Β΄ στήλη του Συνταγματίου ευθύς προ της Μητροπόλεως Φιλαδελφείας». Με την ίδια πράξη οριζόταν ότι ο εκάστοτε Μητροπολίτης θα φέρει τον τίτλο «υπέρτιμος και έξαρχος Ροδόπης». 
 Άποψη της πόλης από τον Φάρο στις αρχές της δεκαετίας του 1910. Στο βάθος διακρίνεται ο Ναός του Αγίου Νικολάου με χαμιλά καμπαναριά.

*   Σε όλο το διάστημα της ζωής της νέας πόλης,  (Δεδέαγατς στην αρχή, Νεάπολη για πολύ λίγο αμέσως μετά την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα και τελικά Αλεξανδρούπολη από τον Σεπτέμβριο του 1921), και συγκεκριμένα από το 1885 που υπήχθη στη Μητρόπολη Αίνου μέχρι σήμερα, οι  κάτοικοί της γνώρισαν συνολικά δέκα (10) Ποιμενάρχες, πέντε ως Μητροπολίτες Αίνου και Τραϊανουπόλεως και πέντε ως Μητροπολίτες Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και αργότερα και Σαμοθράκης.
Ως Δεδέαγατς όμως, από το 1877 μέχρι το 1920, δηλαδή μέχρι την απελευθέρωση της πόλης και πριν πάρει ακόμη το Ελληνικό της όνομα, είχαμε συνολικά πέντε (5) Μητροπολίτες  με τον τίτλο «Μητροπολίτης Αίνου και Δεδέαγατς». Αυτοί είναι:

1.- Άνθιμος Τσάτσος  (μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης)  Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως (από το 1877   μέχρι και το 1888). 

Στη βιβλιοθήκη της Ελληνικής Βουλής (με αριθμό φακέλου 434) διασώζεται ένα αντίγραφο της από 31 Ιουλίου 1887 επιστολής του ως Μητροπολίτη Αίνου προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,  από την οποία προκύπτουν πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές για την κατάσταση που επικρατούσε την εποχή εκείνη στο Δεδέαγατς. Ίσως είναι από τα λίγα γραπτά κείμενα που αναφέρονται με τόση λεπτομέρεια  για τα όσα συνέβαιναν την εποχή εκείνη (1887) στην νεοσύστατο κοινότητα του Δεδέαγατς (την αποκαλεί «Δεδέαγατς»). Η επιστολή αυτή δημοσιεύθηκε αυτούσια  και στον 23ο τόμο  (έτους 1958) του «Αρχείου του Θρακικού  Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού» (σχολιασμένα αποσπάσματα της στο www.ordteo.gr "Μια ενδιαφέρουσα επιστολή του Μητροπολίτη Αίνου του 1887"). .-
Καθηγητές και μαθητές του Ελληνικού Αρρεναγωγείου Αίνου το 1910, με τον Δεσπότη στο κέντρο.

Ενδεικτικά παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό μικρό εδάφιο από την εν λόγω επιστολή. «…..Η αρτισύστατος πόλις Δεδεαγάτς δεν δύναται εισέτι να θεωρηθεί ως Κοινότης συμπαγής των αυτών ηθών και εθίμων και των αυτών τάσεων και πόθων. Διότι οι κάτοικοι αυτής συνήχθησαν εκεί εκ τεσσάρων άκρων του κόσμου, μέχρις ού δε σχηματισθή όλον τι συμπαγές και ομοιόμορφον θα παρέλθωσι γενεαί. Και αν, επί παραδείγματι, ήθελε τις ζητήσει επιχορήγησιν αμέσως θ΄ ακούση, ότι ο μεν πληρώνει εις την πατρίδα του Ήπειρον, ο δε εις Μυτιλήνην, ο τρίτος εις Διδυμότειχον, έτερος εις Βάρνην και Φιλιππούπολιν και άλλος αλλαχού. Τούτο είναι και το πραγματικόν αίτιον, δι΄ όπερ ο πρώην Μαρωνείας, νυν δε Νικοπόλεως δεν ηδυνήθη να επιβάλη εν διαστήματι όλης δεκαετίας περίπου, επιχορήγησίν τινά οιανδήποτε εν Δεδεαγάτς……»

2.- Λουκάς Πετρίδης ή Τρικώλης, Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως (από το 1888 μέχρι το1903)
Στο διάστημα της αρχιερατείας του έδωσε σπουδαία ώθηση και αγωνίστηκε για την πνευματική πρόοδο του ποιμνίου, συστήνοντας πολλά σχολεία και Παρθεναγωγεία και διορίζοντας δασκάλους. Επίσης επί αρχιερατείας του άρχισαν οι εργασίες (1892) για την ανοικοδόμηση του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Νικολάου στο Δεδέαγατς που τελείωσαν το 1901.


3.- Γερμανός Θεοτοκάς,   Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως  (από το 1899 μέχρι το 1903).Κατά την σύντομη θητεία του στην Μητρόπολη αυτή συνέδεσε το όνομά του με τα επίσημα εγκαίνια του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Δεδέαγατς (Μητροπολιτικού Ναού της σημερινής Αλεξανδρούπολης) την 4η Αυγούστου 1901.

Στην πατρίδα του, στο Πυργί της Χίου, υπάρχει στην αυλή του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου μαρμάρινη προτομή του.

4.- Λεόντιος ΕλευθεριάδηςΜητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως  (από το 1903 μέχρι το 1907). Ο Λεόντιος, όντας Μητροπολίτης Αίνου, παύτηκε με συνοδική απόφαση από μητροπολίτης Αίνου στις 27  Ιανουαρίου του 1907.

5.- Ιωακείμ Γεωργιάδης, Μητροπολίτης Αίνου και Τραϊανουπόλεως (1907- 1922). Πρόκειται για τον τελευταίο Μητροπολίτη Αίνου και Τραϊανουπόλεως, πριν την απόσπαση της Αλεξανδρούπολης και τη δημιουργία αυτοτελούς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης.

Ο Ιωακείμ Γεωργιάδης υπήρξε εξέχουσα εκκλησιαστική και εθνική φυσιογνωμία και προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στους Έλληνες Χριστιανούς της περιοχής της Θράκης. Μία από τις κυριότερες αγωνιώδεις προσπάθειες του Ιωακείμ ήταν η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στην περιοχή που οι Βούλγαροι και οι Τούρκοι αγωνίζονταν με όλα τα μέσα να επιβάλουν την κυριαρχία τους σε μεγάλο τμήμα της Δυτικής Θράκης. Για να εκπληρωθούν οι σκοποί της ελληνικής και χριστιανικής παιδείας ο Ιωακείμ φρόντισε και ανήγειρε στην πόλη με δωρεά του Αντωνίου Λεονταρίδη την Λεονταρίδειο Σχολή Αρρένων, δίπλα ακριβώς από το επισκοπείο και το ναό του Αγίου Νικολάου. 

Με την παραχώρηση της  Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, επί Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου Δ΄ του Μεταξάκη, τον Νοέμβριο του 1922, με συνοδική Πατριαρχική πράξη, έγινε η μεταφορά της έδρας της Μητρόπολης από την Αίνο στην Αλεξανδρούπολη και ανακηρύχθηκε η Μητρόπολη της Αλεξανδρούπολης ως αυτοτελής Μητρόπολη και ο  Ιωακείμ Γεωργιάδης τοποθετήθηκε ως Μητροπολίτης Χαλκηδόνος.

 Πάσχα του 1920. Λίγο πριν από την απελευθέρωση της πόλης οι Πρόσκοποι της πόλης με τον Δεσπότη Ιωακείμ Γεωργιάδη και τις τοπικές αρχές ψήνουν αρνιά, πίσω από τον Άγιο Νικόλαο.

Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ φέρεται να έχει παίξει ουσιαστικό ρόλο στη μετονομασία της πόλης από Δεδέαγατς σε Νεάπολη στην αρχή και Αλεξανδρούπολη στη συνέχεια. Αναφέρεται (Σαράντος Καργάκος «Αλεξανδρούπολη - Μια νέα πόλη με παλιά ιστορία») ότι κατά την υποδοχή του Βασιλέως Αλεξάνδρου την 8η Ιουλίου 1920 στη πόλη «...«….Υπό τις επευφημίες του πλήθους ο βασιλιάς έφθασε στη Μητρόπολη, όπου έγινε δοξολογία. Ο Αθ. Μανιάς, που ήταν, σαν πρόσκοπος, μέσα στην εκκλησία, άκουσε το Δεσπότη στη δική του προσφώνηση να λέει το ίδιο που πριν από λίγο είπε ο Δήμαρχος Εμμανουήλ Αλτιναλμάζης: «Μεγαλειότατε, προς τιμήν Σας, η πόλις εις το εξής μετονομάζεται εις Αλεξανδρούπολης....».
 
Τον Μητροπολίτη Ιωακείμ Γεωργιάδη διαδέχθηκαν ως Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως και Τραϊανουπόλεως  ο  Γερβάσιος Σαρασίτης,  (1922 – 1934), και ως Μητροπολίτες Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης κατά σειράν ο Ιωακείμ Καβύρης, (1934 – 1966),  ο Κωνστάντιος Χρόνης, (1967-1974), ο  Άνθιμος Ρούσσας, (1974 -  2004) και ο Άνθιμος Κουκουρίδης (2004 μέχρι σήμερα).

 Η αφίσα για την τελετή εγκαινείων του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου (4.8.1901)..







Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Δεδέαγατς: Η Πολυεθνικότητα της νέας πόλης





Η Αλεξανδρούπολη από την δεκαετία του 1870 που ιδρύθηκε ως το 1913 ήταν μια τυπική οθωμανική («αυτοκρατορική») πόλη. Δηλαδή, σ’ αυτήν μετοίκισαν και ζούσαν άνθρωποι διαφορετικών θρησκειών, γλωσσών και εθνοτήτων. Περισσότεροι από τους κατοίκους ήταν οι Έλληνες και ακολουθούσαν οι Τούρκοι, οι Αρμένιοι, οι Βούλγαροι, οι Εβραίοι και οι Ευρωπαίοι.

 Από διάφορους εμπορικούς κ.λ.π. οδηγούς της εποχής πληροφορούμαστε ότι πληθυσμιακά η πόλη το 1884 είχε 2 ελληνικά σχολεία, 1 τουρκικό σχολείο θηλέων και 1 τουρκικό σχολείο αρρένων. Είναι επίσης γνωστό ότι γύρω στα 1888 περίπου στο σαντζάκι του Δεδέαγατς (Dedeagatch) υπάρχουν 103 τζαμιά, δύο μετζίτια, δύο μεντρεσέδες (Γυμνάσια θρησκευτικής εκπαίδευσης), 111 Δημοτικά, 12 μοναστήρια δερβίσηδων (τεκέδες), 81 εκκλησίες και μοναστήρια, 6 λουτρά, 1.595 καταστήματα, 69 φούρνοι, 22 χάνια, 340 μύλοι, 3 εργοστάσια αλεύρων και 20 τσιφλίκια (giftliks). 
Επίσης από τον εμπορικό οδηγό Annuaire Oriental Commerce, που εκδόθηκε το 1895 στην Κωνσταντινούπολη, πληροφορούμαστε ότι το σαντζάκι του Δεδέαγατς (Dedeagatch) είχε πληθυσμό 70.400 κατοίκους, από τους οποίους οι 29.431 Τούρκοι, 24.973 Έλληνες, 15.602 Βούλγαροι, 285 Αρμένιοι, 48 Εβραίοι και 70 Καθολικοί. Έδρα του ήταν η πόλη του Δεδέαγατς (Dedeagatch) με 4.000 κατοίκους. Είχε 2 εκκλησίες, 1 αρμενική και 1 ελληνική, 2 ελληνικά σχολεία, 2 τουρκικά σχολεία, 1 θηλέων και 1 αρρένων, και 1 βουλγαρικό σχολείο αρρένων.


 Από τον οθωμανικό Σαλναμέ (επετηρίδα) των ετών 1897-8 και από απογραφές που διενήργησαν οι οθωμανικές αρχές ανάμεσα στο 1881-2  και το 1893, καθώς και κατά τα έτη 1906-7 προκύπτει ότι στον καζά και στο σαντζάκι του Δεδέαγατς κατοικούσαν:

Θρήσκευμα
Σαλναμές 1897-8 (καζάς)
Απογραφή 1881/1893 (σαντζάκι)
Απογραφή 1906-7 (σαντζάκι)
Μουσουλμάνοι
11.252
28.532
43.735
Ελληνορθόδοξοι
7.044
23.827
27.573
Αρμένιοι
466
287
456
Βούλγαροι
9.828
12.449
16.923
Καθολικοί
-
84
7
Εβραίοι
62
35
326
Ξένοι υπήκοοι
-
0
13
Σύνολο
65.214
65.214
89.033


Αναλυτικά οι εθνότητες του Δεδέαγατς.

Οι Έλληνες

Οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι οικιστές του Δεδέαγατς και προέρχονταν κυρίως από την τη Μάκρη, τη Μαρώνεια, την Αίνο και άλλους ελληνικούς τόπους, όπως νησιώτες ναυτικοί, Ηπειρώτες κτίστες και αρτοποιοί, από την Φιλιππούπολη, την Αδριανούπολης και τις ευρύτερες περιοχές των πόλεων αυτών.   Ήταν  έμποροι και επαγγελματίες και ήταν ανοιχτοί στις πολιτισμικές επιρροές από τις σύνοικες κοινότητες της πόλης. 


Ο πετρόχτιστος ναός του Αγίου Νικολάου, μαζί με την παρακείμενη Λεονταρίδειο Σχολή, ήταν το εθνοθρησκευτικό κέντρο των Ελληνορθόδοξων του Δεδέαγατς. Θεμελιώθηκε το 1892 και εγκαινιάστηκε το 1901 από τον τότε μητροπολίτη Αίνου, Γερμανό Θεοτοκά. Τα δύο κωδωνοστάσια ανεγέρθηκαν το 1908 με δωρεά του προξένου της Αυστροουγγαρίας, Βλασίου Σούχωρ, ενώ το τέμπλο του θεωρείται αντίγραφο από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας στην Κωνσταντινούπολη. Στο ναό φυλάσσονται η ξυλόγλυπτη εικόνα της Παναγίας της Τριφώτισσας, έργο του 13ου αιώνα από τον Αίνο, και η μικρή εικόνα της Παναγίας της Μαυροφορούσης. Στο χώρο του ναού έγινε στις 15 Μαΐου του 1920 η επίσημη δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης. Είναι πετρόκτιστη βασιλικού ρυθμού  με τρούλο και δύο κωδωνοστάσια. 


Δίπλα εκκλησία, πλην της Λεονταριδείου Σχολής, υπήρχε το 3ο Δημοτικό Σχολείο και το επονομαζόμενο Παράρτημα. Και τα τρία αυτά σχολεία είχαν στη πρόσοψή τους αγάλματα τις 9 Μούσες (από τρία αγάλματα κάθε ένα κτίριο).

Οι Τούρκοι

Οι Τούρκοι κάτοικοι του Δεδέαγατς ήταν κυρίως αξιωματούχοι, υπάλληλοι των τοπικών οθωμανικών αρχών και κτηματίες. Γνωστοί και επιφανείς Τούρκοι ήταν  ο Χατζησαφέτ Μπέης, που είχε στη κατοχή του την ευρύτερη  περιοχή του  λόφου του Αγίου Νικολάου, ο Αλή Μπέης, στον οποίο ανήκε η περιοχή των σημερινών Γυμνασίων  και πάνω και ο Χουσεΐν Μπέης.  

Το μουσουλμανικό τέμενος της Αλεξανδρούπολης ανεγέρθηκε πριν από το 1895. Είναι πετρόχτιστο, διαθέτει μια τετράγωνη αίθουσα προσευχής και μιναρέ και έχει γλυπτές μαρμάρινες διακοσμήσεις στους τοίχους.
Το τζαμί που κάηκε  δύο φορές, κατά τη βουλγαρική κατοχή το 1913-19 και το 1993,  έχει ανακαινιστεί   από την ελληνική κυβέρνηση. Στην δυτική πλευρά του τεμένους υπάρχει ο τάφος ενός  σημαντικού στρατηγού, του Φαΐεκ Χουσεΐν Πασά.


Υπήρχε και δεύτερο τέμενος που καταστράφηκε κατά τη πρώτη Βουλγαρική κατοχή της πόλης και ήταν στη περιοχή που σήμερα είναι το κτίριο του Εργατικού Κέντρου.

 Οι Ευρωπαίοι

Οι Ευρωπαίοι (Φραγκολεβαντίνοι Ιταλοί, Γάλλοι, Αυστριακοί) ήταν υπάλληλοι των προξενείων και  πρακτορείων-ναυτιλιακών εταιριών, τεχνικοί, διοικητικοί και μηχανικοί  του σιδηρόδρομου. Θρησκευτικό κέντρο τους ήταν η καθολική εκκλησία του Αγίου Ιωσήφ, χτισμένη το 1896 στη γωνία των οδών Βενιζέλου και Κομνηνών και τα δύο σχολεία τους ένα για κορίτσια στη γωνία των οδών Βενιζέλου και Μοσχονησίων και ένα για αγόρια, στο χώρο του καπνομάγαζου, τα οποία χτίσθηκαν την ίδια εποχή με την εκκλησία. 




Οι Φραγκολεβαντίνοι μεταφέρουν στη νέα πόλη μαζί με τις οικογένειές τους και την ευρωπαϊκή κουλτούρα τους, με αποτέλεσμα να μετατρέψουν τον μικρό οικισμό γύρω από το λιμάνι και τον σιδηροδρομικό σταθμό, σε μια σύγχρονη ευημερούσα μικρή πολιτεία, με τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα να επισκιάζει τον ανατολίτικο που είχε μέχρι τότε η περιοχή.




Οι Αρμένιοι
 Οι Αρμένιοι: Οι πρώτοι Αρμένιοι ήρθαν στην πόλη στη δεκαετία του 1870 και εργάστηκαν στην κατασκευή του σιδηρόδρομου και του λιμανιού. Ο αρχικός αυτός πυρήνας εξελίχθηκε αργότερα σε λαμπρή κοινότητα εμπόρων και βιοτεχνών. 

 Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο ό­μως, τό­σο α­πό πλευ­ράς α­ριθ­μού ό­σο και συ­νε­πειών, κύ­μα Αρ­με­νί­ων με­τοι­κε­σιών προς την Ελ­λά­δα πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε α­μέ­σως με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή το 1922. 


Την εποχή αυτή ήρθαν πολλοί από την Κωνσταντινούπολη, τη Ραιδεστό, την Καλλίπολη και τη Νικομήδεια. Εκκλησιάζονταν στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή (Σουρπ Καραμπέτ), ο οποίος χτίστηκε  το 1875 από τους ίδιους τους Αρμένιους με προσωπική εργασία και θεωρείται η παλαιότερη εκκλησία της περιοχής.

 Οι  Εβραίοι

Οι  Εβραίοι ήταν κυρίως έμποροι και σαράφηδες. Παλιές εβραϊκές οικογένειες ήταν οι Χατέμ, Πέππο, Μιτράνι, Ματαλόν κ.α. Όσοι γλίτωσαν μετά το ολοκαύτωμα  μετανάστευσαν  σε άλλα μέρη (Αθήνα, Ισραήλ, ΗΠΑ). Οι τελευταίες οικογένειες που απεχώρησαν από τη πόλη στη δεκαετία του 1960 ήταν των αδελφών Πέπο και Ζαν Ρεϊτάν.


Οι Βούλγαροι
Οι Βούλγαροι:  Οι  περισσότεροι Βούλγαροι ζούσαν κυρίως σε χωριά γύρω από την πόλη (Ντάμια, Ιάνα, Χαλίκιοι κλπ). Στην Αλεξανδρούπολη κατοικούσαν στη συνοικία γύρω από τη σημερινή εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου και στη Καλλιθέα. Στη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής (1913-1919) ο πληθυσμός τους σημείωσε αύξηση. 


Μάλιστα είχαν χτίσει και δικό τους ναό αφιερωμένο στους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, ο οποίος μετά την απελευθέρωση της πόλης περιήλθε στους Έλληνες Χριστιανούς και μετονομάσθηκε σε Ναό του Αγίου Ελευθερίου. Μετά  όμως από την ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα οι περισσότεροι έφυγαν στη Βουλγαρία στο πλαίσιο της ανταλλαγής των πληθυσμών. Μετά το 1920 απέμειναν στην πόλη  λίγες οικογένειες  ντόπιων Βουλγάρων που σταδιακά εξελληνίστηκαν.