Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Ο Άγιος Ελευθέριος



Η εκκλησία μας εορτάζει στις 15 Δεκεμβρίου την μνήμη του Αγίου  Ελευθερίου του Ιερομάρτυρος, τον οποίο τιμά η πόλη μας με τον ομώνυμο Ιερό Ναό του.


Πριν από τον Ναό που υπάρχει σήμερα υπήρχε, παλαιός ξύλινος Ναός, ο οποίος κατεδαφίσθηκε μετά την ανέγερση του νέου. Ο παλαιός  Ναός κτίσθηκε την περίοδο 1913-15, δηλαδή την περίοδο που είχε καταληφθεί το Δεδέαγατς από τους Βούλγαρους σχηματικούς χριστιανούς, δυτικά και ακριβώς δίπλα (παράλληλα) του υπάρχοντος σήμερα Ορθόδοξου Ιερού Ναού του Αγίου Ελευθερίου. Χτίσθηκε βιαστικά και με πρόχειρα υλικά για να παραστήσουν ότι η περιοχή δεν έχει μόνο Ελληνική εκκλησία (Άγιος Νικόλαος) αλλά και Βουλγαρική (Σχηματική), δηλαδή για καλύψει τις θρησκευτικές ανάγκες των Βουλγάρων κατακτητών και ήταν αφιερωμένος στους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο. 

Η βάση του ήταν λιθόκτιστη και έφτανε σε ύψος περίπου δύο μέτρα από το έδαφος και από εκεί και πάνω η υπόλοιπη κατασκευή ήταν ξύλινη. Έμοιαζε με Χριστιανικό ναό βασιλικού ρυθμού, δηλαδή ήταν ένα μακρόστενο ορθογώνιο οικοδόμημα που χωριζόταν με δύο σειρές από ξύλινους κίονες σε τρία κλίτη. Το μεσαίο κλίτος ήταν φαρδύτερο από τα πλαϊνά, τα οποία ήταν μεταξύ τους ίσα. Οι στέγες ήταν ξύλινες κεραμοσκεπείς, με αυτήν του μεσαίου κλίτους να είναι δίριχτη και υπερυψωμένη σε σχέση  με τις μονόριχτες των  πλαϊνών κλιτών. Στη πρόσοψη του ναού και στο κέντρο ακριβώς υπήρχε υπερυψωμένο τετράγωνο ξύλινο καμπαναριό ενώ προεξείχε σε όλο το πλάτος του ναού, ο πρόναος που ήταν χαμηλότερος από τα πλαϊνά κλίτη με αμφικλινή ξύλινη στέγη.


Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στην Ελλάδα και την αποχώρηση των Βουλγάρων ο Ναός περιήλθε στη δικαιοδοσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και υπήχθη διοικητικά στη Μητρόπολη Αλεξανδρούπολης. Με Πρακτικό που συντάχτηκε επί Μητροπολίτου Γερβασίου Σαρασίτη, ο ναός μετονομάστηκε σε «Άγιο Ελευθέριο», για να θυμίζει την απελευθέρωση της πόλης, η οποία είχε ήδη μετονομαστεί και αυτή από Δεδέαγατς σε Αλεξανδρούπολη. Κατά το έτος 1931-1932, ένα χρόνο πριν από τον ξαφνικό θάνατό του, ο Μητροπολίτης Γερβάσιος πραγματοποίησε τα επίσημα θυρανοίξια και τέλεσε την πρώτη Θεία Λειτουργία στον μετονομασθέντα ναό. Έτσι ενέταξε και επίσημα τον ναό του Αγίου Ελευθερίου στην Ορθόδοξη Εκκλησία.  Κατά το έτος 1934 απεβίωσε ο ως άνω Μητροπολίτης και οι πολιτικές και θρησκευτικές αρχές, σεβόμενοι την διαθήκη του, έθαψαν τον Μητροπολίτη Γερβάσιο στον αυλόγυρο του Ναού και από τότε αναπαύεται η σωρός του δίπλα στον Ναό αυτό. Ο Ναός λειτουργούσε κανονικά μέχρι την περίοδο της Γερμανοβουλγαρικής Κατοχής 1940 – 1944, οπότε περιήλθε και πάλι στη δικαιοδοσία των Βουλγαρικών αρχών. Μετά την απελευθέρωση παραδόθηκε και πάλι στους Έλληνες Χριστιανούς Ορθοδόξους. 


Κατά το 1952, ο Πρόεδρος του ενοριακού Συμβουλίου  της εκκλησίας Λάμπρος Καραπιπέρης εισηγήθηκε να μη γίνει εκείνη τη χρονιά ελαιοχρωματισμός των ξύλινων επιφανειών του ναού και τα υπάρχοντα στο Ταμείο της Ενορίας χρήματα να αποτελέσουν το αρχικό κεφάλαιο για την ανέγερση σύγχρονου πέτρινου ναού. Με σχέδια που ήρθαν από την Αθήνα, με επιβλέποντα μηχανικό τον Νομομηχανικό Αναστάσιο Καρατζόγλου πραγματοποιήθηκε  η ανέγερσή του Ναού  με προσφορά υλικών από μέρος των πιστών  και εράνων.


Για την ιστορία της ανέγερσης του νέου Ναού έχει γράψει ο αείμνηστος Θανάσης Αποστολίδης το βιβλίο «Ο Αη Λευτέρης της Αλεξανδρούπολης. Από το ξύλο στη Πέτρα», βιβλίο που προλογίζουν η εκδότρια Ξανθή Κατσαρή – Βαφειάδη και εμπλουτίζει με ένα τρυφερό λογοτεχνικό της αφήγημα   η συγγραφέας Ελένη Σκάβδη με τίτλο «Ο Αη Λευτέρης ήταν σαν το σπίτι της».

«Ιμπραχίμ, ο γιός του Ηρακλή» Το ιστορικό μυθιστόρημα του Νίκου Πετρίδη


Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας τολμούν να γράψουν και να δώσουν στη δημοσιότητα, αξιόλογες συγγραφικές  δουλειές τους. Μεταξύ αυτών και ο γνωστός στη πόλη από τη πολύχρονη δημοσιογραφική του πορεία τόσο στη τοπική τηλεόραση όσο και στον γραπτό τύπο ως εκδότης εβδομαδιαίας εφημερίδας Νίκος Πετρίδης. Ο συγγραφέας με σπουδές στο Ιστορικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου  Αθηνών και με καταγωγή από τον Έβρο  αλλά με προσφυγικές ρίζες από τη Νικόπολη του Πόντου, τα τελευταία χρόνια,  ασχολήθηκε εντατικά με την έρευνα του  ελληνισμού του Πόντου, τη συλλογή και μελέτη αρχειακού υλικού που συνέλεξε από όλο τον κόσμο.  Στόχος και κύριο μέλημά του αποτελεί η ανακάλυψη και ανάδειξη νέων, πολύπλευρων και απαλλαγμένων από στερεότυπα, ιστορικών στοιχείων της περιοχής αυτής. Την  προσπάθειά του  αυτή ο ίδιος ο συγγραφέας την χαρακτηρίζει ως «σπονδή στη μνήμη των προγόνων του» και ως εκ τούτου δε μπορεί παρά να είναι απόλυτα ειλικρινής και να βασίζεται στα θεωρητικά εργαλεία της ιστορικής επιστήμης την οποία και γνωρίζει καλά.. 

Καρπός  αυτής της έρευνας  αποτελεί το βιβλίο του με τίτλο «Ιμπραχίμ, ο γιός του Ηρακλή»,  από τις εκδόσεις Ινφογνώμων, που παρουσιάσθηκε το βράδυ της 14ης Δεκεμβρίου 2015 στη κατάμεστη από κόσμο αίθουσα του Ιστορικού Μουσείου Αλεξανδρούπολης.
Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη Νικόπολη του Πόντου, στην Κερασούντα, στην Κωνσταντινούπολη, στον Πειραιά, σε υπερωκεάνιο εν πλω προς την Αμερική, στη Νέα Υόρκη, στο Μέριλαντ, στη Γιούτα, στη Νεβάδα, στη Μασαχουσέτη και καταλήγει πάλι στη Νικόπολη και καλύπτει τη χρονική περίοδο από τον Ιούνιο του 1914 έως τον Ιούλιο του 1915. Κύρια πρόσωπα είναι τέσσερις νεαροί φίλοι, διαφορετικής καταγωγής και θρησκείας. Ο Ηρακλής, ο Ιμπραχίμ, ο Γιάννης και ο Καραμπέτ.   Βασικό μέλημα του συγγραφέα είναι να παρουσιάσει τις απόψεις, τις σκέψεις, τις επιδιώξεις που διαμορφώνονταν λίγο πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια του Α` Παγκοσμίου Πολέμου στην ενδοχώρα του Πόντου.

Δίδονται πολλές πληροφορίες για την περιοχή της Νικοπόλεως, για την ελληνική μετανάστευση και τις κοινότητες των Ελλήνων στις ΗΠΑ, καθώς και για την εξέγερση και σφαγή των Αρμενίων στη Νικόπολη το 1915, μια σχεδόν άγνωστη σελίδα της Αρμενικής Γενοκτονίας. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται τόσο εκτενώς η εξέγερση των Αρμενίων της Νικοπόλεως τον Ιούνιο του 1915, όταν χιλιάδες γυναικόπαιδα κατέφυγαν στο κάστρο της πόλης και πολιορκήθηκαν για έναν ολόκληρο μήνα από τακτικό τουρκικό στρατό και ομάδες ατάκτων. Η αντίσταση των φενταγίν και η απελπισμένη έξοδος που κατέληξε σε σφαγή.
Όλο το βιβλίο είναι μια ιστορία που «κυλάει» μέσα στην Ιστορία. Με πρωτότυπους διαλόγους, με εμπνευσμένη περιγραφή εικόνων, με συγκινητική σκιαγράφηση συναισθημάτων, με εκπληκτικές ανατροπές, με φιλία, με αγάπη, με προδοσία, με μίσος, με αίμα, με δάκρυα. Και με ένα τέλος αντάξιο του συνολικού έργου. 

Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις απόψεις των πρωταγωνιστών όπως έχουν καταγραφεί σε ιστορικές πηγές. Αφήνει τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και να αντιληφθεί μόνος του το πνεύμα της εποχής και τους ανταγωνισμούς που αναπτύχθηκαν ανάμεσα σε φυλές και θρησκείες. Και όπως  σημειώνει στον πρόλογο του, για να τεκμηριώσει τα όσα αναφέρει στο βιβλίο του, κατέγραψε μνήμες των παλαιών, παρατήρησε  οικογενειακές φωτογραφίες, μελέτησε επίσημα έγγραφα και αλληλογραφία σε αρχεία από Ελλάδα, Τουρκία, ΗΠΑ και Ρωσία. Διάβασε σχετικά  βιβλία στα ελληνικά, τουρκικά, αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά καθώς και ημερήσιες εκδόσεις εφημερίδων από την Ελλάδα, τη Νέα Υόρκη, την Ουάσινγκτον και τη Γιούτα του 1914 και 1915. Επίσης, ανακάλυψε σχετικές  διατριβές σε πανεπιστήμια της Ελλάδας, Τουρκίας και ΗΠΑ και  χρησιμοποιώντας τα θεωρητικά εργαλεία των πανεπιστημιακών σπουδών του επιχείρησε μια νέα, «άλλη» ανάγνωση και καταγραφή της ιστορίας. Για τον σκοπό αυτό περπάτησε  αμέτρητα χιλιόμετρα στον Πόντο και τη Μικρασία, στα σοκάκια και τους μαχαλάδες της Πόλη και του Πόντο.  Συζήτησε, έφαγε, ήπιε, τραγούδησε και χόρεψε , για μέρες πολλές, εντάμαν με τους σημερινούς κατόχους της προγονικής περιουσίας, τιμώντας κάθε φορά τη φιλοξενία των ανθρώπων που κατοικούνε τώρα στα σπίτια των παππούδων του. Και το αποτέλεσμα όλης αυτής της προσπάθειας ήταν αυτό το εξαιρετικό έργο.

Το βιβλίο παρουσίασαν δύο προσωπικότητες της πόλη μας. Ο συντοπίτης μας  διακεκριμένος πολιτικός αναλυτής, κοινωνιολόγος και συγγραφέας Μιχάλης Χαραλαμπίδης  και ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος Κουκουρίδης, αμφότεροι βαθείς  γνώστες και αναλυτές των ιστορικών γεγονότων που διαδραματίσθηκαν στην Μικρά Ασία και τον Πόντο στις αρχές του περασμένου αιώνα σε βάρος του Ελληνικού στοιχείου και τις συνέπειές τους μέχρι και σήμερα. Οι ομιλητές, που χειροκροτήθηκαν θερμά στο τέλος,  εξήραν την προσπάθεια του συγγραφέα να φέρει στην επιφάνεια ένα θέμα το οποίο δεν είναι πολύ γνωστό στο ευρύ κοινό και να τεκμηριώσει  ιστορικά την παρουσίασή του. Την  όλη συζήτηση διηύθυνε ο Ανδρέας Καφετζής.

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Ο Κινηματογράφος «Ηλύσια» ...λειτουργεί και πάλι!



Η Αλεξανδρούπολη την περασμένη εποχή τρία πράγματα είχε σε αφθονία. Ποδήλατα, ξεγνοιασιά και κινηματογράφους. Οι τελευταίοι ίσως να ήταν περισσότεροι από κάθε άλλη αντίστοιχη σε πληθυσμό επαρχιακή πόλη. Από τις λιγοστές διασκεδάσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας! Και βέβαια και της μεταπολεμικής Αλεξανδρούπολης! Και προσιτός  σε όλα τα βαλάντια. Βόλτα από νωρίς στη κεντρική Λεωφόρο τον χειμώνα και στην παραλία το καλοκαίρι. Και μετά …Σινεμά! 


Τα τελευταία χρόνια όμως χάθηκαν οι κινηματογράφοι, χάθηκαν οι γειτονιές, χάθηκαν οι παρέες, χάθηκαν τα όνειρα κάτω από τον έναστρο ουρανό! Σήμερα; Άλλαξαν οι εποχές! Άλλαξαν και οι διασκεδάσεις.  Κι έχει χάσει η πόλη τις μνήμες της! Μετά το καλοκαίρι του 2014 έκλεισε και ο τελευταίος χειμερινός κινηματογράφος της πόλης, τα ΗΛΥΣΙΑ. Και έμεινε στη πόλη   μόνο ο θερινός «ΦΛΟΙΣΒΟΣ», δίπλα στο Δημοτικό Κάμπινγκ να προσπαθεί να σηκώσει το βάρος μιας μεγάλης  κινηματογραφικής παράδοσης της πόλης.


Η ανακοίνωση τον Οκτώβρη του 2015 ότι ξεκίνησε τη λειτουργία του και πάλι στη πόλη μας ο χειμερινός κινηματογράφος «ΗΛΥΣΙΑ», γέμισε χαρά και ανακούφιση στους φίλους του κινηματογράφου. Ήταν και ο τελευταίος που είχε απομείνει να λειτουργεί, από τους πολλούς κινηματογράφους που για πάρα πολλά χρόνια είχε η πόλη μας. Και ήταν μάλιστα και ο παλαιότερος.  Για αυτό και αξίζει να αναφερθούμε στην  90χρονη περίπου ιστορία του.
Ο Κινηματογράφος «ΗΛΥΣΙΑ», επί της οδού Μαζαράκη, απέναντι από τον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου και την Λεονταρίδειο Σχολή Αρρένων, ιδιοκτησίας του Συλλόγου Κυριών και Δεσποινίδων Αλεξανδρούπολης,  είναι ο πρώτος που λειτούργησε στη πόλη και για το λόγο αυτό έχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της. 


Στην αρχική του μορφή, αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης,  ήταν μια καπναποθήκη του Δημοσίου και  παραχωρήθηκε στο Σύλλογο μεταξύ 1925 και 1927. Αρχικά νοικιάστηκε στον Αρμένιο καπνέμπορο Ατζαριάν. Αργότερα με μια πρόχειρη διασκευή άρχισε να λειτουργεί σαν κινηματογράφος με πολλή περιορισμένη όμως κίνηση, γιατί ο κόσμος δεν ήταν συνηθισμένος σ΄ αυτό το θέαμα. Ήταν η εποχή του βωβού κινηματογράφου και ο κόσμος δεν είχε «σκλαβωθεί» από τα μαγεία της 7ης Τέχνης. Στη πιο συστηματική του μορφή ως κινηματογράφου άρχισε να λειτουργεί λίγο πριν το 1930. Χρειάσθηκε να κλεισθεί και να αναμορφωθεί και για το σκοπό αυτό ο Σύλλογος πήρε δάνειο 50.000 δραχμών και με διευκολύνσεις από τον εμπορικό οίκο ξυλείας των Καραθανάση-Τζιρίτη αποπεράτωσε το έργο. Επίσης στη κατασκευή του βοήθησε οικονομικά και ο πλούσιος εξ Κωνσταντινοπόλεως καταγόμενος ξυλέμπορος Ευγενίδης. 

Τα επίσημα όμως εγκαίνιά του ως κινηματογράφου έγιναν από τον τότε Μητροπολίτη της πόλης Γερβάσιο, ο οποίος και έδωσε το όνομα «Ηλύσια». Ο πρώτος μισθωτής των «ανακαινισμένων» πλέον «Ηλυσίων» ήταν ο αυστριακής καταγωγής υπάλληλος της Γαλλοελληνικής Εταιρίας Σιδηροδρόμων Φιλκεστάϊν, ο οποίος συνεταιρίσθηκε με τον επιχειρηματία Γεώργιο Κόπανο που διέθεσε για κεφάλαιο τις 400 καρέκλες που είχε. Επόμενος μισθωτής του ήταν κάποιος Στεφανίδης, μέχρι να αναλάβει τη διεύθυνσή του ο Νίκος Ιωαννίδης ο οποίος κράτησε τον κινηματογράφο για πάνω από 40 χρόνια (μέχρι τη δεκαετία του 1980) και συνέβαλε στη ριζική ανακαίνισή του και τον εκσυγχρονισμό του το 1968. Διέθετε ξύλινο εξώστη, τακτικοί πελάτες- θαμώνες του οποίου στην μεταπολεμική περίοδο ήταν κυρίως μαθητές, που προσπαθούσαν να κρυφτούν από τους καθηγητές τους, αφού η κατά μόνας παρακολούθησή του από μαθητές ήταν απαγορευμένη ενέργεια και τιμωρείτο με 2 έως 5 ημέρες αποβολή από τα μαθήματα του σχολείου και στο τέλος διαγωγή «Κοσμία»


Ο κινηματογράφος λειτουργούσε μέχρι πρόσφατα υπό τη διεύθυνση του Ηλία Φωτιάδη, αλλά ήδη από το καλοκαίρι του 2014 έπαυσε να λειτουργεί. Και από τον Οκτώβριο του 2015 τη λειτουργία του ανέλαβαν δύο νέοι επιχειρηματίες από την Δράμα και την Καλαμάτα αντίστοιχα με εμπειρία στο χώρο του θεάματος ενώ την ανακαίνιση του κτηρίου έχουν αναλάβει τοπικές επιχειρήσεις. Να σημειωθεί ότι τα μηχανήματα θα είναι τελευταίας τεχνολογίας (digital 3D cinema) και το καλοκαίρι θα ολοκληρωθεί και ο εξώστης όπου θα προσφέρει ακόμα περισσότερες θέσεις για το κοινό της πόλης. Η πλατεία του σήμερα είναι χωρητικότητας 265 ατόμων.


 «….Κάποιες μνήμες δεν μπορούν να σβήσουν! Και δεν πρέπει να σβήσουν! Γιατί αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Και για τη γενιά μας ο κινηματογράφος ήταν ένα κομμάτι της ζωής μας! Και οφείλουμε να το μεταφέρουμε στους νεότερους!..».














Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου



Πρόκειται για τον Μητροπολιτικό Ναό τη Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης. Είναι πετρόκτιστος βασιλικού ρυθμού με τρούλο και δύο κωδωνοστάσια. Θεμελιώθηκε το 1892 επί αρχιερατείας του Μητροπολίτη Αίνου και Τραϊανουπόλεως Λουκάς Πετρίδη ή Τρικώλη και εγκαινιάστηκε στις 26 Αυγούστου του 1901 από τον τότε μητροπολίτη Αίνου Γερμανό Θεοτοκά. Μάλιστα για τα εγκαίνια είχε εκδοθεί και πολυτελής αφίσα που σώζεται μέχρι σήμερα. 
Στην αρχή ένθεν και ένθεν της πρόσοψης του ναού κτίστηκαν δύο χαμηλά καμπαναριά. Την οριστική μορφή του ο ναός του Αγίου Νικολάου πήρε  το 1908. Το 1906 ήρθαν στο Δεδέαγατς ειδικοί τεχνίτες από την Κωνσταντινούπολη, που υπερύψωσαν τα καμπαναριά πάνω από 5 μέτρα και έβαλαν επάνω τους, πάλι καμπυλωτές στέγες. Για να ισορροπήσουν αρμονικά οι αναλογίες υπερύψωσαν το κεντρικό στηθαίο που καταλήγει πάλι σε τριγωνικό σχήμα, επιμήκυναν τα παράθυρα και τοποθέτησαν στη βάση του σχηματισθέντος αετώματος, μεγάλο ρολόι.

Λέγεται ότι για την αντιμετώπιση των εξόδων ανέγερσης του ναού έγινε έρανος  μεταξύ των κατοίκων κατά τον οποίο συγκεντρώθηκαν 25.000 Τουρκικές λίρες. Επειδή το ποσό αυτό δεν επαρκούσε οι κάτοικοι αποτάθηκαν για δωρεά στον πλούσιο επιχειρηματία της περιοχής Αντώνη Λεονταρίδη και μετά την άρνησή του, στον επιφανή της πολίχνης Βλάσιο Σούχωρ, με καταγωγή από την Αγιάσο της Μυτιλήνης, προξενικό πράκτορα της Αυστροουγγαρίας και ναυτικό πράκτορα της μεγάλης ναυτιλιακής εταιρείας  Λοϋδ Τριεστίνο, ο οποίος και έδωσε 100.000 Τουρκικές λίρες για την αποπεράτωση του Ναού. 
Στο ναό φυλάσσονται η ξυλόγλυπτη εικόνα της Παναγίας της Τριφώτισσας, έργο του 13ου αιώνα από τον Αίνο, και η μικρή εικόνα της Παναγίας της Μαυροφορούσης. Λέγεται ότι ο λόφος στον οποίο έχει κτισθεί ο ναός είχε παραχωρηθεί από τον Χατζή Σαφέτ Μπέη. Αναφέρεται ότι οι κάτοικοι του Δεδέαγατς για τα σχέδια και την κατασκευή του ναού κάλεσαν αρχιτέκτονες και τεχνίτες από τη Πόλη και ότι το τέμπλο της είναι ακριβώς το ίδιο με το τέμπλο της Αγίας Τριάδας της Κωνσταντινούπολης.
 Εντός του ναού τελέσθηκε στις 15 Μαΐου του 1920 η επίσημη δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης από τον Μητροπολίτη  Αίνου και Τραϊανουπόλεως Ιωακείμ Γεωργιάδη, με την παρουσία του Στρατηγού Κωνσταντίνου Μαζαράκη – Αινιάν,  ενώ την προηγουμένη, 14 Μαΐου 1920 δίπλα από τον Ναό, στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, υπογράφηκε το πρωτόκολλο των Ελευθερίων της Πόλεως, έγγραφο από τον ως άνω Στρατηγό, τους επιτελείς τους, τον Δεσπότη και άλλους προύχοντες της πόλης, το οποίο φυλάσσεται σήμερα στο παρακείμενο Εκκλησιαστικό Μουσείο.

Από την ίδρυσή του μέχρι και σήμερα ο Ναός αυτός αποτελεί τον Μητροπολιτικό Ναό του Δεδέαγατς στην αρχή και της Αλεξανδρούπολης στη συνέχεια. Ο Ναός αυτός αντικατέστησε μια μικρή ξύλινη εκκλησία με πέτρινα θεμέλια, στη γωνία των σημερινών δρόμων Κ.Μαζαράκη και Κ. Παλαιολόγου, με είσοδο από τη οδό Μαζαράκη. Ήταν ένα κτίσμα απέριττο, κτισμένο με το γνωστό παλιό τρόπο, από ξύλο και κιρπίτσια (τούβλα από λάσπη και άχυρο). 


Μερικά έγγραφα του 1885, 1889 και 1890 που αναφέρονται σε χρέη του νέου ναού (του Αγίου Νικολάου), στην εκκλησία της Αίνου Παναγία Ελεούσα και στη Δημογεροντία Αίνου για την αγορά ιερών κειμηλίων, διαβεβαιώνουν την ύπαρξη του ναού αυτού. Για το κτίσιμο του, οι κάτοικοι προσέφεραν προσωπική εργασία. Αναφέρεται επίσης από τον Γιώργο  Παναγιώτου ότι ο εργολάβος που ανέλαβε το κτίσιμο του νέου ναού ήταν ο Νικόλαος Χατζέλος από την Αίνο καθώς και τα ονόματα των τριών κεραμοποιών  Πολυχρόνη Γεωργίου, Πολυχρόνη Κωνσταντίνου και Πέτρου Αυγερινού, που είχαν εξουσιοδοτηθεί για να αγοράσουν οικοδομικά υλικά από το Μυριόφυτο. 

Αντίθετη και περισσότερο τεκμηριωμένη είναι η άποψη του συλλέκτη – ερευνητή Ελευθερίου Τσινταράκη. Στο βιβλίο του «Ιστορικό Φιλοτελικό Λεύκωμα Θράκης», έχει συμπεριλάβει φωτογραφία – ντοκουμέντο, στην οποία απεικονίζεται ο παλιός Ναός του Αγίου Νικολάου ακριβώς στο χώρο που αναγέρθηκε ο νέος Μητροπολιτικός Ναός, και όχι στη οδό Μαζαράκη, όπως αναφέρεται πιο πάνω από άλλους ερευνητές. 


Επίσης ο κ. Τσινταράκης αναφέρει ότι: α) Υπάρχει αντίγραφο του πληρεξουσίου της Ειδικής Επιτροπής του Ναού του Αγίου Νικολάου Δεδέαγατς προς τον Πολυχρόνη Γεωργίου από το Μυριόφυτο, για την αγορά υλικών προς ανέγερση, τον Ιούνιο του 1898, β)  το μικρό βιβλίο του Ναού με τα μαύρα εξώφυλλα, όπου μέσα αναφέρονταν οι βαπτίσεις από 22.2.1887 έως 1.11.1898, δηλαδή μέχρι και την ημερομηνία που κατεδαφίσθηκε η παλαιά εκκλησία για να κτισθούν τα θεμέλια του νέου Ναού (φθινόπωρο του 1898). Όμως με τη κατεδάφιση της παλαιάς εκκλησίας και μέχρι την λειτουργία του νέου Ναού, προέκυψε πρόβλημα για το που θα ασκούσε τα θρησκευτικά της καθήκοντα η Ελληνική κοινότητα. Και για το λόγο αυτό η Μητρόπολη μετέτρεψε σε προσωρινό χώρο λατρείας και προσευχής, ένα οίκημα που υπήρχε στη γωνία Κ. Μαζαράκη και Κ. Παλαιολόγου.