Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Αναμνήσεις από την απελευθέρωση του Δεδέαγατς

Το 1995, όταν ήμουν Περιφερειακός έφορος Προσκόπων Έβρου, μαζί με την Ένωση Παλαιών Προσκόπων Αλεξανδρούπολης, κάναμε μία προσπάθεια να καταγράψουμε την ιστορία του Προσκοπισμού στον Έβρο. Έκπληκτοι τότε διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν ακόμη εν ζωή τρείς συμπολίτες μας, οι οποίοι υπήρξαν μέλη της πρώτης Προσκοπικής Ομάδας Δεδέαγατς, που είχε ιδρυθεί στη πόλη μας το φθινόπωρο του 1919. Επρόκειτο για τον Αθανάσιο Μανιά, τον Αθανάσιο Κριτού και τον Παναγιώτη Καλφούδη που έζησαν όλα τα γεγονότα της απελευθέρωσης της πόλης. Ανήμερα της 75ης επετείου της απελευθέρωσης της πόλης, 14.5.1995, καλέσαμε τους ανωτέρω να αναπαραστήσουν την ιστορική στιγμή της έπαρσης της Ελληνικής σημαίας την ημέρα της απελευθέρωσης, το δε Σώμα Ελλήνων Προσκόπων, δια του Εφόρου Περιφερείας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Στάθη Πολυχρονιάδη, Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, παρασημοφόρησε τους ανωτέρω, μαζί με την σημαία της Περιφερειακής Εφορείας Προσκόπων Έβρου, για τις μακρόχρονες υπηρεσίες που προσέφερε ο Τοπικός Προσκοπισμός στη περιοχή.
Στις 19 Μαϊου 1995 στο Δημοτικό Θέατρο Αλεξανδρούπολης, ο αείμνηστος Δήμαρχος Ηλίας Ευαγγελίδης και η Ένωση Παλαιών Προσκόπων Αλεξανδρούπολης τίμησε τους ανωτέρω σε ειδική τελετή. Στις εκδηλώσεις αυτές δεν παρέστη ο Παναγιώτης Καλφούδης, λόγω προβλημάτων υγείας. Στα πλαίσια των ιδίων εκδηλώσεων πραγματοποιήθηκε στην τοπική τηλεόραση στις 12 Μαΐου 1995 ειδική εκπομπή με τον δημοσιογράφου Δημοσθένη Δούκα, στην οποία οι Αθανάσιος Μανιάς και Αθανάσιος Κριτού διηγήθηκαν πως βίωσαν οι ίδιοι την εποχή της απελευθέρωσης της πόλης.

19 Μαϊου 1995: Ο Δήμαρχος της πόλης Ηλίας Ευαγγελίδης με τα τιμώμενα πρόσωπα Αθανάσιο Κριτού (αριστερά) και Αθανάσιο Μανιά δεξιά.

Οι αφηγήσεις των ανωτέρω, οι οποίοι κατά την απελευθέρωση της πόλης ήταν 11 και 14 ετών αντίστοιχα, έχουν πολύ ενδιαφέρουν κυρίως για ιστορικούς λόγους. Έτσι αφού απομαγνητοφωνήσαμε την συνέντευξή τους, που διήρκησε πλέον των δύο ωρών, παραθέτουμε κάποια, κατά την κρίση μας σημαντικά, αποσπάσματα. Σημειώνεται επίσης ότι οι αφηγήσεις, κατά τις επισκέψεις μας στο σπίτι του στη Μάκρη, για το ίδιο θέμα από τον απουσιάζοντα στη συνέντευξη Παναγιώτη Καλφούδη, συμπίπτουν απολύτως με αυτές του Αθανάσιου Μανιά.

Πως βίωσε τα γεγονότα ο Αθανάσιος Μανιάς

«……..Ο Χαρίσης Βαμβακάς, με μεγάλη δραστηριότητα και πολύ ζήλο, κατόρθωσε πολύ γρήγορα να επαναπατρίσει όλους τους κατοίκους της Θράκης, οι οποίοι στα χρόνια του πολέμου είχαν καταφύγει στην ελεύθερη Ελλάδα ως πρόσφυγες ή είχαν εκτοπιστεί ως όμηροι στη Βουλγαρία. Κατόρθωσε να λειτουργήσουν όλα τα Ελληνικά σχολεία της Θράκης. Να λειτουργήσουν οι εκκλησίες. Να διορίσει ικανούς Έλληνες υπαλλήλους στις υπηρεσίες της Διασυμμαχικής Κατοχής, να ιδρυθούν και να λειτουργήσουν καταστήματα των Ελληνικών τραπεζών σε όλες τις πόλεις της Δυτικής Θράκης και γενικά με όλα αυτά τα μέτρα να επιτύχει τη γρήγορη αποκατάσταση της Ελληνικής φυσιογνωμίας της περιοχής μας……».
«………Μεταξύ των μέτρων που πήρε ο Βαμβακάς για τον σκοπό αυτό (επαναπατρισμό των προσφύγων Ελλήνων στη Θράκη), ήταν η ίδρυση προσκοπικών ομάδων σε όλες τις πόλεις της Θράκης και φυσικά στο δικό μας τότε Δεδέαγατς. Η προσκοπική μας ομάδα με τις συχνές εξόδους και τις εκδρομές, με ξεδιπλωμένη την ελληνική προσκοπική σημαία, με τις σάλπιγγες και τις τυμπανοκρουσίες, παρελαύνοντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης και τραγουδώντας τα θούρια και τα εμβατήρια της εποχής εκείνης …..προκαλώντας έτσι ρίγη συγκίνησης και ενθουσιασμού στους κατοίκους της πόλεως, οι οποίοι προ λίγου καιρού είχαν υποστεί όλη τη βαρβαρότητα και τις καταπιέσεις της Βουλγαρικής κυριαρχίας. Αυτό τόνιζε με έμφαση την ελληνικότητα της Θράκης και δημιουργούσε ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο…….».
Στο σημείο αυτό επιδεικνύεται στον Αθανάσιο Μανιά μια φωτογραφία και την σχολιάζει:

«…..Είναι Πάσχα του 1920. Πίσω από τον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου στην Αλεξανδρούπολη. Πρέπει να είναι Πάσχα, βλέπετε ότι ψήνουμε αρνιά. Εγώ είμαι ο 2ος μετά τον Αρχηγό των Προσκόπων. Είναι ο δάσκαλος ο Σπανός, δίπλα του ο αρχηγός μας Γιώργος Φίτσιος και ο Λαγουμιτζάκης. Έχω μερικούς σημειωμένους, τώρα δεν μπορώ να τους θυμηθώ όλους. Ο Καλφούδης, ο Αποστόλου, με στολή αρχηγού ο Παπαδόπουλος, Μανιάς, Στράτος Παπουτσάκης, Γιορδαμλής, Κοτζιάς και ο Μενέλαος Μαστράφης. Όλοι δυστυχώς είναι πεθαμένοι. Και ο Κοτζιάς. Αυτούς αναγνώρισα. Στη φωτογραφία αυτή είναι και ο πατέρας του μικρότερου προσκόπου που είχαμε τότε στην ομάδα μας, του Ορέστη Κολοζώφ. Ο γιος του είναι σήμερα στέλεχος του Κ.Κ.Ε. Τον είχα τότε στην Ενωμοτία μου......»
Σε τι βαθμό φθάσατε στον Προσκοπισμό;
«…..Εγώ δεν έμεινα και πολύ γιατί έφυγα το 22, όσο ήμουνα στον προσκοπισμό ήμουν αρχηγός της ομάδας, δηλαδή ενωμοτάρχης. Ο Γεώργιος Φίντζος, ήταν ο δάσκαλός μας στο δημοτικό σχολείο και μας έκανε γυμναστική μουσική και ήταν ο αρχηγός όλων των Προσκόπων….»
Πριν από την απελευθέρωση, στις 13 Μαΐου 1920 τι γινόταν;
«…..Καθόμουνα στο σπίτι που κάθεται σήμερα ο Αθανάσιος Χριστοδούλου, στην οδό Παλαιολόγου, ένα διώροφο παλιό σπίτι, δίπλα στο σημερινό ξενοδοχείο «Αθήνα». Εκεί καθόταν ο Ματζίδης, παλιός κάτοικος του Δεδέαγατς και έμπορος, ήταν συνεταίρος του πατέρα μου στον επαναπατρισμό. Όχι, δεν το περιμέναμε. Η έλευση των Ελληνικών στρατευμάτων ήταν εντελώς ξαφνική. Θα σας πω γιατί; Ο Βενιζέλος αγωνιζόταν, όπως σας είπα, στο συνέδριο της ειρήνης, επικαλούμενος τις ένδοξες και λαμπρές νίκες του Ελληνικού στρατού και τη συμβολή του στην έκβαση του τελικού αποτελέσματος του πολέμου υπέρ των συμμάχων. Επικαλούμενος την ελληνικότητα της περιοχής αυτής, αξίωσε από τους συμμάχους την απόδοση της Θράκης στην Ελλάδα, εξαντλώντας όλες του τις διπλωματικές ικανότητες και τα ευφυή επιχειρήματά του για τα οποία εθαυμάστη στα συνέδρια της ειρήνης και δεχθεί πολλές φορές τα συγχαρητήρια των συνέδρων. Τα αποτελέσματα του αγώνα του δεν άργησαν να φανούν, επέτυχε τον γαλλικό στρατό της διασυμμαχικής κατοχής να αντικαταστήσει ο ελληνικός στρατός, ως στρατός διασυμμαχικής κατοχής πάλι……».
«…….Ένα πρωί, στις 13 Μαΐου του 1920, ημέρα Τετάρτη, μας έστειλαν από το σχολείο στα σπίτια μας να βάλουμε τις προσκοπικές μας στολές, προκειμένου να παραστούμε σε μια τελετή υποστολής της γαλλικής σημαίας και της έπαρσης της ελληνικής. Συγκεντρωθήκαμε στο προαύλιο του σχολείου μας, συνταχθήκαμε πρόσκοποι και από εκεί με βήμα καμαρωτό, ζωηροί, ευθαλείς, (ήμασταν καμιά πενηνταριά), με αδιάκοπα σαλπίσματα και τυμπανοκρουσίες, με βήμα καμαρωτοί πορευθήκαμε προς το ταχυδρομείο το σημερινό, το οποίο τότε ήταν το διοικητήριο των διασυμμαχικών δυνάμεων κατοχής. Εμπρός από το διοικητήριο αυτό και σε μια απόσταση 6-7 μέτρων υπήρχε ένας πανύψηλος ιστός πάνω στον οποίο κυμάτιζε η τρίχρωμη σημαία της Γαλλίας. Τέσσερα - πέντε βήματα μετά από τον ιστό αυτό ήταν παραταγμένο ένα απόσπασμα του γαλλικού στρατού, αποικιακού γαλλικού στρατού, από Σενεγαλέζους. Στο αριστερό της παρατάξεως αυτής, μεταξύ μάλλον του αριστερού της παρατάξεως και της γωνίας του κτιρίου είχαν παραταχθεί καμιά δεκαπενταριά Έλληνες χωροφύλακες και οι επίσημοι τότε της πόλης, ο δήμαρχος, ο δεσπότης, οι εκπαιδευτικοί, οι προϊστάμενοι και οι υπάλληλοι των υπηρεσιών της διασυμμαχικής κατοχής. Στην ανατολική πλευρά μεταξύ του δεξιού της παρατάξεως της στρατιωτικής δυνάμεως και της δυτικής γωνίας του κτιρίου είχε παραταχθεί η προσκοπική μας ομάδα. Αμέσως μετά το πέρας αυτής της παρατάξεως, βγήκε από το κτίριο ο διοικητής των δυνάμεων, Γάλλος αξιωματικός, διοικητής των διασυμμαχικών δυνάμεων κατοχής, συνοδευόμενος από τους επιτελείς του. Και υπό τους ήχους των σαλπίγγων, την παρουσίαση όπλων εκ μέρους του στρατιωτικού αποσπάσματος και των χωροφυλάκων και κοντών από την ομάδα μας. Και ενώ ο Γάλλος διοικητής και οι περί αυτόν αξιωματικοί, σε στάση προσοχής, χαιρετούσαν συντεθλιμμένοι, έγινε η υποστολή της γαλλικής σημαίας. Με την ίδια ακριβώς διαδικασία ακολούθησε η έπαρση της ελληνικής σημαίας. Μετά το πέρας της σύντομης αυτής τελετής, τα τμήματα αποχώρησαν, οι επίσημοι αποχώρησαν. Και όταν εξαφανίσθηκαν όλοι, δεν ακούστηκαν ζητωκραυγές, δεν ακουστήκαν επευφημίες. Λαός δεν υπήρχε γιατί ήταν τόσο ξαφνικό. Αν και πληροφορήθηκα από τον Χαράλαμπο Καρυωτάκη ότι προ οκταημέρου ήταν γνωστή μια κάποια τέτοια κίνηση, επροετοιμάζοντο δηλαδή εδώ οι αρχές. Αλλά όλα αυτά ήταν απόρρητα, όχι απλά εμπιστευτικά. Αυτά έγιναν γύρω στις δέκα το πρωί…..».
«……Στις 13 Μαΐου δεν υπήρχε ελληνικός στρατός στη πόλη, μόνο 15 χωροφύλακες. Σύμφωνα με τις διαταγές των συμμάχων και τις οδηγίες του Στρατηγού Σαρπή, έπρεπε να αποχωρήσουν τα γαλλικά στρατεύματα πρώτα από τις θέσεις που κατείχαν στη Δυτική Θράκη και να επακολουθήσει η κατάληψη των θέσεων αυτών από τον ελληνικό στρατό εντός του επόμενου εικοσιτετραώρου. Οι Γάλλοι έφυγαν στις 13 και τότε έγινε η τελετή υποστολής της γαλλικής σημαίας και η έπαρση της ελληνικής. Εκείνο το βράδυ, η Αλεξανδρούπολη, το Δεδέαγατς τότε, έμεινε αφύλακτο διότι έφυγαν τα γαλλικά στρατεύματα, ελληνικός στρατός δεν υπήρχε και ήταν εκτεθειμένο στους κινδύνους προκρίσεως ταραχών από τους Κομιτατζήδες. Και για αυτό την ίδια μέρα συγκροτήθηκε μια ομάδα πολιτοφυλάκων από τους προκρίτους και τους πιο ενεργούς πολίτες της Αλεξανδρούπολης τότε, οι οποίοι όλο εκείνο το βράδυ φύλαγαν όλα τα κύρια σημεία της πόλεως και ιδιαίτερα τη μάνα του νερού όπως τη λέγαμε τότε, το υδραγωγείο για να αποτρέψουν τον κίνδυνο δηλητηριάσεως των υδάτων. Φαντάζεστε την απορία μου, όταν στις 14 το πρωί είδα τον πατέρα μου να επιστρέφει με το «μάλιχερ» στο χέρι και τα «αποσικλίκια» στο στήθος. Αυθόρμητα οργανώθηκαν οι πολιτοφύλακες για να μη μείνει ένα βράδυ αφύλακτη η Αλεξανδρούπολη και κινδύνευε από τους κομιτατζήδες, οι οποίοι γύρευαν ευκαιρία για να δημιουργήσουν προβλήματα στην Ελληνική διοίκηση.».
«……Από τα ξημερώματα, στη θάλασσα μπροστά στο λιμενίσκο τότε του Δεδέαγατς, κατέπλευσε η νηοπομπή η οποία μετέφερε από τον κόλπο των Ελευθερών την μεραρχία υπό τον στρατηγό Μαζαράκη – Αινιάν και άρχισε η αποβίβαση σε μια προβλήτα που είχε ετοιμαστεί προ ολίγων ημερών. Για αυτό λέμε ότι ήταν ίσως γνωστή στους επισήμους, ότι κάτι θα συνέβαινε εκείνες τις ημέρες. Είχε προετοιμασθεί η προβλήτα αυτή από τον διοικητή μηχανικού των δυνάμεων της διασυμμαχικής κατοχής, τον μηχανικό Παπαλεονάρδο, τον οποίο είχε διορίσει ο Βαμβακάς στη θέση αυτή προ καιρού μαζί με τους άλλους Έλληνες υπαλλήλους που διόρισε στις υπηρεσίες της διασυμμαχικής κατοχής. Κυρίως για την αποβίβαση του πυροβολικού και των οχημάτων της μεραρχίας. Στην παραλία είχε συγκεντρωθεί βέβαια κόσμος, ο οποίος, ενθουσιώδης και χαρούμενος, παρακολουθεί την αποβίβαση του στρατού, ο οποίος, όπως είπε ο Θανάσης Κριτού, δεν έμεινε στην Αλεξανδρούπολη, αλλά προωθήθηκε προς το εσωτερικό για να καταλάβει άλλα επίκαιρα σημεία της σιδηροδρομικής γραμμής προς πόταμο, Φέρετσικ κ.λ.π.
Κατά τις 10 το πρωί αποβιβάσθηκε ο Διοικητής της μεραρχίας Μαζαράκης – Αινιάν και συνοδευόμενος από τους Δημογέροντες, τους επισήμους, τον Δεσπότη και τον Δήμαρχο, που πήγαν να τον υποδεχθούν στο καράβι και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, όπου έψαλλει τότε η ευχαριστήριος δοξολογία με τον χοροστατούντα τότε Μητροπολίτη Αργυροκάστρου, γιατί ο Ιωακείμ, έλλειπε, ήταν Συνοδικός. Μετά την δοξολογία επακολούθησε δεξίωση στο Μητροπολιτικό Μέγαρο κατά την οποία υπεγράφη και το πρακτικό για την απελευθέρωση της πόλης από τον Ελληνικό στρατό….».

Αναμνήσεις του Αθανάσιο Κριτού

«……..Ήρθαμε στην Αλεξανδρούπολη, παραμονή Χριστουγέννων του 1919. Οι οικογένειες μας τότε έκαναν μέσα σε 4-5 χρόνια 2 και 3 φορές πρόσφυγες και ξέρετε τι θα πει προσφυγιά. Να εγκαταλείπεις τα πάντα και να ξαναδημιουργείς οικογένεια απ΄ την αρχή. Όταν έγινε ο δεύτερος Βαλκανικός πόλεμος πήρανε οι Βούλγαροι από την Μάκρη και την Αλεξανδρούπολη όλους τους άρενες ως ομήρους. Οι μεν Μακρινοί φύγανε όλοι πλην δύο. Ο ένας ο Δημήτριος Πιάουζερ ο οποίος τους ήξερε καλά γιατί είχε υπηρετήσει στον Μακεδονικό αγώνα, κρύφθηκε και ο πατέρας του Αντώνη Γούδα, που τον είχαν κρύψει και αυτόν οι Τούρκοι. Όλους τους άλλους τους πήραν όμηρους. Και από την Αλεξανδρούπολη πήραν πολλούς, όσους δεν είχαν να πληρώσουν, γιατί βρήκαν την ευκαιρία να πλιατσικολογήσουν. Όποιον έβλεπαν ότι ήταν πλούσιος του ζητούσαν 200 λίρες για να απαλλαγή. Άλλοι που ήταν φτωχότεροι έδιναν 200 γαλλικά φράγκα. Ευτυχώς Αλεξανδρουπολίτες έφυγαν πολύ λίγοι. Αυτοί (οι όμηροι) πήγαν στη Βουλγαρία και όταν υπογράφηκε η συνθήκη του Βουκουρεστίου στις 10.8.1913 και επιδικάσθηκε η Θράκη στη Βουλγαρία τους άφησαν ελεύθερους. Επειδή η Θράκη επιδικάσθηκε στους Βουλγάρους πάλι, η Ελλάδα έστειλε πλοία και σήκωσε όλο τον πληθυσμό και από την Μάκρη και από την Αλεξανδρούπολη και από όλα τα παράλια μέχρι την Μαρώνεια. Εμείς από την Μάκρη και την Αλεξανδρούπολη πήγαμε στη Σαμοθράκη και κατασκηνώσαμε στη Παλαιάπολη. Εκεί ήρθαν και οι γονείς μας και μας βρήκαν. Από εκεί άλλοι πήγαν στη Λήμνο και υπέστησαν ακόμη μία προσφυγιά. Εμείς πήγαμε στη Θεσσαλονίκη. Ξαναγυρίσαμε και μας κάνανε δεύτερο διωγμό. Πήγαμε στη Καβάλα, όπου καθίσαμε δύο χρόνια. Από τη Καβάλα φύγαμε στις 30.8.1916. Την επομένη μπήκαν οι Βούλγαροι. Μπήκαμε σε ένα ιστιοφόρο και πήγαμε στη Θάσο και από εκεί στη Θεσσαλονίκη…….»
«......Πρόσκοποι ήταν όλοι οι μαθητές του Γυμνασίου και οι μαθητές του Δημοτικού. Εγώ πιστεύω ότι η ίδρυση του Προσκοπισμού προηγήθηκε της ιδρύσεως του Γυμνασίου. Γιατί Δημοτικό Σχολείο είχε ανοίξει και λειτουργούσε από τον δάσκαλο Αθανάσιο Σπανό. Όταν ήρθαμε λειτουργούσε Δημοτικό Σχολείο. Ο Κωνσταντίνος Λαγουμιτζάκης είχε διοριστεί Επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαίδευσης. Αυτουνού ιδέα ήταν να ιδρυθεί ο Προσκοπισμός στην Θράκη….».
Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Αθανάσιος Μανιάς και λέει:
«Ο γιος του Αθανάσιου Σπανού, ο οποίος είναι 90 χρόνων, με τον οποίο επικοινωνώ, μου έλεγε ότι στη Σαμοθράκη λειτούργησε (ο Προσκοπισμόις) από το 1917».
Και συνεχίζει ο Αθανάσιος Κριτού:
«……Ο Λαγουμιτζάκης βρήκε τον κατάλληλο άνθρωπο να προάγει τον Προσκοπισμό στο πρόσωπο του Γεωργίου Φίντζου. Ήταν δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο και Γυμναστής και Μουσικός. Ήταν αξιωματικός του Ελληνικού στρατού, Ανθυπολοχαγός και ήρθε εδώ απεσταλμένος από κάτω και έκανε τον Δάσκαλο, με αποστολή να δημιουργήσει την υποδομή στην νεολαία, πριν από την απελευθέρωση, για να ετοιμάσει το έδαφος….».
«…Είχαμε φοιτήσει το πρώτο τρίμηνο του σχολικού έτους 1919-1920 στο Γαλλικό σχολείο. Ήρθαμε εδώ και περιμέναμε να λειτουργήσει Γυμνάσιο, αλλά δεν έγινε τίποτε και αναγκασθήκαμε να γραφτούμε στη Γαλλική Σχολή, που ήταν ο Πατέρας Γκαϊτάρ της Καθολικής Εκκλησίας. Εκεί όμως φοιτούσαν και τα παιδιά των Βουλγάρων, γιατί οι Βούλγαροι δεν είχαν φύγει. Ήταν διασυμμαχική κατοχή και κατείχαν όλες τις υπηρεσίες. Κάθε μέρα γινότανε καυγάδες μεταξύ των Ελλήνων και των Βουλγάρων μαθητών. Ευτυχώς είχα συμμαθητή τον Κόμνο τον Σαβγαλή, ψιλός, γερός, λεβεντόπαιδο και τον Λιλή τον Λεονταρίδη, που ήταν αθλητές και τον Πασχάλη τον Μαστράφη, γερό παιδί και αυτός. Και παρ΄ όλο που έτρωγαν (οι Βούλγαροι) ξύλο κάθε μέρα δεν υποχωρούσαν. Είχαν θράσος μέσα τους και απορούσαμε από πού αντλούσαν το θάρρος αυτό. Οπότε βαρεθήκαμε γιατί είχε γίνει η ζωή μας αβίωτη, και πήγαμε στον Σπανό τον Δάσκαλο και τον παρακαλέσαμε να φροντίσει να ιδρυθεί και εδώ Γυμνάσιο γιατί βλέπαμε ότι θα χάσουμε την χρονιά. Και πράγματι, ο καλός εκείνος ο Δάσκαλος, ενημέρωσε αμέσως τις Ελληνικές αρχές. Προηγουμένως είχαν ιδρυθεί Γυμνάσια στην Ξάνθη και την Κομοτηνή. Και η μεν Ξάνθη είχε 6 μαθητές η δε Κομοτηνή 7. Μόλις ιδρύθηκε εδώ Γυμνάσιο όλοι αυτοί φοίτησαν τελικά στο Γυμνάσιο Δεδέαγατς όπου μεταφέρθηκαν. Ιδρυθήκαν δύο οικοτροφεία και δόθηκε δωρεάν σήτιση. Το Δεδέαγατς συγκέντρωσε 67 μαθητές Γυμνασίου μαζί με τους μαθητές από το Διδυμότειχο, Σουφλί, Φέρες και Σαμοθράκη…….».
Φωτογραφίες:
1η: 14. Μαΐου 1995. Ο Έφορος Προσκόπων Αν. Μακεδονίας-Θράκης Στάθης Πολυχρονιάδης και ο Περιφερειακός Έφορος Προσκόπων Θόδωρος Ορδουμποζάνης έχοντας στη μέση τα τιμώμενα πρόσωπα Αθανάσιο Μανιά και Αθανάσιο Κριτού.
2η : 19 Μαϊου 1995. Ο Δήμαρχος της πόλης Ηλίας Ευαγγελίδης με τα τιμώμενα πρόσωπα Αθανάσιο Κριτού στα αριστερά του και Αθανάσιο Μανιά στα δεξιά του. Παραπλεύρως ο Περιφερειακός Έφορος Προσκόπων Αλεξανδρούπολης Θόδωρος Ορδουμποζάνης και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Παλαιών Προσκόπων Αλεξανδρούπολης Σταμάτης Πολυμερούδης.
3η: 14 Μαΐου 1995. Ο Έφορος Προσκόπων Αν. Μακεδονίας Θράκης Στάθης Πολυχρονιάδης παρασημοφορεί εκ μέρους του Σ.Ε.Π. τον Πρόσκοπο του 1920 Αθανάσιο Μανιά
4η : 14. Μαΐου 1920. Ο Χαρίσης Βαμβακάς με τον Στρατηγό Ζυμβρακάκη επιθεωρεί άγημα Προσκόπων στην Κομοτηνή.
5η : Άνοιξη του 1920. Η πρώτη προσκοπική ομάδα του Δεδέαγατς με τον Αρχηγό της Γεώργιο Φίτσιο στο μέσον και τους Υπαρχηγούς Νίκο Πρωτόπαπα και Γεώργιο Κολοζώφ.
6η : Πάσχα του 1920. Πρόσκοποι και Αρχές του Δεδέαγατς ψήνουν αρνιά πίσω από την Μητρόπολη.
7η : Άποψη του Δεδέαγατς λίγο πριν την απελευθέρωσή του.
8η : Πρωί της 13ης Μαΐου 1920. Η Προσκοπική ομάδα του Δεδέαγατς συντεταγμένη έξω από το Σχολείο στον αυλόγυρο της Μητρόπολης, λίγο πριν ξεκινήσει για να αποδώσει τιμές στην έπαρση της Ελληνικής Σημαίας μπροστά στο Διασυμμαχικό Στρατηγείο (σημερινό ταχυδρομείο).
9η : 14η Μαΐου 1995. Αναπαράσταση της έπαρσης της Ελληνικής σημαίας εβδομήντα πέντε (75) χρόνια μετά από τους επιζώντες προσκόπους του 1920 Αθανάσιο Κριτού και Αθανάσιο Μανιά.
10η : Ο Αρχηγός της πρώτης προσκοπικής ομάδας του Δεδέαγατς Γεώργιος Φίτσιος.
11η : Ιδιόγραφο επιστολικό σημείωμα του Γεωργίου Φίτσιου προς τον συμπολίτη μας και πατέρα του Προσκόπου Νικόλαου Καλογύρου Ιωάννη Καλογύρου «ως τεκμήριον ευγνωμοσύνης» σφραγισμένο με τις σφραγίδες που αναγράφουν «ΣΩΜΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ – ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ» και «ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ – 1η ΟΜΑΔΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ».
12η : 13 Μαΐου 1920. Ο Στρατηγός Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν με τους επιτελείς του επάνω στο πλοίο «Μυκάλη» εν πλω προς το λιμάνι του Δεδέαγατς.
13η : 14 Μαΐου 1920. Ο Στρατηγός Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν χαιρετά το Προσκοπικό άγημα κατά την αποχώρησή του από την Μητρόπολη όπου είχε υπογράψει το Πρωτόκολλο απελευθέρωσης της πόλης.
14η : 14 Μαΐου 1995. Ο Έφορος Προσκόπων Αν. Μακεδονίας Θράκης Στάθης Πολυχρονιάδης παρασημοφορεί εκ μέρους του Σ.Ε.Π. τον Πρόσκοπο του 1920 Αθανάσιο Κριτού.
15η : Άνοιξη του 1920. Μαθητές του Γυμνασίου του Δεδέαγατς σε ασκήσεις Γυμναστικής στην παραλία της πόλης.
16η : Πιστοποιητικό της Περιφέρειας Δυτικής Θράκης του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων που βεβαιώνει ότι ο Παναγιώτης Καλφούδης υπήρξε ενωμοτάρχης της Προσκοπικής ομάδας Δεδέαγατς για ένα έτος και τρεις μήνες.
17η : 14 Μαϊου 1920. Ο Στρατηγός Μαζαράκης χαιρετά τους κατοίκους του Δεδέαγατς από τον εξώστη της Μητρόπολης Δεδέαγατς.
18η : Ο Πρόσκοπος Ευστράτιος Παπουτσάκης που υπήρξε μέλος της πρώτης Προσκοπικής Ομάδας Δεδέαγατς.

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Δεδε - Αγάτς, Νεάπολη, Αλεξανδρούπολη (Το θέμα της ονοματοδοσίας της πόλις)

Πολλή συζήτηση έχει γίνει και πολλά έχουν γραφτεί για την ονομασία της πόλης της Αλεξανδρούπολης. Ποιος πρότεινε τα διάφορα ονόματα (από Ντεντε Αγάτς σε Νεάπολις και στη συνέχεια Αλεξανδρούπολις); Πότε τα πρότειναν; Και από πότε και αν είχαν επισημοποιηθεί από την πολιτεία ή κάποια άλλη αρχή; Με την ευκαιρία της 89ης επετείου της ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και τα «Ελευθέρια» της πόλης, παρουσιάζονται κάποια στοιχεία που πιθανόν να βοηθήσουν να λυθεί το θέμα αυτό.

Το Δεδε Αγάτς ή Δεδεαγάτς
Μ
έχρι την απελευθέρωση της Θράκης, δηλαδή μέχρι την 14η Μαΐου 1920, η πόλη αναφέρεται ως Δεδεαγάτς ή Δεδέ Αγάτς ή Δεδεαγάτσιον και στα Τούρκικα ως Ντεντέ Αγάτς που κατά την επικρατούσα άποψη σημαίνει το «Δέντρο του Ντεντέ». Υπάρχει και η άλλη άποψη ότι σημαίνει το «Δάσος της Δρυός», από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι όλη η ευρύτερη περιοχή όπου κτίσθηκε η νέα πόλη καλύπτεται από μεγάλα και πυκνοφυτευμένα δέντρα δρυός. Η γνωστή αυτή ιστορία του μοναχού Ντεντέ, μάλλον μοιάζει με μύθο, παρά με πραγματικό γεγονός. Και τούτο διότι δεν υπάρχουν όλα εκείνα τα στοιχεία – ευρήματα που επιβεβαιώνουν αυτή την ιστορία. Και όλοι όσοι αναφέρονται στο γεγονός αυτό ως γενεσιουργού αιτίας του ονόματος ξεκινούν την αναφορά τους «Λέγεται ότι στην περιοχή ήρθε και μόνασε κάποτε ένας μοναχός ονόματι Ντεντέ κ.λ.π.).
Ο Αθανάσιος Κριτού στο βιβλίο του «Αλεξανδρούπολη – Η εκατοντάχρονη ιστορία της 1878 – 1978» στο κεφάλαιο «Προϊστορία της Πόλης» (σελ. 63 επ.) αναφέρει:
«Όλη αυτή η περιοχή ονομάζονταν μέχρι της 8ης Ιουλίου 1920 "ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ" που σημαίνει «Δένδρο του Ντεντέ». Η λέξη «ΝΤΕΝΤΕ» δεν είναι κύριο όνομα, αλλά προσωνυμία και προσδίδεται από τους Μωαμεθανούς σε κάθε σεβάσμιο πρόσωπο και φιλόθρησκο ιερωμένο που ζει ως ερημίτης, διάγει ασκητική ζωή με νηστείες, στερήσεις και προσευχή. Ο Ντεντές αυτός διαβιούσε κάτω από τη σκιά αιωνόβιας βαλανιδιάς, που βρίσκονταν στη παραλιακή λεωφόρο Βασιλιά Αλεξάνδρου, μπροστά στο πεζοδρόμιο του άλλοτε θερινού κινηματογράφου «ΕΒΡΟΣ», ιδιοκτησίας Παναγ. Παπαδόπουλου, κοντά στο σημερινό Νομαρχιακό Κατάστημα. Στη ρίζα της Βαλανιδιάς αυτής τάφηκε ο Ντεντές».
Στη συνέχεια ο συγγραφέας πιθανολογεί ότι ο ιερωμένος αυτός προερχόταν από το Μοναστήρι Τεκέ της Μάκρης που ονομαζόταν ΣΑΝΤΖΑΚΤΑΡ ή από τον Τεκέ του χωριού Τασλίκ (Πετρωτά) ονόματι ΧΙΔΗΡ που βρίσκεται μεταξύ Μάκρης και Μαρώνειας. Οι Τεκέδες αυτοί ήταν ιδιοκτησίας του Μεχμέτ Εντίπ, εγγονού του Σεχισλάμη Μεχμέτ Αρίφ, εκ των μεγάλων νομομαθών του ισλαμικού ιερού δικαίου, Ο ερημίτης Ντεντέ διαφώνησε με τον ανωτέρω Μεχμέτ Εντίπ είτε ως προς την πιστή τήρηση των ιερών κανόνων του Ισλάμ (ως αίρεση) είτε ως προς τον τρόπο διαβιώσεως (τήρηση νηστειών κλπ.) γιατί ο ιδιοκτήτης των δύο Τεκέδων είχε μεγάλη περιουσία από αγροκτήματα, ελαιώνες, χωράφια, δασώδεις εκτάσεις κ.λ.π. και ολόκληρο το λοφίσκο ΤΕΚΕ ή ΑΛΩΝΙΑ στη Μάκρη, εκτάσεως 54 περίπου στρεμμάτων, στο μέσο των οποίων βρισκόταν το κτίσμα, το οποίο διατηρείται και μέχρι σήμερα ως στερεάς κατασκευής, και τα οποία κτήματα πώλησε το 1882 στον Προύχοντα της Μάκρης Παναγιώτη Εμμ. Δούκογλου (Δουκίδη). Για τους ανωτέρω λόγους ο Ντεντέ εγκατέλειψε το ΤΕΚΕ Μάκρης ή του Τασλίκ και ήρθε στο ερημικό και πυκνό τότε από τεράστιες βαλανιδιές δάσος της περιοχής της πόλης μας, όπου ισοβίως διαβιούσε κάτω από μια ορισμένη βαλανιδιά της προτίμησής του, για αυτό και ονομάστηκε από τους περιοίκους εποχικούς ψαράδες ΝΤΕΝΤΕ – ΑΓΑΤΣ, δέντρο του Ντεντέ όπου τάφηκε.
Αυτά το 1882, ή λίγο αργότερα, κατά την αφήγηση του εκ Μάκρης καταγόμενου Αθανάσιου Κριτού. Είναι αποδεδειγμένο όμως από δεκάδες επίσημα γραπτά στοιχεία ότι από τη στιγμή που επιλέγει το σημείο που είναι σήμερα η πόλη ως τερματικό σημείο της σιδηροδρομικής γραμμής που θα ένωνε την Αδριανούπολη με το Θρακικό Πέλαγος, δηλαδή από το 1868, αναφέρεται ως «Δεδεαγάτς». Αν συνεπώς είναι αληθές το ιστορικό του Κριτού, τότε δεν μπορεί εκ των υστέρων να δόθηκε ένα όνομα σε μια περιοχή που ήδη το είχε αποκτήσει. Δεν αποκλείεται να έχει ταφεί στο σημείο που αναφέρεται ο ιερομόναχος αυτός ή κάποιος άλλος, αλλά ήδη η περιοχή είχε αυτό το όνομα ως Ιερό ίσως δάσος, λόγω και της πυκνής βλάστησης και του δέους που προκαλούσε και να συνδέθηκε και με την ταφή του Οθωμανού Ιερομόναχου.
Αυτά ως προς το όνομα «Ντεντέ Αγάτς, για τον οποίο, συζητώντας στην Τουρκία με Τούρκους η αρχική ερμηνεία που μου έδιδαν ήταν Δάσος Δρυός ή Ιερό δάσος Δρυός. Όμως όλοι την γνώριζαν ως πόλη της Δυτικής Θράκης.
Λέγεται ότι κατά την κοπή του δέντρου που αναφέρεται ότι τάφηκε ο Μοναχός από τον υπηρεσιακό Δήμαρχο Πρωτοδίκη Γουλή το 1952-53, βρέθηκε εκεί ένας τάφος. Αυτό είναι αληθές, το θυμάμαι και εγώ που κατοικούσα εκεί κοντά (πίσω από τον Φάρο) και παίζαμε στο μέρος εκείνο, αλλά όλοι έλεγαν ότι πρόκειται για τον τάφο του Ντεντέ, πιστεύοντας στον μύθο και όχι σε γνώμες ειδικών αρχαιολόγων κ.λ.π.
Περί αυτού υπάρχουν πολλά στοιχεία, και παλαιότερα ακόμα της δημιουργίας της πόλης τα οποία (όπως γνωρίζω) άλλοι μελετητές θα δώσουν στη δημοσιότητα και πιστεύω ότι θα ακολουθήσει ο σχετικός διάλογος.

«Νεάπολις» και «Αλεξανδρούπολις»
Τώρα ως προς το πότε άλλαξε το όνομα Δεδε – Αγάτς ή Δεδεαγάτς.

Όλοι σχεδόν οι μελετητές αναφέρουν ότι αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης, ο Μητροπολίτης, συμβουλευθείς και τον λόγιο Ιατρό της πόλης Αχιλλέα Σαμοθράκη, ζήτησε να αλλάξουν το Τουρκικό όνομα και να δώσουν στην πόλη το όνομα «ΝΕΑΠΟΛΙΣ», αφού ήταν η νεότερη μέχρι τότε Ελληνική πόλη. Και ότι κατά την άφιξη του Βασιλιά Αλέξανδρου στις 8 Ιουλίου 1920 στη πόλη ο Δήμαρχος Εμ. Αλτιναλμάζης που τον υποδέχθηκε στο λιμάνι και στη συνέχεια από άμβωνος ο Μητροπολίτης στη δοξολογία που ακολούθησε στη Μητροπολίτη, ανακοίνωσαν ότι προς τιμήν του αφιχθέντος Βασιλέως θα ονομάζουν τη πόλη τους «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ».
Το 2001 η Μητρόπολη Αλεξανδρούπολης δημοσιοποίησε ένα τόμο με «Πρακτικά Συνεδριάσεων Αντιπροσωπείας Αλεξανδρουπόλεως 1919 & Εφοροδημογεροντίας Δεδέαγατς 1920». Βέβαια τα πρακτικά αυτά μέχρι το με στοιχεία Θ΄ και ημερομηνία 4 Ιουλίου 1921 πρακτικό, δεν είναι υπογεγραμμένα και θεωρούνται μετά βεβαιότητος ότι γράφηκαν εκ των υστέρων Όμως μπορούμε να συναγάγουμε κάποια συμπεράσματα, διότι και αν γράφηκαν εκ των υστέρων , απεικονίζουν
1ον: Πρακτικόν Ε΄ /12.9.1920. Στη σελίδα 23 στο Πρακτικόν Ε΄ με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου 1920, στο τέλος κλείνει το πρακτικό με την αναφορά «Έν Δεδεαγάτς τη 12η Σεπτεμβρίου 1920». Εάν όμως οι τοπικές αρχές είχαν αποφασίσει από τον Ιούλιο του 1920 να αλλάξουν το όνομα της πόλης, γιατί ένα και πλέον χρόνο μετά εξακολουθούν να αναφέρονται στο Τουρκικό όνομα της πόλης;


2ον: Πρακτικό ΣΤ/26.9.1920
Στο Πρακτικόν ΣΤ΄ της 26ης Σεπτεμβρίου 1921 (σελίδα 24) αναφέρεται: «Σήμερον 26η του μηνός Σ/βρίου του έτους 1921 εν τη αιθούση της Ιεράς Μητροπόλεως συνήλθεν η Έντιμος Αντιπροσωπεία υπό την Προεδρίαν του Σεβασμιωτάτου Αγίου Αίνου κ. Ιωακείμ, παρόντων των κάτωθι υπογεγραμμένων μελών, την νόμιμον απαρτίαν αποτελούντων. Ο Σεβασμιώτατος Πρόεδρος ανακοινεί την εις Κων/πολιν αναχώρησίν του αποχαιρετά την Κοινότητα, ευχόμενος, όπως υπό την αύραν της ελευθερίας και την χρηστήν Ελληνικήν Διοίκησιν ως τάχιστα αναλάβει η πόλις και επουλωθώσιν αι πολλαπλαί αυτής …… (λέξη δυσανάγνωστη).
Είτα συμφώνως εκφρασθείσι γενική ευχή, όπως η πόλις μετονομασθή μία πρόσφορον τινά Ελληνικήν ονομασίαν, ο Πρόεδρος δηλοί, ότι προέβη σήμερον ως Εκκλησία είς την βάπτισιν της πόλις δια του ονόματος «Νεάπολις» προτρέπων δε όπως του λοιπού όλοι εις τα επιστολάς και εις τα διάφορους αυτών εμπορικά ή άλλα έγγραφα σημειώσιν εν παρενθέσει μετά το όνομα Νεάπολις το τέως Τουρκικόν της πόλις όνομα Δεδεαγάτς, όπως προβώσιν αρμοδίως εις την επισημοποίησιν της πράξεως δια της εκδόσεως του σχετικού Βασιλικού διατάγματος. ……».
Εδώ βέβαια αποδεικνύεται ξεκάθαρα ότι τα πρακτικά αυτά έχουν γραφεί εκ των υστέρων, υπάρχει όμως μεγάλη σύγχυση ως προς το όνομα της πόλης. Ο Μητροπολίτης Αίνου Ιωακείμ, αποχωρών από τη πόλη τον Σεπτέμβριο του 1921, δηλαδή μετά την άφιξη του Βασιλιά Αλέξανδρου στη πόλη, προτείνει το προηγούμενο όνομα που αναφέρεται ότι ήθελαν να δώσουν στη πόλη «ΝΕΑΠΟΛΙΣ» και όχι αυτό που αποφάσισαν αργότερα με την άφιξη του Βασιλιά Αλέξανδρου.

3ον . Πρακτικό Ι/21.3.1922
Το πρώτον υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο και τα μέλη της Αντιπροσωπείας πρακτικό της Αντιπροσωπείας, είναι το με στοιχεία Ι΄ όπου στο τέλος αναφέρει
«Εν Αλεξανδρουπόλει τη 21 Μαρτίου 1922», (σελίδα 27 και 28) το δε επόμενο πρακτικό με στοιχεία ΙΑ και ημερομηνία 14 Αυγούστου 1922, (σελίδα 29) το οποίο όμως είναι ανυπόγραφο, στο τέλος έχει σφραγισθεί με στρογγυλή σφραγίδα που αναγράφει περιμετρικά «ΕΦΟΡΕΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ ΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ», στο κέντρο απεικονίζει μία κουκουβάγια και κάτω από αυτήν αναφέρει το έτος «1921».






4ον: Αθανάσιος Κριτού
Ο
Αθανάσιος Κριτού στο βιβλίο του «Αλεξανδρούπολη. Η εκατοντάχρονη ιστορία της», στη σελίδα 175 αναφέρει:
«…Σε μια πόλη με τέτοιο ελληνικό χαρακτήρα ηχούσε πολύ άσχημα το τουρκόφωνο όνομα ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ. Γι΄ αυτό από τις πρώτες κιόλας μέρες της απελευθέρωσης της οι αρμόδιες τοπικές Αρχές, η Δημοτική και η Ιερά Μητρόπολη, ζητώντας τη γνώμη και του ιατροί Αχιλλέα Σαμοθράκη, που σαν βαθύς μελετητής της ιστορίας της Αρχαίας Θράκης οριζόταν πάντοτε ως πρόεδρος των εκάστοτε συνιστωμένων Επιτροπών Τοπωνυμιών, έλαβαν την απόφαση να μετονομάσουν την πόλη μας από ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ σε ΝΕΑΠΟΛΗ. Το καινούργιο όμως αυτό όνομα δεν πρόλαβε να τεθεί σε χρήση, γιατί μεσολάβησε ένα σημαντικό γεγονός».

5ον: Γεώργιος Φιμερέλης
Ο ίδιος συγγραφές παραθέτει στη σελίδα 176 του ιδίου έργου του την από 4.2.1973 επιστολή του Γεωργίου Φιμερέλη, μέλους της πρώτης προσκοπικής ομάδας του Δεδεαγάτς που μεταξύ των άλλων αναφέρει για την επίσκεψη του Βασιλέως Αλεξάνδρου στο Δεδέ Αγάτς την 8η Ιουλίου 1920: «Στη σκάλα αποβιβάσεως στρατευμάτων εν Δεδέ Αγάτς, ήμην εν παρατάξει ως Ενωμοτάρχης Πρόσκοπος το 1920 κατά την αποβίβαση του Βασιλέως Αλεξάνδρου στρωμένη όλη με χαλιά, όπου τον υποδέχθηκε ο Δήμαρχος θείος μου Μανώλης Αλτιναλμάζης και προσφωνώντας του είπε, ότι προς τιμήν του μετονομάζεται η πόλις εις Αλεξανδρούπολιν. Μετά ανέβηκε στο ανοικτό αυτοκίνητό του και έχοντας δίπλα του το λυκόσκυλό του οδηγώντας ο ίδιος, πήγε στην Μητρόπολη».
6ον: Σαράντος Καργάκος
Και ο Σαράντος Καργάκος στο βιβλίο του «Αλεξανδρούπολη – Μια νέα πόλη με παλιά ιστορία» για το μεν όνομα «Νεάπολις» αναφέρεται στα όσα γράφει ο Αθανάσιος Κριτού και συμπληρώνει (σελίδα 325) « Προκρίθηκε το όνομα αυτό, διότι το Δεδέαγατς, σε σχέση με τις άλλες πόλεις της Θράκης, είχε την πιο νέα ιστορία, και από άποψη μορφής (ρυμοτομία-κτίσματα) ήταν η πιο νέα, η πιο ευρωπαϊκή πολιτεία».
Και συνεχίζει για την μετονομασία της σε Αλεξανδρούπολη: «Το όνομα αυτό, παρόλο που ήταν εύηχο και ευπρόφερτο, δεν μακροημέρευσε. Είναι αμφίβολο αν «σαράντισε». Διότι την 8η Ιουλίου 1920 έφθασε στο λιμάνι της Νεαπόλεως, προτού προφθάσει το όνομα αυτό να διαδοθεί και να χρησιμοποιηθεί, ο νεαρός βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄, και τότε ο Δήμαρχος Εμμανουήλ Αλτιναλμάζης, προσφωνώντας τον βασιλιά, ανακοίνωσε την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου να δοθεί το όνομά του στην εορτάζουσα πόλη. Έτσι ο νεαρός βασιλιάς Αλέξανδρος έδωσε το όνομά του στην πιο νεαρή πόλη του ελληνικού κράτους, που διασώζει τη μνήμη του και τη ρομαντική ιστορία του, αλλά παράλληλα δένεται και με το όνομα του Μακεδόνα δορυκτήτορα, που το όνομά του έφερε ο νεαρός βασιλιάς».
Στη σελίδα 331, αναφερόμενος ο συγγραφέας στην υποδοχή του Βασιλέως αναφέρει «….Υπό τις επευφημίες του πλήθους ο βασιλιάς έφθασε στη Μητρόπολη, όπου έγινε δοξολογία. Ο Αθ. Μανιάς, που ήταν, σαν πρόσκοπος, μέσα στην εκκλησία, άκουσε το Δεσπότη στη δική του προσφώνηση να λέει το ίδιο που πριν από λίγο είπε ο Δήμαρχος Εμμανουήλ Αλτιναλμάζης: «Μεγαλειότατε, προς τιμήν Σας, η πόλις εις το εξής μετονομάζεται εις Αλεξανδρούπολης». Φαίνεται ότι υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ των τοπικών παραγόντων για τη μετονομασία, που υπήρξε άκρως επιτυχής, διότι σε ελάχιστο διάστημα χρόνου έγινε πανελληνίως γνωστή η νέα ονομασία. Σε τούτο συνέβαλε η δημιουργία νέων χαρτών, που αντικατέστησαν τους παλιούς στα ελληνικά σχολεία, που περιλάμβαναν και τις λεγόμενες «νέες χώρες» και τις νέες ονομασίες».
Στο πρόγραμμα υποδοχής τους Βασιλέως Αλεξάνδρου που εξέδωσε ο Πολιτικός Διοικητής της πόλης Κ. Σνώκ εν κατακλείδι αναφέρει «Δεδεαγάτς τη 8η Ιουλίου 1920». Και αυτό προκαλεί εντύπωση αφού ούτε ο Πολιτικός Διοικητής Κ. Σνωκ χρησιμοποιεί την ονομασία «Νεάπολις», που φαίνεται ότι κυοφορήθηκε αλλά δεν κυκλοφορήθηκε, πολύ περισσότερο δεν επισημοποιήθηκε.

7ον: Ο Κώστας Γέραγας
Στο βιβλίο του «Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922» όπου εκδόθηκε το 1925, ο Κώστας Γέραγας, που υπηρέτησε ως Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της Αν. Θράκης κατά τη διετία 1920-1922, και ασχολήθηκε με όλα αυτά τα θέματα, ως το δεξί χέρι του Ύπατου Αρμνοστή Ανατ. Θράκης Αντωνίου Σαχτούρη, αρχίζει τοι βιβλίο του με τη φράση:
«1. Η «Εστία» της 29ης Ιουνίου 1920 ανήγγελεν ότι με το επίτακτον ατμόπλοιον «Κ. Τόγιας», ανεχώρησε την αυτήν ημέραν κατευθυνόμενος εις Δεδέαγατς ο Ύπατος Αρμοστής της Ανατ. Θράκης κ. Αντώνιος Σαχτούρης μετά της εκ πολιτικών υπαλλήλων ακολουθίας του».
Και παρακάτω: «5. Εκ πρώτης όψεως το Δεδέ – Αγάτς μας προυξένησεν ευάρεστον έκπληξιν. Πλην των λίαν ευαρίθμων Τούρκων ουδέν το προδίδον ότι επρόκειτο περί πόλεως Τουρκικής. Ήτοι η νεωτέρα πόλις της Τουρκίας, προ ημίσεως αιώνος ιδρυθείσα. Την ύπαρξίν της οφείλει εις την κατασκευήν των σιδηροδρόμων Θράκης, των οποίων ως τέρμα προς την Μεσόγειον είχεν ορισθεί η δασώδης ακτή, επί της οποίας εκτείνεται η ωραία πόλις, 130 χλμ. Νοτιοδυτικώς της Αδριανουπόλεως, επί σχεδίου ευρωπαϊκού, χαραχθέντος υπό Ρώσου μηχανικού κατά την ρωσσικήν κατοχήν 1878-1880..».
Συνεπώς και ό ίδιος ο Γεραράς που υπηρέτησε στη περιοχή από τον Ιούνιο του 1920 αναφέρει το όνομα Δεδέαγατς αντί του ονόματος Νεάπολις, που αναφέρεται ότι είχε δοθεί στη πόλη αμέσως μετά την απελευθέρωσή της και του ονόματος Αλεξανδρούπολης που είχε δοθεί με την άφιξη του Βασιλιά Αλέξανδρου την 8η Ιουλίου 1920.

Η επισημοποίηση της ονομασίας
Η επισημοποίηση της ονομασίας «Αλεξανδρούπολη» θα πραγματοποιηθεί το Φθινόπωρο του 1921. Μέχρι τότε υπάρχουν επίσημα χαρτιά, έγγραφα, αλληλογραφία, δικαστικές αποφάσεις και αναφορές που αναφέρουν την πόλη ως «Δεδεαγάτς».
Ο Υπουργός Πολιτικός Διοικητής Θράκης κ. Χ. Βοζίκης στις 29 Αυγούστου 1921 υπογράφει την υπ΄ αριθμ. 103/298 απόφασή του «Περί μετονομασίας συνοικισμών του Νομού Έβρου» με την οποία μεταβάλλονται όλες οι (Τουρκικές) ονομασίες των πόλεων, κωμοπόλεων και συνοικισμών του Νομού Έβρου σε Ελληνικές. Και με αύξοντα αριθμό 1 αναφέρει το Νέο όνομα «Αλεξανδρούπολης» αντί του παλαιού «Δεδεαγάτς». (Πουθενά αναφορά για "Νεάπολη"). Στο Ν. Έβρου το 1921 περιλαμβάνονται 39 οικισμοί από την Μέστη μέχρι τις Φέρες. Το μόνο όνομα που κρίθηκε ως μη αντικαθιστάμενον είναι αυτό της Μάκρης.
Παρόμοιες αποφάσεις την ίδια ημέρα υπέγραψε και για όλους τους υπόλοιπους Νομούς της ελεύθερης Ανατολικής Θράκης, (Αδριανουπόλεως, Σαράντα Εκκλησιών, Ραιδεστού και Ροδόπης) οι οποίες και δημοσιεύθηκαν από την Πολιτική Διοίκηση Θράκης (Διεύθυνση Εσωτερικών) στις 18 Σεπτεμβρίου 1921 στο υπ΄ αριθμόν 1 Φύλλο του Παραρτήματος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (τεύχος Δεύτερον) που εκδόθηκε στην Ανδριανούπολη.
Το γεγονός ότι δεν δημοσιεύθηκαν αυτές οι αποφάσεις του Υπουργού Πολιτικού Διοικητού Διοικητού Θράκης στο επίσημο φύλλο της
Εφημερίδας της Κυβερνήσεως που εκδιδόταν στην Αθήνα, ίσως να ήταν η αιτία που πολλοί ερευνητές διαφωνούσαν για το πότε πραγματικά πήρε επισήμως το νέο όνομά της η πόλης, αφού ψάχνοντας στα αρχεία του Εθνικού Τυπογραφείου δεν εύρισκαν αντίστοιχη απόφαση ή Διάταγμα μετονομασίας της πόλης.
Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω η πόλη από 19 Αυγούστου 1921 (ημέρα υπογραφής της σχετικής απόφασης μετονομασίας της ή από 18 Σεπτεμβρίου 1921 δημοσίευσης της απόφασης στο παράρτημα ΦΕΚ) ονομάζεται επίσημα Αλεξανδρούπολη, την 15 Σεπτεμβρίου 1921 ο Υπουργός Εσωτερικών Κ.Δ. Ρακτιβάν υπογράφει σχετικό Βασιλικό Διάταγμα «Περί ορισμού των εκλογικών περιφερειών Θράκης» και το δημοσιεύει την επόμενη (16.9.1921) στο υπ΄ αριθμ. 213 Φ.Ε.Κ. (τ.Α΄), όπου η πόλη αναφέρεται δύο φορές μάλιστα (στις στήλες Σαντζάκια και Καζάδες) ως Δεδεαγάτς με πληθυσμό (ολόκληρος ο Καζάδες) 29.979 κατοίκους. Και στα αποτελέσματα των εκλογών που ακολούθησαν την 1η Νοεμβρίου 1921 ανακοινώθηκε στα επίσημα αποτελέσματα ως Δεδεαγάτς. Αυτά προς το παρόν.

(Φωτοτυπία του παραρτήματος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως με την μετονομασία του Δεδεαγάτς σε Αλεξανδρούπολη, μας παραχώρησε το «Εθνολογικό Μουσείο Θράκης» που έχει στη κατοχή του το πρωτότυπο τεύχος).

Φωτογραφίες

1. Ξυλογραφία του Δεδέ - Αγάτς

2. Χαρακτηριστική απεικόνιση "Τεκέ" 3. Το λιμάνι του Δεδέ - Αγάτς

4. Άποψη της πόλης τα πρώτα χρόνια

5. Πρακτικό Ε΄/12.9.1920

6. Πρακτικό ΣΤ΄/26.9.1920

7 και 8. Πρακτικό Ι΄/21.3.1922

9. 15.5.1920. Ο Στρατηγός Κων. Μαζαράκης Αινιάν, από τον εξώστη της Μητρόπολης χαιρετά τον κόσμο

10. 8.7.1920. Στην αποβάθρα του λιμανιού οι αρχές, οι κάτοικοι και οι Πρόσκοποι του Δεδε Αγατς αναμένουν να υποδεχθούν τον Βασιλιά Αλέξανδρο.

11. Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος αποβιβάζεται στο λιμάνι του Δεδε Αγατς

12 και 13 Το επίσημο φύλλο του Παραρτήματος Αδριανουπόλεως της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπου δημοιεύηεται η απόφαση του Υπουργού - Πολιτικού Διοικητού Θράκης περί μετονομασίας της πόλης.