Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Σωματείο Λεμβούχων Αλεξανδρούπολης



Η κατασκευή του σιδηροδρόμου απετέλεσε τον κυριότερο παράγοντα εξέλιξης του Δεδέαγατς σε επίνειο της Θρακικής ενδοχώρας. Επιπλέον, λόγω της γεωγραφικής διαμόρφωσης της ευρύτερης περιοχής και της αδυναμίας να καταστεί πλεύσιμος ο ποταμός Έβρος, καθιστούσε απαγορευτική την μεταφορά της πλούσιας παραγωγής της ενδοχώρας  προς την θάλασσα. Έτσι το λιμανάκι της  νέας πόλης που κατασκευάστηκε στην απόληξη της σιδηροδρομικής γραμμής  αποτέλεσε και τη μοναδική διέξοδο της Ανατολικής Ρωμυλίας και Βουλγαρίας με το Αιγαίο. 


Καθημερινώς προσορμίζονταν πολλά πλοία στο Δεδέαγατς για να εκφορτώσουν και να φορτώσουν εμπορεύματα. Λόγω όμως του μεγάλου όγκου των  πλοίων αγκυροβολούσαν έξω από το λιμανάκι και για την φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά των εμπορευμάτων από τα πλοία προς το λιμάνι και αντίστροφα , αλλά και των επιβατών, χρησιμοποιούσαν ειδικές για τον σκοπό αυτό λέμβους και μαούνες  (φορτηγίδες βάρκες) που τις έδεναν οι λεμβούχοι στα ιστιοφόρα ή χειροκίνητα (με κουπιά) σκάφη τους και τα πλεύριζαν στα μεγάλα καράβια. Ενδεικτικές είναι οι σχετικές φτογραφίες.


 Έτσι οι ιδιοκτήτες των σκαφών αυτών, οι αποκαλούμενοι και λεμβούχοι, αποτελούσαν μια ισχυρή επαγγελματική τάξη, αφού χωρίς τη δική τους συνδρομή ήταν αδύνατη η φορτοεκφόρτωση των πλοίων  και η διεξαγωγή του εμπορίου. Λίγο καιρό  μετά την απελευθέρωση της πόλης και την ενσωμάτωση της στον εθνικό κορμό, οι λεμβούχοι  δημιούργησαν σχετικό επαγγελματικό σωματείο, το «Σωματείο Λεμβούχων», τα μέλη του οποίου αποτελούσαν την πιο γραφική επαγγελματική κατηγορία της Αλεξανδρούπολης.


 Τα σκάφη τους ουσιαστικά αποτελούσαν τον «στόλο» της πόλης, αλλά και το …στολίδι της! Οι ιδιοκτήτες τους, όλοι θαλασσοβρεγμένοι ναυτικοί,  τα είχαν δώσει όλα ονόματα ιστορικά, όπως  «Ναυκρατούσα», «Μπουμπουλίνα»,  «Έλλη», «Αβέρωφ», «Ιόνιο», «Ένωσις» κ.λ.π. 


 Βάση των λεμβούχων της πόλης ήταν το καφενείο του Λουκά Μαρμαρινού, στη παραλία, πάνω από το λιμανάκι. Ξέρανε σχεδόν ακριβώς τη μέρα και την ώρα που θα φθάσει το κάθε καράβι, και μόλις έβλεπαν στον ορίζοντα καπνό, ορμούσαν στις βάρκες τους, για να το προϋπαντήσουν και, μετά την αγκυροβόλησή του αρόδο, να μεταφέρουν έξω στην ξηρά τους επιβάτες, τις αποσκευές τους και τυχόν εμπορεύματα, τα οποία φόρτωναν στις μαούνες τους. Στη συνέχεια άρχιζε η επιβίβαση των επιβατών και η φόρτωση των εμπορευμάτων. 

Ξακουστοί λεμβούχοι ήταν ο Παναγής Αϊβαλιώτης ο Ψαρομύτης από την Αίνο, ο Μαρμαρινός ο βαρκάρης του Βόλγα, το Αραπάκι, ο Πασχάλης Μαστράφης, ο Γκουντέλος, ο Θανάσης Πλακατήρας, ο Ταραμουσάλας κ.α.


Στη φωτογραφία τα τρεχαντήρια και οι μαούνες ξεκουράζονται στα γαλήνια νερά του μικρού λιμανιού της πόλης.

Μετά τον  Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ξεκίνησε η επέκταση του λιμανιού και σιγά – σιγά άρχισαν να εισέρχονται μέσα στο λιμάνι όλο και μεγαλύτερα σκάφη, ξύλινα στην αρχή, σιδερένια Μότορσιπ και επιβατηγά στη συνέχεια, τα οποία πλεύριζαν στους λιμενοβραχίονες για να φορτώσουν και να ξεφορτώσουν, καθιστώντας πλέον αχρείαστες τις λέμβους και τους λεμβούχους. Και μαζί και τις μαούνες τους οι οποίες άρχισαν να αποσύρονται και να σαπίζουν μέσα στο μικρό λιμανάκι, μέχρι να βουλιάξουν εγκαταλειμμένες. 


 Αλλά και οι λεμβούχοι, απόμαχοι και χωρίς δουλειά  βγήκαν στη στεριάς, εκτός από δυο τρεις που έδεναν και έλυναν τους κάβους των βαποριών στα ντοκ του λιμανιού. Μερικοί άλλοι, πολύ λίγοι, με τα τρεχαντήρια τους εξακολούθησαν να δουλεύουν στη θάλασσα το καλοκαίρι κάνοντας  δρομολόγια μέχρι τη Μάκρη και την Αγία Παρασκευή για τους τουρίστες και  τους κατοίκους της πόλης που ήθελαν μια θαλασσινή βόλτα. 


 Ποιος δεν θυμάται τον Μπάρμπα Πασχάλη τον Μαστράφη και τον Ζαρκάδη κάθε καλοκαίρι στον Φλοίσβο, κάτω από τον Φάρο να διαλαλούν τα δρομολόγιά τους. Και όσοι από τους παλιούς λεμβούχους είχαν απομείνει, μέχρι που εξαφανίσθηκε το γραφικό αυτό επάγγελμα στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν και ολοκληρώθηκε η κατασκευή των δύο βασικών λιμενοβραχιόνων του λιμανιού, απόμαχοι και παροπλισμένοι στα καφενεία στη παραλία πάνω από το λιμάνι, να αγναντεύουν το Θρακικό Πέλαγος και να αναπολούν τα περασμένα.

 







Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Abandoned Thessaloniki - Project Flour (Allatini Factory) Το εργοστάσιο ΑΛΑΤΙΝΙ στη Θεσσαλονίκη

ΤΑ ΠΑΙΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ


Εικόνες από τα παλιά…. Φωτογραφίες από τα παϊτόνια, όπως τα λέγαμε τότε, (λαντό ή άμαξες όπως τα λένε σήμερα), γεννούν νοσταλγικές αναμνήσεις  και παραπέμπουν σε άλλες πιο  ρομαντικές εποχές. Τότε που δεν υπήρχε το ΤΑΞΙ ή μάλλον τα λιγοστά ΤΑΞΙ ήταν μεγάλη πολυτέλεια… Τότε κάποιος μπορούσε   να  απολαύσει μοναδικές εμπειρίες  «ταξιδεύοντας» πάνω στην άμαξα  ή καθήμενος  μπροστά και δίπλα στον αμαξά.. Τότε που  μια βόλτα με τις άμαξες,  έδινε  ένα άλλο χρώμα στη γκρίζα ρουτίνα της καθημερινότητας. Οι παλιές φωτογραφίες, μέσα από τα σεντούκια , φυλακτά των αναμνήσεων, φέρνουν στο μυαλό, σε όσους από εμάς προλάβαμε την εποχή εκείνη, αυτές τις ωραίες εικόνες…  και αναμνήσεις πολλές.

    Δεκαετία του 1930. Οι αδελφοί Μπιλιμπίνη σε αναμνηστική φωτογραφία επάνω σε μόνιππο παϊτόνι.

Θυμίζουν εικόνες στο σιδηροδρομικό σταθμό, αργά το βράδυ, με τους αμαξηλάτες να περιμένουν  το  βραδινό τραίνο, την ταχεία όπως την λέγανε, για να πάρουν κάποιους  από τους επιβάτες του και να κάνουν  έτσι το τελευταίο τους αγώγι πριν από το στάβλισμα του αλόγου τους.  Θυμίζουν  τους αμαξάδες παρατεταγμένους στη σειρά στη πιάτσα τους, ορθούς στα αμάξια τους, στη διαδρομή να χτυπούν τα ιδιόρρυθμα καμπανάκια τους με την  άφιξη του τραίνου και να διαλαλούν την  παρουσία τους….  Στους δρόμους τα παιδιά να τρέχουν από πίσω τους και να φωνάζουν  βουρ-αραμπατζή και κάποια από αυτά να σκαρφαλώνουν στον πισινό άξονα της καρότσας, αθέατοι από τον αμαξά και  να κάνουνε κρυφά μια βόλτα.

     Δεκαετία του 1930. Τετράτροχο μόνιππο παϊτόνι με τον αμαξηλάτη του.

Οι άμαξες ήταν τετράτροχες, με δύο δηλαδή άξονες, τον ένα  στο μπροστινό του μέρος με τους μικρότερους σε διάμετρο τροχούς και τον δεύτερο στο οπίσθιο μέρος του με τους μεγαλύτερης διαμέτρου τροχούς του. Οι ρόδες τους ήταν ακτινωτές και οι ακτίνες χρωματισμένες και με λάστιχο από έξω από την ρόδα για την αποφυγή του θορύβου. Τις έσερναν κυρίως ένα ή δύο άλογα και σπάνια  μουλάρια . 

Δεκαετία του 1930. Πιάτσα για παϊτόνια στο κέντρο της πόλης μπροστά στο κτίριο Σούχωρ. 

Ο αμαξάς καθόταν μπροστά, πάντα ψιλότερα από τις θέσεις των επιβατών και κρατούσε το καμουτσίκι και τα χαλινά. Το αμάξι, πίσω από τη θέση του αμαξά,  είχε μία ή δύο πτυσσόμενες μαύρες δερμάτινες κουκούλες για το χειμώνα, ένα καμπανάκι για να ειδοποιεί όταν περνούσε και ένα ή δύο νυχτερινά φανάρια με ασετιλίνη για τις βραδινές διαδρομές. Ο αμαξάς είχε όλα τα εργαλεία του κάτω από το κάθισμα του όπου υπήρχε  ένα ντουλαπάκι και μέσα είχε ένα βρεγμένο σφουγγάρι για να βρέχει το κεφάλι του αλόγου το καλοκαίρι, καπελάκι ψάθινο για το άλογο, πέταλα για ώρα ανάγκης, τις λίμες, τις ξύστρες για τα πέταλα κ.α. 

 Αρχές της δεκαετία του 1930. Η κεντρική λεωφόρος της πόλης με τα παϊτόνια σε αναμονή πελατών.

Είχε ακόμα τη σκούπα το φαράσι και το σακί όπου καθάριζε τα κόπρανα του αλόγου. Ενώ πίσω – πίσω, έξω από τη δερμάτινη κουκούλα, (εκεί που σκαρφάλωναν οι πιτσιρικάδες),  κρεμόταν ένα σακί με σανό, τροφή του αλόγου στα διαλύματα της δουλειάς. Το άλογο ήταν πάντα φροντισμένο με τα χαντρολαίμια του, τα γυαλισμένα χάμουρα του, τα φυλαχτά και τα χαϊμαλιά του. Ο αμαξάς ήταν πάντα ντυμένος καλά με το σακάκι του, το καπελάκι του και το γυαλισμένο παπούτσι περιμένοντας τον κόσμο για την βόλτα του. Πιάτσα είχαν στον κεντρικό τον δρόμο, στο στενό του Αγίου Νικολάου, δίπλα στην σημερινή Εθνική Τράπεζα, στο τρένο και το ΚΤΕΛ για να μεταφέρουν επιβάτες και εμπορεύματα.   

 1952. Ο γνωστός αμαξηλάτης Χρήστος Σισμανίδης με το παϊτόνι του επί της οδού 14ης Μάιου. 

Κάθε Κυριακή τα παϊτόνια  ήταν τρόπος εξόρμησης των ευκατάστατων, συνήθως  ηλικιωμένων, Αλεξανδρουπολιτών  για τις κοντινές εκδρομές. Ήταν τα παλιά ταξί από τον μεσοπόλεμο ως το 1960 - 1970 που τη θέση τους πήραν τα ταξί και τα εξαφάνισε ο ..πολιτισμός. Οι βόλτες ήταν είτε προς τις ακρογιαλιές (Ντελής, Φάληρο),  είτε προς τη Χιλή και τη Μαΐστρο. Ιδιαίτερα στις γιορτή της Αγιά Μαρίνας, δεν προλάβαιναν να πηγαίνουν, κυρίως τις κυρίες, να προσκυνήσουν την θαυματουργή  εικόνα της Αγίας στη Μαΐστρο. Πολλές ήταν και οι διαδρομές μέσα και στην γύρω πόλη,  από και προς τη Καλλιθέα και το Νοσοκομείο καθώς και τον Σταθμό του Τρένου, την εξώπολη, το Αλή Μπέη  κ.α. για δουλειές. Υπήρχαν όμως και κάποιοι ευκατάστατοι συμπολίτες μας που μετακινούνταν πάντα με παϊτόνι. Θυμάμαι τον έμπορο Σωκράτη Διαμαντόπουλο, που τον περίμενε ο Σαμπρί ο παϊτοντζής κάθε πρωί έξω από το σπίτι του,  ψιλά στη 14η Μαΐου όπου έμενε,  και κάθε μεσημέρι έξω από το γραφείο του, στον δρόμο του Σιδηροδρομικού Σταθμού, για να τον μεταφέρει από ή προς το σπίτι του. 

Δεκαετία 1970. Ο Ισμαήλ Γιουνούς με το παϊτόνι του στη πιάτσα της οδού Μητροπολίτου Ιωακείμ.

Σχετική αναφορά στην ύπαρξη και χρήση τους κάνουν στα έργα τους οι συμπολίτες συγγραφείς  Μαίρη Υπερείδου στο έργο της «Ο φάρος ης ψυχής μου», αναφερόμενη στον παππού της, τα τελευταία χρόνια του μεσοπολέμου, όταν την κατέβαζε από την Καλλιθέα όπου διέμεινε στη πόλη με το παϊτόνι του Σαμπρί, και ο Θανάσης Αποστολίδης στο έργο του «Μορφές – γεγονότα – Αναμνήσεις». 

 Πάσχα του 1967. Στην οδό Κύπρου, ο τροχονόμος της υπηρεσίας ανταλλάσσει ευχές και τσουγκρίζει αβγά με επιβάτες της άμαξας επ΄ ευκαιρία της γιορτής του Πάσχα, με τον αμαξηλάτη να παρακολουθεί γελαστός.

Άμαξα, αμαξάς και άλογο μαζί παρόντες και στις χαρές και στις λύπες των συμπολιτών μας.  Στους γάμους, εκεί μπροστά, στη πρώτη γραμμή.  Στολισμένο με γιρλάντες από λουλούδια το παιτόνι και τον αμαξά με ένα λουλούδι στο αφτί ή στο πέτο,  μετέφερε τη νύφη στην εκκλησία για τη τελετή του γάμου και αποχωρούσε μετά μαζί με τον νεόνυμφο ζευγάρι, με κρεμασμένα από πίσω συνήθως κατσαρολικά που ξεσήκωναν τον κόσμο με το θόρυβό τους. Και στις βαπτίσεις παρόντες. 

Καλοκαίρι 1972. Γάμος στην Αγία Κυριακή. Το μυστήριο έχει τελειώσει και αναχωρεί το νεόνυμφο ζευγάρι  με  το στολισμένο παϊτόνι του Χρήστου Σισμανίδη, κάτω από τα χειροκροτήματα των καλεσμένων. Είναι από τους τελευταίους γάμους που χρησιμοποιείται το παϊτόνι. 

Μετέφεραν τους γονείς με το μωρό, τον νουνό και τις μπομπονιέρες. Και στις κηδείες αραδιασμένα όλα έξω από την εκκλησία να περιμένουν να συνοδέψουν τον νεκρό με τους συγγενείς και τους φίλους στη τελευταία του κατοικία, στολισμένα με μαύρες κορδέλες και το άλογο να έχει δεμένο στο κεφάλι του μαύρα φτερά ή μαύρο μαντήλι. Αλλά και στις γιορτές της πόλης παρόν. Στα ανθεστήρια, υπέροχα ανθοστολισμένο άρμα και άλογο, άνοιγε την παρέλαση μεταφέροντας κοπέλες με ανθοδέσμες που προσέφεραν στους επισήμους της γιορτής. Το παϊτόνι ήταν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής των κατοίκων της πόλης μας  ζωής.

      1975. Ο γνωστός αμαξηλάτης της πόλης Παύλος Τσιρούδης, προς το τέλος της καριέρας του επί της οδού  Βιζυηνού.
 
Αλλά και οι αμαξάδες θεωρούσαν το άλογό τους μέλος της οικογενείας τους. Είχα τη τύχη, στα μέσα της δεκαετίας του 1950 να διαμένω δίπλα σε σπίτι αμαξά και από τότε θαύμαζα τη σχέση αμαξηλάτη και αλόγου. Όταν τελείωνε το αγώγι και γύριζαν σπίτι, το σκούπιζε με μια πετσέτα, αν ήταν ιδρωμένο και στη συνέχεια το σκέπαζε με μια κουβέρτα για να μη κρυώσει. Το πρωί, όταν το έζευε, του έδινε ένα κομμάτι ζάχαρη στο στόμα, ποτέ μου όμως δεν έμαθα το γιατί… Το πρωί το καλημέριζε και το βράδυ το καληνύχτιζε. Του μιλούσε και αυτό ανταποκρινόταν στον χαιρετισμό του αφεντικού του με ένα χλιμίντρισμα και σε ότι του ζητούσε για να το ζεύσει και να το ξεζεύσει. Υπήρχε μεταξύ τους ένας μυστικός κώδικας συνεννόησης και μια σχέση αγάπης, αλληλοσεβασμού και αλληλοκατανόησης. Με κρύο, με ζέστη, με χιόνι και βροχή. Μαζί στο καθημερινό μεροκάματο.

 Δεκαετία του 1970.    Ο πιο γνωστός αμαξηλάτης, ο Σαμπρής, ποζάρει με το άλογό του στην πλατεία Ελευθερίας (παλαιά Τρούμαν).

Ακόμη τριγυρίζουν στο μυαλό μου ονόματα και φυσιογνωμίες παλιών παϊτοντζίδων, που ο καθένας τους έχει γράψει τη δική του ιστορία σ΄ αυτή τη πόλη. Και πρώτος απ΄ όλους μου έρχεται στο μυαλό ο Σαμπρή. Ένας ευτραφής και καλοκάγαθος μουσουλμάνος συμπολίτη μας από τον Μαχαλά, με το ψαθάκι του το καλοκαίρι, γραφική φιγούρα της πόλης. Ο γείτονάς μου ο κυρ Ιωσήφ, ευγενής και ήρεμος άνθρωπος, με τη τραγιάσκα του και το άσπρο άλογό του. Ο κυρ Βαγγελης Ευαγγελίδης, ο αποκαλούμενος και Αράπης, ο Παύλος ο Τσιρούδης, ο Χρήστος Σισμανίδης, ο Ισμαήλ και τόσοι άλλοι. Είναι πολλοί  και που να τους θυμάται κανείς όλους… Ο καθένας τους και μια ιστορία… Κομμάτι της ιστορίας της πόλης.

  4.6.1972. Ανθεστήρια Αλεξανδρούπολης. Τα δύο παϊτόνια, ανθοστολισμένα, σταματούν  μπροστά στους επισήμους και κατεβαίνουν κοπέλες με ανθοδέσμες για να τις προσφέρουν στους επισήμους. Αμέσως  μετά αρχίζει η παρέλαση των αρμάτων και των πεζοπόρων τμημάτων.

Πέρασε ο καιρός, και ήρθε ο πολιτισμός. Και έφερε και τα ΤΑΞΙ και τα ιδιωτικά αυτοκίνητα. Πολλά αυτοκίνητα. Και κατάλαβαν όλους τους δρόμους.  Και οι άμαξες χάθηκαν. Και  μαζί και τα όμορφα άλογά τους. Και ο ρομαντισμός και η αίσθηση ελευθερίας και παντοδυναμίας που αισθανόταν ο επιβάτης πάνω στο παϊτόνι. Οι περισσότεροι αμαξηλάτες γέρασαν και απεχώρησαν. Κάποιοι τυχεροί, πολλοί λίγοι, απεχώρησαν παίρνοντας για αντάλλαγμα μια άδεια ταξί. Και χάθηκαν οι αμαξηλάτες και οι άμαξες και τα άλογα μαζί. Και καθάρισαν οι δρόμοι από τις ...ακαθαρσίες, όπως έλεγαν κάποιοι "εξηχρονιστές". Και μολύνθηκε η ατμόσφαιρα από τα καυσαέρια, όπως ισχυρίζονται κάποιοι οικολόγοι.

 Ο πιο γνωστός από τους παλιούς αμαξηλάτες της πόλης μας, ο Σαμπρή, σε φωτογραφία του 1982.

Στο βιβλίο μου «Προκτήτωρ Πόλις», στη τελευταία φωτογραφία από την  παλιά πόλη υπάρχει  ένα παιτόνι με άσπρο άλογο μέσα σε ένα δρόμο της πόλης με πολυκατοικίες και από τις δύο πλευρές. Και η λεζάντα αναγράφει: «Πόσο θα αντέξω άραγε ακόμα μέσα σε αυτήν την πόλη;» φαίνεται να αναρωτιέται ο ιδιοκτήτης του Λαντό, ενώ το άλογο με το μελαγχολικό ύφος μάλλον διαισθάνεται το τέλος της …εποχής του»!. Και πράγματι ήταν το τελευταίο παϊτόνι που κυκλοφόρησε στη πόλη. Πρέπει να ήταν, αν δεν απατώμαι,  κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Μετά όλα χάθηκαν. Έγιναν παρελθόν. Και έμειναν μόνο οι αναμνήσεις και οι φωτογραφίες για να μας τα θυμίζουν. Στη πόλη μας βέβαια….  αυτά.

    «Πόσο θα αντέξω άραγε ακόμη μέσα σ΄ αυτήν την πόλη;» φαίνεται να αναρωτιέται ο ιδιοκτήτης του «Λαντό», ενώ το άλογο με το μελαγχολικό ύφος του μάλλον διαισθάνεται το τέλος της …εποχής του»! (από το βιβλίο ¨Προκτήτωρ Πόλις – ταξίδι μνήμης στη πρώιμη Αλεξανδρούπολη», 2006 του Θόδωρου Ορδουμποζάνη).

Γιατί σε πολλές άλλες πόλεις και νησιά της χώρας μας, όχι μόνο υπάρχουν, αλλά και βασιλεύουν, αφού διαφημίζονται για ρομαντικές διαδρομές των επισκεπτών της πόλης  τους και των νησιών τους για να προσελκήσουν περισσότερο τουρισμό.Και αποτελούν πηγή εισοδήματος για τον τόπο τους και στοιχείο προβολης της περιοχής τους..

Υ.Γ. Ευχαριστώ τους ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας oldalexandroupoli.gr για την άδεια να χρησιμοποιήσω φωτογραφίες και  από την ιστοσελίδα τους.