Κυριακή, 14 Ιουνίου 2020

ΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΑΓΟΥΜΙΤΖΑΚΗΣ Ο θεμελιωτής της εκπαίδευσης στη Θράκη



Συμπληρώθηκαν ήδη 101  χρόνια από την υπογραφή της συνθήκης του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919)  μεταξύ της Βουλγαρίας και των νικητριών δυνάμεων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Αγγλίας, Γαλλίας, ΗΠΑ και Ιταλίας) με την οποία η Βουλγαρία παραιτήθηκε υπέρ των  Συμμάχων επί όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της Δυτικής Θράκης και με την  υποχρέωση ν΄ αναγνωρίσει εκ των προτέρων τις μεταγενέστερες αποφάσεις των περί αυτής. Η ανωτέρω παραίτηση είχε σαν αποτέλεσμα, ένα χρόνο σχεδόν αργότερα, (πριν από 100 χρόνια) την παραχώρηση της Θράκης από τους Συμμάχους στην Ελλάδα με τη συνθήκη των Σερβών και τον αποκλεισμό των Βουλγάρων από το Αιγαίο Πέλαγος.

Ανασυγκρότηση της Θράκης



Καταλυτική σημασία στην ανασυγκρότηση της Θράκης «εκ της τέφρας»  ύστερα από έξι χρόνια στυγνής και φρικώδους Βουλγαρικής κατοχής (1913-1919), και πάνω από 400 χρόνια Οθωμανικής επικυριαρχίας,  υπήρξε η απόφαση του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλος, μετά  την εγκατάσταση της Διασυμμαχικής Διοικήσεως στη Θράκη υπό το Γάλλο Στρατηγό Σαρπύ (Charpy),  να δώσει εντολή στον πεπειραμένο πολιτικό Χαρίσιο Βαμβακά, να μεταβεί στην Κομοτηνή, όπου και η έδρα της Διασυμμαχικής Διοικήσεως, και να αναλάβει καθήκοντα  κυβερνητικού εκπρόσωπου της Ελλάδας παρά τη διασυμμαχική διοίκηση .
Είναι γνωστό ότι ο Χαρίσιος Βαμβακάς ως κυβερνητικός εκπρόσωπος της Ελλάδος έφθασε στην Κομοτηνή στις 29 Σεπτεμβρίου του 1919 και ανέλαβε το τιτάνιο και επίπονο έργο της ανασυγκροτήσεως της Δυτικής Θράκης στους τομείς της διοικήσεως, της ασφάλειας και δημοσίας τάξεως καθώς επίσης και  της δικαιοσύνης, της εκπαιδεύσεως, της παλιννοστήσεως, εγκαταστάσεως και περιθάλψεως των προσφύγων, και της εν γένει ομαλής κοινωνικής συνυπάρξεως των δύο σύνοικων στοιχείων της Θράκης, ήτοι των χριστιανών και μουσουλμάνων.

Κωνσταντίνος Λαγουμιτζάκης


Σπουδαίο ρόλο στην  παλιννόστηση και εγκατάσταση των προσφύγων στη Θράκη έπαιξε ένας νεαρός τότε Κρητικός εκπαιδευτικός, ο Κωνσταντίνος Λαγουμιτζάκης, τον οποίο ο Βαμβακάς διόρισε επιθεωρητή εκπαίδευσης της Θράκης.
Το όνομα του Κωνσταντίνου Λαγουμιτζάκη στην Αλεξανδρούπολη το διαβάζουμε στον μαρμάρινη πλάκα που έστησαν οι πρόσκοποι δίπλα στο ταχυδρομείο, σε ανάμνηση της πρώτης έπαρσης της Ελληνικής σημαίας στις 13 Μαΐου του 1920 από τους Προσκόπους. Αναφέρεται σ’  αυτή την πλάκα: «…και πριν ή φέρει ούτος (ο Στρατός) την Σημαίαν μας οι Πρόσκοποι περιήγαγον αυτήν υπερηφάνως εις κατάπληξιν και εχθρών και φίλων. – Κων. Λαγουμιτζάκης – Επιθεωρητής Σχολείων Θράκης – 6 Ιουλίου 1920».


Ο ρόλος του Κων. Λαγουμιτζάκη στην απελευθέρωση της Θράκης

Το ποιός ήταν λοιπόν  ο Κωνσταντίνος Λαγουμιτζάκης, ποιος ο ρόλος του στην απελευθέρωση της Θράκης και ποια η σχέση του με την Αλεξανδρούπολη θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε κυρίως μέσα από ένα βιβλίο του Πολύδωρου Σανδραβέλη που εκδόθηκε στη Χαλκίδα το 2004 με τίτλο «Κωνσταντίνος Λαγουμιτζάκης, δάσκαλος και στρατιώτης» και κάποιες πληροφορίες που συλλέξαμε από την ανεψιά του (κόρη του αδελφού του) και βαφτιστικιά  του  Χαρίκλεια Λαγουμιτζάκη – Σανδραβέλη, που ζει στην Χαλκίδα.
Ο Κωνσταντίνος Λαγουμιτζάκης γεννήθηκε στο Φρε-Αποκορώνου Χανίων το 1987. Γόνος του οπλαρχηγού Γεωργίου Λαγουμιτζάκη, Φούρνου ή Φουρογιώργη. Αν και ορφανός στα 12 του χρόνια, εργαζόμενος σπούδασε  στο Διδασκαλείο από όπου μόλις αποφοίτησε διορίσθηκε ως δάσκαλος στο Ανώτερο σχολείο Αρρένων Φρε, στο οποίο υπηρέτησε μέχρι το 1916, με ενδιάμεσες διακοπές στράτευσής του. Στη διάρκεια αυτής της υπηρεσίας του επέδειξε μεγάλη σχολική και εξωσχολική δραστηριότητα, και μάλιστα σε καινοφανείς για την εποχή του τομείς, για τις οποίες δέχθηκε την άκρα ευαρέσκεια της Γενικής Διοίκησης Κρήτης. 

 Τον Σεπτέμβριο του 1912 κατατάχθηκε εθελοντής, μετέχοντας στους  Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13. Το 1913 βρέθηκε να υπηρετεί ως εθελοντής στη Θράκη, όταν αυτή είχε απελευθερωθεί το πρώτον από τον Ναύαρχο Κουντουριώτη.  Μάλιστα, την 5η Αυγούστου εκείνης της χρονιάς βρέθηκε με τη μονάδα του στο Διοικητήριο της Κομοτηνής, προκειμένου να ξεκινήσει η αναχώρηση των Ελληνικών Στρατευμάτων, σύμφωνα με διαταγή του συμμαχικού στρατηγείου, μετά και την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου. Εκείνη, ακριβώς, την κρίσιμη ώρα, ο Λαγουμιτζάκης προέβη σε μια αυθόρμητη ενέργεια που έμεινε στην ιστορία: Χάραξε,  με τη λόγχη του στον τοίχο του κτιρίου τη γνωστή φράση… «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικιά μας θα ΄ναι». Καθένας μπορεί να φανταστεί τον άμεσο αντίκτυπο εκείνης της ενέργειας στους παριστάμενους. Έτσι δικαιολογούνται και οι μνήμες που άφησε στη Θράκη ο νεαρός τότε εθελοντής από την Κρήτη.
Παρότι η νέα – εθελοντική – επιστράτευσή του (το 1917) δεν άργησε, κατάφερε, στο μεσοδιάστημα 1913-17, να συμπληρώσει τις γνώσεις του στην Ευρώπη (Παρίσι και Βιέννη, λένε οι πηγές). Έτσι δικαιολογείται και η προαγωγή του σε Επιθεωρητή, το 1917.  Η πρώτη του τοποθέτηση ως στέλεχος της Εκπαίδευσης – πριν κλείσει τα 30, δηλαδή – έγινε στην Περιφέρεια των Σφακίων.

Επιθεωρητής Εκπαίδευσης Θράκης

Με βάση αυτήν την προϋπηρεσία, επιλέχθηκε από τον Βενιζέλο να αναλάβει την αποστολή εθνικού περιεχομένου του  Επιθεωρητή της Εκπαίδευσης το 1919-20 στην υπό  διασυμμαχική κατοχή Θράκη, δίπλα στον  Χαρίση Βαμβακά, με ιδιαίτερη έγνοια στην οργάνωση της ελληνικής εκπαίδευσης και την ίδρυση σχολείων αλλά και προσκοπικών ομάδων, προκειμένου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την παλιννόστηση των Ελλήνων προσφύγων (σχολεία για την μόρφωση των παιδιών τους και προσκοπικές ομάδες για την εξωσχολική απασχόληση και περαιτέρω διαπαιδαγώγησή τους).
Είναι ο πρώτος που ήρθε στη Θράκη κατά τον Νοέμβριο του 1919, επί διασυμμαχικής κατοχής, Μόλις είχε απολυθεί από τον στρατό, μετά από διετή υπηρεσία στο Βαλκανικό μέτωπο, ως Επίτροπος του Υπουργείου Παιδείας στην αρχή δίπλα στο Στρατηγό Λεοναρδόπουλο, ο οποίος είχε ήδη καταλάβει την περιοχή Ξάνθης. Μελετήσας κατά τη διαδρομή του προς την Θράκη την κατάσταση της εκπαίδευσης στη περιοχή, πέρασε λαθραία στην Αδριανούπολη και με τη βοήθεια του Μητροπολίτη Πολυκάρπου έψαξε και βρήκε δασκάλους και δασκάλες, τους πέρασε λαθραία από τα Τουρκικά σύνορα και στη συνέχεια τους εγκατέστησε σε διάφορες πόλεις και χωριά της Θράκης. Έτσι άρχισε η πρώτη λειτουργία Ελληνικών σχολείων στη Θράκη. Στη συνέχεια  έψαξε, βρήκε νέους δασκάλους και καθηγητές και ίδρυσε τα πρώτα Γυμνάσια στη Θράκη και συγκεκριμένα στη Ξάνθη, την Κομοτηνή και την Αλεξανδρούπολη, τότε Δεδέαγατς.

Ως  Επιθεωρητής Εκπαίδευσης Θράκης αναπτύσσει εκπαιδευτικό ζήλο και ευαισθησία στους διδάσκοντες μαθητές. Αγωνίζεται για την οργάνωση και λειτουργία σχολείων σ΄ όλες τις πόλεις και τα χωριά της Θράκης και της Λήμνου που είναι η περιφέρειά του, για την εξασφάλιση προσωπικού επάνδρωσης τούτων. Καταβάλλει προσπάθειες για εξεύρεση οικονομικών πόρων από το Κράτος για την ανέγερση σχολικών κτιρίων, με παράλληλη δραστηριότητα ευαισθητοποίησης των κατοίκων, για ενίσχυση της προσπάθειας αυτής. Προσπαθεί να εξοπλίσει τα σχολεία με έπιπλα (θρανία, πίνακες κ.λ.π.), με εποπτικά όργανα και εργαστήρια.
Προτείνει και πετυχαίνει την ίδρυση σε όλες τις πόλεις της Θράκης Προσκοπικών Ομάδων  που στελεχώνει με αξιόλογα στελέχη – εκπαιδευτικούς. Στην  Αλεξανδρούπολη φέρνει από τη Σαμοθράκη, όπου υπηρετούσε, ως δάσκαλο τον Αθανάσιο Σπανό, έναν αξιόλογο εκπαιδευτικό που για πολλά χρόνια μετέπειτα προσέφερε μεγάλες υπηρεσίας στη μόρφωση των παιδιών της πόλης. Λέγεται μάλιστα ότι τον έφερε εσπευσμένα από τη Σαμοθράκη με το αντιτορπιλικό  «Λόγχη», για να αναλάβει την διοργάνωση  των Δημοτικών σχολείων της υπό απελευθέρωση περιοχής. Επίσης έφερε  από την Δυτική Μακεδονία (Σιάτιστα) τον έφεδρο Υπολοχαγό Γεώργιο Φϊτσιο, ως δάσκαλο της Γυμναστικής και Μουσικών αλλά κυρίως για την ίδρυση και λειτουργία της πρώτης  Προσκοπικής Ομάδας του Δεδέαγατς τότε.
Αποτέλεσμα όλων αυτών των προσπαθειών του ήταν όταν τον Μάρτιο του 1920 οι Γαλλικές Στρατιωτικές Αρχές διενήργησαν απογραφή των μαθητών της Θράκης, οι Έλληνες μαθητές βρέθηκαν περισσότεροι από όλους τους άλλους μαζί  μαθητές των  άλλων εθνοτήτων. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι δια της μαθητικής και προσκοπικής κίνησης δόθηκε έμφαση ελληνικής πλειοψηφίας στις πόλεις και τα χωριά της Θράκης που ανάγκασε τους συμμάχους για περαιτέρω εθνικές παραχωρήσεις.

 Ο πατριωτισμός και η αγωνιστικότητα του Κωνσταντίνου Λαγουμιτζάκη ,  αναδείχτηκαν ακόμα περισσότερο κατά τη συμμετοχή του αργότερα στη Μικρασιατική Εκστρατεία όπου τραυματίσθηκε και  παρασημοφορήθηκε τον Δεκέμβριο του 1921 με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας .
Απολυθείς από τον Στρατό επανήλθε εις την Κομοτηνή όπου είχε μεταφερθεί η Γενική Διοίκηση Θράκης και ανέλαβε τα καθήκον τα του Γενικού Επιθεωρητή εκπαίδευσης. Η ίδρυση νέων σχολείων, λόγω της συσσωρεύσεως των προσφύγων, η σύσταση περιφερειών, η εύρεση κτιρίων για να τα μετατρέψει σε διδακτήρια, η ίδρυση νυχτερινών Σχολών, η τακτοποίηση των συγκεντρωθέντων δασκάλων, η εξοικονόμηση των στοιχειωδέστερων διδακτικών μέσων και η επίλυση πολλών άλλων  παρόμοιων  προβλημάτων ήταν οι προτεραιότητές του αλλά και η συνεχής εργασία του.

 Μετά την ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα και την μεταφορά της Γεν. Διοίκησης Θράκης στην Κομοτηνή, υπηρέτησε ως επιθεωρητής εκπαίδευσης της Αλεξανδρούπολης (1923-1928), της Καβάλας (1928-1930) όπου, όπως αναφέρει σε έκθεσή του ο Γενικός Επιθεωρητής Εκπαίδευσης στις 10 Μαΐου 1929 «…όλην την ενεργητικότητά του έχει ρίξει εις την ανέγερσιν διδακτηρίων και τον πλουτισμόν αυτών με εποπτικά μέσα διδασκαλίας…». Και τελικά, με απόφαση του τότε Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου διορίσθηκε στην επιθεώρηση Θεσσαλονίκης όπου το 1935 ήταν ο τελευταίος υπηρεσιακός σταθμός αυτής της δημιουργικής διαδρομής, αλλά και το αποκορύφωμα της εκπαιδευτικής του δραστηριότητας.

Η βράβευσή του από την Ακαδημία Αθηνών

Όμως ο Κωνσταντίνος Λαγουμιτζάκης δεν είχε μόνο αυτές τις αρετές. Μαζί με την πνευματικότητά του , διέθετε και μια ευρύτερη δυνατότητα εκτίμησης των καταστάσεων για να προκόψει ο τόπος, γενικότερα. Το σκεπτικό της βράβευσής του από την Ακαδημία Αθηνών το 1928 αφήνει να εννοηθούν αρκετά. Στην με αριθμό πρωτ. 1395 από 24.12.1928 επιστολή της Ακαδημίας  Αθηνών, πληροφορείται ότι  «….Μεταξύ των βραβευομένων έργων τυγχάνει η εξόχως εθνωφελής και λίαν φιλάνθρωπος δράσις υμών και των Διδασκάλων της υμετέρας περιφερείας (σ.σ.  της περιοχής Αλεξανδρούπολης), εργασθέντων προς ελάττωσιν των αναλφαβήτων, εξύψωσις του εθνικού φρονήματος και διάδοσιν πρακτικών γνώσεων…» και καλείται όπως παραστεί κατά την συνεδρίασιν της 27ης Δεκεμβρίου 1929 για να παραλάβει το απονεμηθέν αυτόν  έπαθλον.
Επίσης η Ακαδημία Αθηνών, πέραν της βράβευσης του Λαγιουμιτζάκη, με την ίδια απόφασή της  απένειμε το  εκ 45.000 δραχμών Μπενάκειον έπαθλον εις ίδρυμα ή διδασκάλους, οίτινες λόγω και έργω συνετέλεσαν εις την ελάττωσιν των αναλφαβήτων και εξύψωσιν του εθνικού φρονήματος των μαθητών μεταξύ των άλλων και εις «…τον Διδασκαλικόν Σύλλογον Αλεξανδρουπόλεως, τον ενθουσιωδώς εργαζόμενον υπό τον Επιθεωρητήν κ. Λαγουμιτζάκην εκτός, εννοείται, των υποχρεωτικών ωρών της διδασκαλίας, προς διάδοσιν γεωργικών γνώσεων, δενδροκομίας, μελισσοκομίας, ζωοτεχνίας, ραπτικής, κεντητικής. Την εργσίαν ταύτην  πιστοποιούσι τα Υπουργεία της Παιδείας, της Γεωργίας και της Εθνικής Οικονομίας…».

 Στην Θεσσαλονίκη λήγει ουσιαστικά η υπηρεσία του και η προσφορά του στην εκπαίδευση.
Αργότερα μέσα στην κατοχή, στις 11 Απριλίου 1943 ο Κωνσταντίνος Λαγουμιτζάκης, αφήνει την  τελευταία του πνοή στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» των Αθηνών,  και ενταφιάστηκε την επομένη στο νεκροταφείο του Ζωγράφου, συνοδευόμενος από πολύ λίγους φίλους και συγγενείς, που  κατόρθωσαν λόγω της κατοχής να προσέλθουν στην Αθήνα και να παραβρεθούν στη κηδεία του. Σήμερα ο Κωνσταντίνος Λαγουμιτζάκης τιμάται στην ιδιαιτέρα του πατρίδα του, το χωριό Φρες – Αποκορώνου – Χανίων, όπου έχει ανεγερθεί η και η προτομή του, ενώ εδώ στη Θράκη και κυρίως στην Αλεξανδρούπολη, όπου προσέφερε τις πολύτιμες υπηρεσίες του μάλλον αγνοείται. Ευτυχώς που οι Πρόσκοποι της πόλης τον θυμήθηκαν και ανέγραψαν το όνομά του στο μνημείο που υπενθυμίζει την συνεισφορά των Προσκόπων στην απελευθέρωση της πόλης.